Κύριε, τί ἐπληθύνθησαν οἱ θλίβοντές με;
ΑΓΙΟΥ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΤΡΙΤΟΝ ΨΑΛΜΟ ΤΟΥ ΔΑΥΙΔ
Στίχος 2: «Κύριε, τί ἐπληθύνθησαν οἱ
θλίβοντές με; Κύριε, σὲ πόσο μεγάλο καὶ ἀμέτρητο πλῆθος ἔχουν αὐξηθεῖ οἱ ἐχθροὶ
ποὺ μὲ καταθλίβουν!)»
Λέγει λοιπόν: «Γιατί πολλαπλασιάστηκαν;», χρησιμοποιῶντας τὸ «τί» ἀντὶ τοῦ «σφόδρα(:υπερβολικά, πάρα πολύ) -πολλαπλασιάστηκαν)». Γιατί μένει κατάπληκτος βλέποντας ὅτι εἶναι ἀναρίθμητοι αὐτοὶ ποὺ παρασκευάζουν μηχανορραφίες γι’ αὐτόν. Καὶ φοβᾶται βέβαια ὡς ἄνθρωπος, ὡστόσο δὲν ὑποχωρεῖ μπροστὰ στοὺς φόβους, ἀλλὰ ἔχοντας στηριγμένη τὴν καρδιά του στὸν Θεό, ἐλπίζει ὅτι θὰ νικήσει ἐκείνους ποὺ τὸν ἐπιβουλεύονται. Στενοχωροῦσαν βέβαια τὸν Δαβὶδ καθὼς αὐξάνονταν οἱ διακόσιοι ἄνδρες ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ ποὺ προστέθηκαν στὸν Ἀβεσσαλώμ [Β΄Βασ.15,11: «Καὶ μετὰ Ἀβεσσαλὼμ ἐπορεύθησαν διακόσιοι ἄνδρες ἐξ Ἱερουσαλὴμ κλητοὶ καὶ πορευόμενοι τῇ ἁπλότητι αὐτῶν καὶ οὐκ ἔγνωσαν πᾶν ῥῆμα(: Καὶ ὅταν ἀναχώρησε ὁ Ἀβεσσαλὼμ ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλήμ, τὸν ἀκολούθησαν καὶ διακόσιοι ἐκλεκτοὶ καὶ ἐπίσημοι ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι πῆγαν μαζί του μὲ ὅλη τους τὴν ἁπλότητα καὶ μὲ καλὴ διάθεση, χωρὶς νὰ γνωρίζουν τίποτε ἀπὸ τὰ συνωμοτικά του σχέδια)»], ὅταν προστέθηκαν σ’ αὐτὸν καὶ ὁ Ἀχιτόφελ καὶ ὁ Θεκῶν καὶ ὄχλος ἰσχυρὸς καὶ λαὸς πολὺς μαζὶ μὲ αὐτόν. Γιατί ὅλοι αὐτοὶ προξενοῦσαν στενοχώρια στὸν Δαβίδ, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦταν καὶ ὁ Σεμεεί, ὁ ὁποῖος πορευόμενος καταριόταν τον Δαβίδ.
Στίχος 4: «Σὺ δέ, Κύριε, ἀντιλήπτωρ μοῦ εἶ,
δόξα μου καὶ ὑψῶν τὴν κεφαλὴν μοῦ (: Ἐσύ, ὅμως, Κύριε, εἶσαι βοηθός μου καὶ
προστάτης μου. Ἐσὺ θὰ μὲ δοξάσεις καὶ πάλι καὶ θὰ σηκώσεις ψηλὰ τὴν κεφαλή μου,
τὴν ὁποία τώρα ντροπιασμένος ἔχω σκυμμένη πρὸς τὰ κάτω)».
Ἀφοῦ ὁ Δαβὶδ προανέφερε τὴν πίεση καὶ τὴν ἀμηχανία
ποὺ αἰσθανόταν ἀπὸ τὴν ἐπανάσταση τῶν ἐχθρῶν του, τώρα διαστέλλει τὴ μελωδία μὲ
τὸ διάψαλμα, καὶ ἀνακτῶντας θάρρος μὲ ἐκεῖνο ποὺ μὲ τρόπο ἀπόρρητο ἤχησε μέσα
του, ἀφήνει νὰ βγεῖ αὐτὴ ἡ σωτήρια φωνή: «Σύ, ὅμως, Κύριε, εἶσαι βοηθός μου». «Ἐκεῖνοι,
βέβαια», λέγει, «κινοῦν ὅπλα καὶ περιμένουν νὰ μὲ νικήσουν ἐπειδὴ ἀπογυμνώθηκα ἀπὸ
τὴ χάρη Σου, ἐγώ, ὅμως, γνωρίζω τὸν Σωτῆρα καὶ Λυτρωτή μου. Δὲν στηρίζω τὴν ἐλπίδα
μου στὸ τόξο καὶ ἡ ρομφαία μου δὲν θὰ μὲ σώσει, ἀλλὰ τεῖχος ἀδιάρρηκτο γιὰ μένα
καὶ πλῆθος σωματοφυλάκων ποὺ δὲν καταβάλλεται εὔκολα εἶναι ἡ δική Σου εὐμένεια,
Δέσποτα, καὶ ἡ βοήθειά Σου. Καὶ δὲν θὰ χρειαστῶ κανένα, γιατί ἡ ἀγαθότητά Σου
μοῦ ἀπονέμει δόξα καὶ ὑψώνει τὸ κεφάλι μου, δηλαδὴ μὲ καθιστᾶ ἔνδοξο καὶ πέρα ἀπὸ
τοὺς ἐχθρούς μου». Ἢ «κεφαλὴ» ὀνομάζει τὴν ἐξουσία του, τὴν ὁποία, ἀφοῦ
ταπεινώθηκε γιὰ λίγο, τὴν ἔλαβε πάλι ὑψωμένη.
Θὰ μποροῦσε, ὅμως, καὶ ὁ Σωτῆρας ὡς ἄνθρωπος
νὰ πεῖ στὸν Πατέρα Του: «Σὺ εἶσαι βοηθός μου καὶ δὲν ἐγκαταλείπεις τὴν ψυχή μου
στὸν ἅδη, καὶ δόξα μου εἶσαι, λέγοντας: ‘’Καὶ σὲ δόξασα, καὶ θὰ σὲ δοξάσω
πάλι’’ [Ἰω.12,28: «Καὶ ἐδόξασα καὶ πάλιν δοξάσω»] καὶ δόξασες τὴν κεφαλή μου,
δηλαδὴ τὴν θεότητα, κάνοντάς την φανερὴ μὲ τὰ θαύματα)». Γιατί τὰ θαύματα πάνω
στὸν σταυρὸ ἦταν σαφὴς ἀπόδειξη τῆς θεότητας τοῦ Μονογενοῦς. Ἀνυψώνει, ὅμως, καὶ
τὴν δική μας κεφαλὴ ὁ Θεός, δηλαδὴ τὸν νοῦ καὶ τὸ ἡγεμονικό, ὅταν βλέπουμε ψηλά,
παραβλέποντας καθετὶ τὸ σωματικό.
Στίχος 5: «Φὼνῇ μοῦ πρὸς Κύριον ἐκέκραξα,
καὶ ἐπήκουσέ μου ἐξ ὄρους ἁγίου αὐτοῦ(: Πολλὲς φορὲς στὸ παρελθὸν μὲ φωνὴ ἰσχυρὴ
φώναξα πρὸς τὸν Κύριο ζητῶντας τὴν βοήθειά Του καὶ μὲ ἄκουσε ἀπὸ τὸ ὅρος Σιῶν, ὅπου
φυλάσσεται ἡ κιβωτὸς τῆς Διαθήκης Του καὶ ἔγινε γι’ αὐτὰ ἅγιο κατοικητήριό
Του)»
Ὁ προφήτης διηγούμενος τὰ πάθη του καὶ ὅτι
ἀντιμετώπισε μὲ γενναιότητα ὅσα τοῦ συνέβαιναν, μὲ τὸ παράδειγμά του μᾶς ἀφήνει
ἔξοχη διδασκαλία τῆς ὑπομονῆς καὶ μᾶς διδάσκει ὅτι στὶς δύσκολες περιστάσεις δὲν
πρέπει νὰ προσφεύγουμε σὲ ἄλλον, ἀλλὰ στὸν Θεό, καὶ ὅτι ὁ καρπὸς αὐτῆς τῆς
προσφυγῆς εἶναι τὸ ὅτι εἰσακουόμαστε. Τώρα, βέβαια, στρέφει τὸ πρόσωπό του σὲ μᾶς
καὶ μᾶς λέγει μὲ ποιόν τρόπο, ἀφοῦ προσευχήθηκε, εἰσακούσθηκε, καὶ λέγει:
«Φώναξα μὲ δυνατὴ φωνὴ στὸν Κύριο καὶ μὲ ἄκουσε ἀπὸ τὸ ἅγιο ὅρος Του».
Στίχος 6: «Ἐγὼ ἐκοιμήθην καὶ ὕπνωσα· ἐξηγέρθην,
ὅτι Κύριος ἀντιλήψεταί μου (: Ὡς ἐκ τούτου καὶ στὶς δύσκολες αὐτὲς στιγμὲς τοῦ
παρόντος δὲν ἔχασα τὸ θάρρος καὶ τὴν εἰρήνη μου, ἀλλὰ μολονότι μὲ ἔχουν
κυκλώσει τόσοι ἐχθροί, κοιμήθηκα κατὰ τὴν νύχτα ἥσυχος καὶ ἔπεσα σὲ ὕπνο ἤρεμο
καὶ βαθύ. Σηκώθηκα δὲ τὸ πρωὶ γεμᾶτος θάρρος καὶ ἐλπίδα, διότι ὁ Κύριος θὰ μὲ
βοηθήσει καὶ θὰ μὲ προστατεύσει)».
«Ὕπνο» ἐδῶ ἐννοεῖ τὸν ὕπνο τοῦ νοῦ, μὲ τὸν
ὁποῖο ἔπεσε καὶ στὴν ἁμαρτία. Ὁμολογεῖ τὸ παράπτωμα, καὶ τὸ γεγονὸς τοῦ ὕπνου
ποὺ συνέβη στὸν νοῦ τὸ χαρακτηρίζει ἔγκλημα. Γιατί ἐὰν ὁ νοῦς εἶναι ἄγρυπνος, ἔργο
καὶ φροντίδα του εἶναι νὰ ἀποφεύγει αὐτὸ ποὺ εἶναι κακὸ καὶ νὰ βιάζεται νὰ ἀπομακρυνθεῖ
ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἀπὸ τὴν φύση του ἀδικεῖ. Ὅταν, ὅμως, ροχαλίζει καὶ πάσχει ἀπὸ ὀκνηρία,
αὐτὸ εἶναι δεῖγμα ὅτι νικιέται ἀπὸ τὰ πάθη καὶ μάλιστα τὰ σαρκικά. Λοιπὸν
συγχρόνως καὶ τὴν ἁμαρτία του μνημονεύει, καὶ ἀναπέμπει εὐχαριστήρια ὠδὴ στὸν
Θεὸ λέγοντας «Ἐγὼ βέβαια κοιμήθηκα ἀπὸ πνευματικὴ νωθρότητα καὶ παραδόθηκα στὴν
ἁμαρτία, ἁμαρτάνοντας μὲ τὴν Βηρσαβεὲ καὶ σκοτώνοντας τὸν σύζυγό της, τὸν Οὐρία[
βλ. Β΄Βασ. 11, 1 -27]. Καὶ δὲν θὰ κατόρθωνα τὴν ἀνόρθωσή μου μὲ τὴ μετάνοια, ἐὰν
δὲν μὲ βοηθοῦσε ὁ Κύριός μου». Αὐτὸ ἀσφαλῶς σημαίνει ὅτι ὁμολογεῖ βέβαια ἔμπρακτα
τὴν ἀδυναμία τῆς ἀνθρώπινης διανοίας, ἀλλὰ στεφανώνει μὲ τοὺς ἐπαίνους τὸν Θεὸ
ποὺ καὶ πάντοτε σώζει καὶ βοηθεῖ, καὶ συντρίβει τὴν παγίδα τοῦ διαβόλου, ἐλευθερώνοντας
ἐκείνους ποὺ πιάστηκαν σ’ αὐτήν.
«Ἀλλά», λέγει, «καὶ ὅταν ὁ Ἀβεσσαλὼμ μὲ ἐχθρευόταν,
ἐγὼ ἔδειχνα ἀδιαφορία καὶ κατὰ κάποιο τρόπο κοιμόμουνα, τώρα, ὅμως, ἀφυπνίσθηκα
καὶ γνωρίζω ὅτι ὁ Κύριος, ὅταν ἀδικοῦμαι, θὰ μὲ βοηθήσει. Θὰ ἀποτινάξω καὶ τὸν ὕπνο
τῆς λιποψυχίας, τὸν ὁποῖο μοῦ προξένησε ἡ νύχτα τῆς συμφορᾶς, καὶ θὰ σηκωθῶ γεμᾶτος
ἀπὸ εὐθυμία, σὰν νὰ βλέπω ἡμέρα λευκή, τὴν φαιδρότερη κατάσταση τῶν πραγμάτων.
Γιατί ἡ ἐλπίδα τῆς βοήθειας τοῦ Θεοῦ δὲν μὲ ἀφήνει νὰ κοιμᾶμαι καὶ νὰ ἀποθαρρύνομαι».
Στίχος 7 :«Οὐ φοβηθήσομαι ἀπὸ μυριάδων λαοῦ
τῶν κὺκλῳ συνεπιτιθεμένων μοί (: Δὲν θὰ φοβηθῶ ἀπὸ τὰ ἀναρίθμητα πλήθη τοῦ λαοῦ
ποὺ μὲ ἔχουν κυκλώσει καὶ μοῦ ἐπιτίθενται ἀπὸ κάθε κατεύθυνση)».
«Ἐπειδή», λέγει, «μὲ βοήθησε ὁ Κύριος, ἔχω
ἀνακτήσει τὴν δύναμή μου καὶ ἀπέκτησα τόση νεανικὴ αὐτοπεποίθηση, ὥστε νὰ μὴ
φοβᾶμαι μὲ κανένα τρόπο, ἀκόμα καὶ ἂν μὲ περιστοιχίζουν ἀμέτρητα πλήθη λαοῦ μαζὶ
μὲ τὸν Ἀβεσσαλώμ». Εἶναι, δηλαδή, καλὴ ἡ πίστη τῶν ἁγίων, γιατί δὲν φοβοῦνται
καθόλου, ἂν καὶ τοὺς ἐπιτίθεται ἀναρίθμητο πλῆθος ἐχθρῶν, ὅταν εἶναι ὑπερασπιστής
τους ὁ Θεός. Γιατί ἀρκεῖ νὰ εἶναι μόνος ὄντας παρών, νὰ διαλύσει τὶς πολλὲς
μυριάδες. Οὔτε ὁ Κύριος φοβήθηκε τοὺς Ἰουδαίους καὶ τοὺς ἐθνικοὺς ποὺ Τὸν περικύκλωναν
τὸν καιρὸ τοῦ Πάθους. Γι'αυτό καὶ ἀπέφυγε νὰ ἔχει μυριάδες ἀγγέλων.
Στίχος 8: «Ἀνάστα, Κύριε, σῶσὸν με, ὁ Θεὸς
μοῦ (: Σήκω ἐπάνω, Κύριε, σῶσε με, Θεέ μου)».
Σ’ αὐτοὺς ποὺ ὑποφέρουν ἡ σιωπὴ δὲν εἶναι
πρᾶγμα χωρὶς βλάβη, ἐνῷ το νὰ μιλοῦν εἶναι χρήσιμο καὶ σωτήριο: «Σήκω ἐπάνω,
Κύριε, σῶσε με, Θεέ μου». Ὡστόσο νομίζω ὅτι αὐτὸ δὲν ταιριάζει σὲ ἄλλους. Γιατί
ἐκεῖνοι ποὺ περιφρονοῦν τὰ θελήματα τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ τὶς ἡδονές τους ἔχουν
χαλαρώσει κατὰ κάποιον τρόπο ὅλα τὰ χαλινάρια, πῶς καὶ ἀπὸ ποῦ μποροῦν νὰ ἔχουν
τὸ θάρρος νὰ ἀπευθύνονται στὸν Θεό; Ἐκεῖνοι βέβαια ποὺ ἔχουν σκυμμένο τὸν αὐχένα
τους καὶ πειθαρχημένο στοὺς νόμους τοῦ Θεοῦ, ἔχουν πολλὴ παρρησία πρὸς Αὐτόν, καὶ
μποροῦν δικαιολογημένα νὰ λένε τὸ «Σήκω ἐπάνω, σῶσε με, ἐμένα, τὸν δοῦλο Σου».
Καὶ ὁ Δαβίδ, λοιπόν, ὀνομάζει τὸν Θεὸ «Κύριό του», ἐπειδὴ ἐκτελεῖ τὸ θέλημά Του
καὶ λέγει: «Θεέ μου, σῶσε με», ἐπικαλούμενος μὲ πολλὴ διάθεση τὸν Θεὸ τῶν ὅλων,
καὶ παρακαλῶντας Τὸν νὰ σηκωθεῖ καὶ νὰ τὸν βοηθήσει.
Καὶ ἡ προσευχή του εἶναι ἄξια τῆς
πραότητός του. Γιατί δὲν εἶπε: «Ἐξαφάνισε τοὺς ἐχθρούς μου», ἀλλὰ τί; «Σῶσε
με». «Αὐτὸ μόνο», λέγει, «ζητῶ, νὰ σωθῶ ἐγὼ καὶ ὄχι νὰ ἐξολοθρευθοῦν οἱ ἐχθροί
μου». Ἴσως ἐπειδὴ καὶ ὡς προφήτης, γνωρίζοντας ὅτι ἡ ψυχή του, καὶ ἂν ἀκόμα
κατασχεθεῖ στὸν ἅδη, ὁ Χριστός, ἀναστημένος ἀπὸ τοὺς νεκρούς, θὰ τὴν σώσει,
προλέγοντας ἔτσι τὸ μέλλον. Καὶ προσεύχεται στὸν Κύριο νὰ ἐπισπεύσει τὴν Ἀνάστασή
Του, ὥστε μέσῳ αὐτῆς νὰ ἐπιτύχει καὶ αὐτὸς τὴν σωτηρία του. Μέχρι τότε, ὅμως,
σύμφωνα μὲ τὴ συνήθεια τῆς Γραφῆς, λέγεται ὅτι ὁ Θεὸς κοιμᾶται ὅταν δείχνει
μακροθυμία, ὅπως τό «Ἐξεγέρθητι· ἱνατὶ ὑπνοῖς, Κύριε; (:Σήκω ἐπάνω γιὰ νὰ
πάρεις ἐκδίκηση καὶ νὰ μᾶς βοηθήσεις, Κύριε. Γιατί μοιάζεις νὰ κοιμᾶσαι, ἀδιαφορῶντας
γιὰ τὸ κατάντημά μας;)»[Ψαλμ.43,24] καὶ σηκώνεται πάλι, ὅταν ἐκδικεῖται καὶ ἐπισκέπτεται.
Καὶ ἐδῶ, λοιπόν, λέγει: «Σήκω, Κύριε», δηλαδὴ «παραμέρισε τὴ μεγάλη μακροθυμία
Σου καὶ σήκω νὰ μὲ βοηθήσεις».
Ἀκόμα καὶ ὅταν ὁ Σωτῆρας παραδινόταν γιά
μας, ὁ Πατέρας Του «κοιμόταν», κατὰ κάποιον τρόπο, δείχνοντας ἀνοχὴ πρὸς τὸν Ὁποῖο
καὶ ἔλεγε: «Πάτερ, σῶσον μὲ ἐκ τῆς ὥρας ταύτης(:Πατέρα μου, σῶσε μὲ καὶ ἀπάλλαξέ
με ἀπὸ τὴ σκληρὴ αὐτὴ ὥρα τοῦ μαρτυρικοῦ μου θανάτου)»[Ιω. 12,27]. Τὸ ἴδιο
μποροῦμε νὰ λέμε κι ἐμεῖς κατὰ τοὺς πειρασμούς μας. Ὅμως πρόσεχε ὅτι, ὅταν
συνέλθουμε, τότε καὶ ὁ Θεὸς σηκώνεται γιὰ νὰ μᾶς σώσει. Καὶ ὁ Δαβίδ, λοιπόν, ὁ ἴδιος,
ἀφοῦ πρῶτα ἄφησε τὸν ὕπνο τῆς νωθρότητας, τότε παρακάλεσε καὶ τὸν Θεὸ νὰ σηκωθεῖ
γιὰ νὰ τὸν βοηθήσει.
Στίχος 8: «ὅτι σὺ ἐπάταξας πάντας τοὺς ἐχθραίνοντάς
μοὶ ματαίως (: Διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι ἐσὺ θὰ συντρίψεις ὅλους αὐτοὺς ποὺ μὲ ἐχθρεύονται
δίχως αἰτία)».
Πρόσεξε, ὅμως, τὴν ἀσφάλεια τοῦ λόγου·
γιατί δὲν εἶπε ἁπλῶς «αὐτοὺς ποὺ μὲ ἐχθρεύονται», ἀλλὰ «αὐτοὺς ποὺ τὸ κάνουν ἄδικα»,
δηλαδὴ ἔτσι στὴν τύχη καὶ περιττά, καὶ χωρὶς κανένα παράπτωμα. Καὶ ἐχθρεύεται
κάποιος ἄδικα, ὅταν δὲν ἔχει προηγουμένως ἀδικηθεῖ, οὔτε καὶ ἔχει πάθει κάτι ἀπὸ
αὐτὰ ποὺ συνήθως προκαλοῦν λύπη καὶ ἐξοργίζουν. Καὶ ἔχει ἄδικα ἐχθροὺς ἐκεῖνος
ποὺ δὲν δίνει πρόφαση ἔχθρας καὶ μίσους, ὅπως συμβαίνει μὲ ὅλους ἐκείνους ποὺ
διώκονται ἐπειδὴ ζοῦν μὲ εὐσέβεια, πρὸς τοὺς ὁποίους ὁ Κύριος λέγει: «Μακάριοί ἐστε
ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καὶ διώξωσι καὶ εἴπωσι πᾶν πονηρὸν ῥῆμα καθ᾿ ὑμῶν
ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ (:Μακάριοι εἶστε ἐσεῖς οἱ μαθητές μου, ὅταν σᾶς
χλευάσουν οἱ ἄνθρωποι καὶ σᾶς καταδιώξουν καὶ ἐξ αἰτίας μοῦ ποῦν κάθε εἴδους
ψεύτικες κακολογίες καὶ κατηγορίες ἐναντίον σας)» [Μάτθ.5,11] καὶ τὰ παρακάτω.
Καὶ ὁ Δαβὶδ εἶχε πολλοὺς ποὺ τὸν ἐχθρεύονταν ἄδικα, τὸν Σαοὺλ καὶ τὸν Ἀβεσσαλώμ,
καὶ ἐκείνους ποὺ ἦταν μαζί τους. Γιατί ἦταν ἄδικα ἐχθροὶ αὐτοῦ, ἀφοῦ αὐτὸς ἔδειχνε
μεγάλη πραότητα πρὸς αὐτούς.
Στίχος 8: «ὀδόντας ἁμαρτωλῶν συνέτριψας (:
Ἐσὺ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ συντρίψεις τὰ δόντια τῶν ἁμαρτωλῶν, ποὺ ἔρχονται νὰ μὲ
κατασπαράξουν σὰν ἄγρια θηρία)».
Αὐτὸ τὸ «συνέτριψες τὰ δόντια», τὸ εἶπε σὰν
νὰ ἐπρόκειτο γιὰ ἄγρια θηρία, γιατί εἶναι δολοφόνοι γενικὰ ὅσοι ἐπιζητοῦν τὴν ἁμαρτία
καὶ τρίζουν τὰ δόντια τους μὲ ἀφορμὴ τὶς ἐπιτυχίες τῶν ἁγίων. Καὶ συνηθίζει ἡ
θεόπνευστη Γραφὴ νὰ τοὺς ἐξομοιώνει μὲ θηρία αὐτοὺς ποὺ μελετοῦν νὰ ἐπιτεθοῦν σὲ
κάποιους μὲ ἀγριότητα. Τὸ «συνέτριψες τὰ δόντια», λοιπόν, εἰπώθηκε ἀντὶ τοῦ «τοὺς
ἀπογύμνωσες ἀπὸ κάθε δύναμη», χρησιμοποιῶντας τὴ μεταφορὰ ἀπὸ τὰ θηρία, τὰ ὁποῖα,
ὅταν στερηθοῦν τὰ δόντια τους, γίνονται πολὺ ἄξια περιφρονήσεως καὶ εὐκολονίκητα.
Λέγει, βέβαια, καὶ ὁ Σωτῆρας στὸν Πατέρα
Του: «Σὺ πάταξες τὸν βρεφοκτόνο Ἡρώδη ποὺ μὲ ἐχθρευόταν ἄδικα, καὶ θὰ πατάξεις
καὶ τοὺς Ἰουδαίους, παραδίδοντάς τους στοὺς Ρωμαίους, καὶ θὰ συντρίψεις τὰ
δόντια τους, ἐπειδὴ εἶπαν: «Οὐκ ἔχομεν βασιλέα εἰ μὴ Καίσαρα (:Δὲν ἔχουμε ἄλλον
βασιλιᾶ παρὰ μόνο τὸν Καίσαρα)» [Ἰω.19,15] καί: «Τὸ ἂἷμα αὐτοῦ ἐφ᾿ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ
τὰ τέκνα ἡμῶν (:Ἡ ἐνοχὴ καὶ ἡ εὐθύνη γιὰ τὸ χύσιμο τοῦ αἵματός του ἂς πέσει
πάνω μας καὶ πάνω στὰ παιδιά μας)». Πατάσσονται, ὅμως, ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ οἱ
δαίμονες, ἐπειδή, ἂν καὶ δὲν ἀδικήθηκαν καθόλου ἀπὸ μᾶς, μᾶς ἐχθρεύονται ἄδικα ἐξ
αἰτίας τῆς κακίας τους, καὶ τὰ νοητὰ δόντια τους, ἐννοῶ τὰ πάθη, μὲ τὰ ὁποῖα
κατατρῶνε τοὺς εὐκολόπιστους, συντρίβονται. Γιατί λέγει: «Σὺ ἐκραταίωσας ἐν τῇ
δυνάμει σοῦ τὴν θάλασσαν, σὺ συνέτριψας τὰς κεφαλὰς τῶν δρακόντων ἐπὶ τοῦ ὕδατος
(: Ἐσύ, καὶ μόνο Ἐσύ, ἀφοῦ ἔσχισες στὰ δύο τὴν Ἐρυθρὰ Θάλασσα, μὲ τὴν δύναμή
Σου κράτησες στερεὰ καὶ ὁλόρθα σὰν τείχη τὰ νερά της, γιὰ νὰ περάσουν ἀνάμεσά
τους οἱ Ἰσραηλῖτες. Ἐσὺ καὶ ὄχι κανεὶς ἄλλος συνέτριψες τὰ κεφάλια τῶν δράκων ἐπάνω
στὸ νερό, ὅταν ἔπνιγες στὰ νερὰ τῆς Ἐρυθρᾶς Θάλασσας τοὺς ἄρχοντες, τοὺς ἀξιωματικοὺς
καὶ ὅλο τὸν στρατὸ τῶν Αἰγυπτίων)»[Ψαλμ.73,13], «Σύ, ὁ Ὁποῖος μὲ τὴν Ἀνάσταση αἰχμαλώτισες
τὸ μεγάλο κῆτος, Σύ, ὁ Ὁποῖος κατάργησες τὸν Ἅδη καὶ πάτησες τὸν θάνατο καὶ
κατάργησες τὸν διάβολο». Σύ, ὅμως, Σὲ παρακαλῶ, πρόσεχε, ὅτι αὐτοὶ ποὺ ἀδικοῦν,
αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ βλάπτονται, γιατί πατάσσονται ἀπὸ τὸν Θεό, ἐνῷ ἐκεῖνοι
ποὺ ἀδικοῦνται, αὐτοὶ εἶναι καὶ ποὺ ἔχουν ὠφεληθεῖ, γιατί σώζονται.
Στίχος 9: «Τοῦ Κυρίου ἡ σωτηρία, καὶ ἐπὶ τὸν
λαὸν σοῦ ἡ εὐλογία σοῦ (: Ἐσύ, Κύριε, θὰ μοῦ δώσεις τὴ σωτηρία καὶ ἡ εὐλογία
Σου θὰ ἔλθει στὸν δικό Σου λαό, ποὺ Σὲ λατρεύει)».
Εἶναι γνώρισμα ἁγίου το νὰ παρακαλεῖ νὰ
συμβεῖ καὶ στοὺς ἄλλους αὐτὸ ποὺ παρακαλεῖ νὰ συμβεῖ σὲ αὐτόν. Γιατί δὲν ζητᾶ νὰ
γίνει μέτοχος τῶν θεοσδότων ἀγαθῶν αὐτὸς μόνος, ἀλλὰ νὰ εἶναι κοινὴ σὲ ὅλους ἐκείνους
ποὺ ἀγαποῦν τὸν Θεὸ ἡ γενναιοδωρία ποὺ θὰ ἐκδηλωθεῖ γι’ αὐτούς. Καὶ μὴν ἀπορήσεις
ἐὰν εἶναι τέτοιος ὁ σκοπὸς τῶν ἁγίων, οἱ ὁποῖοι καὶ ὑποφέρουν μαζὶ μὲ αὐτοὺς ποὺ
πάσχουν, καὶ δακρύζουν μαζὶ μὲ αὐτοὺς ποὺ κλαῖνε καὶ τὴν ὀργὴ ποὺ ὀφείλεται σὲ
αὐτοὺς ποὺ ἀγαποῦν τὴν ἁμαρτία τὴν κάνουν κοινή.
Ἴσως μάλιστα νὰ θεολογεῖ ἐδῶ ὁ Δαβὶδ
λέγοντας: «Ἀπὸ Σένα, τὸν Κύριο καὶ Πατέρα, ἂς ἀποσταλεῖ ὁ Σωτῆρας Ἰησοῦς, ἡ
σωτηρία τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, καὶ ἡ εὐλογία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἂς σταλεῖ στὸν
λαό Σου, δηλαδὴ στὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα καὶ νὰ τὰ εὐλογήσεις μὲ κάθε πνευματικὴ εὐλογία.
Γιατί μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ θὰ εὐλογηθοῦν ὅλα τὰ ἔθνη, ἐνῷ οἱ Ἰουδαῖοι θὰ ἐκδιωχθοῦν)»[πρβ.
Ἰερ.9,16: «Καὶ διασκορπιῶ αὐτοὺς ἐν τοῖς ἔθνεσιν, εἰς ὁὓς οὐκ ἐγίνωσκον αὐτοὶ
καὶ οἱ πατέρες αὐτῶν, καὶ ἐπαποστελῶ ἐπ᾿ αὐτοὺς τὴν μάχαιραν ἕως τοῦ ἐξαναλῶσαι
αὐτοὺς ἐν αὐτῇ(: Ἐπίσης, θὰ τοὺς ἐξορίσω ἀπὸ τὴν χώρα τῆς Ἰουδαίας καὶ θὰ τοὺς
διασκορπίσω μεταξὺ τῶν εἰδωλολατρικῶν λαῶν, τοὺς ὁποίους δὲν γνώριζαν οὔτε αὐτοὶ
οἱ πατέρες τους. Κατόπιν θὰ στείλω ἐναντίον οὖς ἐχθρικὸ μαχαίρι μέχρις ὅτου τοὺς
ἐξολοθρεύσω μὲ αὐτὸ ἐντελῶς)»]. Καὶ ὁ Χριστὸς λέγει ὅτι ἡ σωτηρία Του, τὴν ὁποία
πέτυχε μὲ τὴν Ἀνάστασή Του ἀπὸ τοὺς νεκρούς, εἶναι τοῦ Πατέρα Του, καὶ παρόμοια
ἀναθέτει σὲ Αὐτὸν καὶ τὴν εὐλογία αὐτῶν ποὺ πιστεύουν σὲ Αὐτόν. Γι'αυτό λέγει:
«Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν
βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου (:Ἐλᾶτε ἐσεῖς ποὺ εἶστε εὐλογημένοι ἀπὸ τὸν
Πατέρα μου, κληρονομῆστε τὴ βασιλεία ποὺ ἔχει ἑτοιμασθεῖ γιὰ σᾶς ἀπὸ τότε ποὺ
θεμελιωνόταν ὁ κόσμος)»[Ματθ.25,34].
Δίκαια, λοιπόν, καὶ ὁ Ψαλμὸς θὰ βρεῖ τὴν
προσαρμογή του καὶ στὴν ἀνθρώπινη φύση, τὴν ὁποία πίεζαν οἱ δαίμονες πρὶν ἀπὸ τὴν
παρουσία τοῦ Σωτῆρα, ἀλλὰ πατάχθηκαν μὲ τὴν πραγματικὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἔγινε
ἄνθρωπος, καὶ ἡ φύση ποὺ πολεμήθηκε ἀπὸ αὐτούς, ἀπόλαυσε καὶ σωτηρία καὶ εὐλογία.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
ἐπιμέλεια κειμένου: Ἑλένη Λιναρδάκη,
φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
• https://melodos.com/
• Ἁγίου
Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας Ἅπαντα τὰ ἔργα, πατερικὲς ἐκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμᾶς», ἐκδ.
οἶκος «Τὸ Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 2003, τόμος 14, «Ὑπόμνημα εἰς τοὺς Ψαλμοὺς
Α΄-Μ΄», κεφάλαιο 11ο, σελ. 46-59.
• Παν.
Τρεμπέλα, Ἡ Καινὴ Διαθήκη μετὰ συντόμου ἑρμηνείας, ἐκδ. Ὁ Σωτήρ, Ἀθήνα 1997
• http://www.greek-language.gr/
• http://users.sch.gr
• http://users.sch.gr/
www.impantokratoros.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου