xristianorthodoxipisti.blogspot.gr ΟΡΘΟΔΟΞΑ ΚΕΙΜΕΝΑ / ΑΡΘΡΑ
Εθνικά - Κοινωνικά - Ιστορικά θέματα
Ε-mail: teldoum@yahoo.gr FB: https://www.facebook.com/telemachos.doumanes

«...τῇ γαρ χάριτί ἐστε σεσωσμένοι διά τῆς πίστεως· και τοῦτο οὐκ ἐξ ὑμῶν, Θεοῦ τὸ δῶρον, οὐκ ἐξ ἔργων, ἵνα μή τις καυχήσηται. αὐτοῦ γάρ ἐσμεν ποίημα, κτισθέντες ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ ἐπι ἔργοις ἀγαθοῖς, οἷς προητοίμασεν ὁ Θεός ἵνα ἐν αὐτοῖς περιπατήσωμεν...» (Εφεσίους β’ 8-10)

«...Πολλοί εσμέν οι λέγοντες, ολίγοι δε οι ποιούντες. αλλ’ούν τον λόγον του Θεού ουδείς ώφειλε νοθεύειν διά την ιδίαν αμέλειαν, αλλ’ ομολογείν μεν την εαυτού ασθένειαν, μη αποκρύπτειν δε την του Θεού αλήθειαν, ίνα μή υπόδικοι γενώμεθα, μετά της των εντολών παραβάσεως, και της του λόγου του Θεού παρεξηγήσεως...» (Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής p.g.90,1069.360)

Η ορθόδοξη πίστη είναι το παν.

Η ορθόδοξη πίστη είναι το παν
Οι άγιοι για τους οποίους μιλάει ο Παύλος, στην προς Εβραίους επιστολή του (κεφ. 11), και όσοι έζησαν μαζύ τους, δεν τελειώθηκαν επειδή έχυσαν το αίμα τους, αλλά δικαιώθηκαν με την πίστη και μέχρι σήμερα θαυμάζονται, γιατί ήσαν έτοιμοι να υποστούν ακόμη και θάνατο, για την ευσέβειά τους στον Κύριο... Λοιπόν και μείς τώρα καλούμαστε να αγωνισθούμε για το παν, για την πίστη μας. Επειδή δε το ζήτημά μας τώρα είναι ή να αρνηθούμε ή να τηρήσουμε την πίστη, οφείλουμε να έχουμε την φροντίδα αλλά και την πρόθεση να φυλάξουμε αυτά που παραλάβαμε και να θυμούμαστε συνεχώς την πίστη, που διατυπώθηκε στη Νίκαια. (Μέγας Αθανάσιος)
Ο ΔΕ ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΕΙΛΙΟΣ ΛΕΓΕΙ ΣΤΟΝ Α΄ ΚΑΝΟΝΑ ΤΟΥ ΟΤΙ ,ΟΙ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΟΙ ΚΑΙ ΑΝ ΑΚΟΜΑ ΧΥΣΟΥΝ ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΟΥΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΘΑ ΕΧΟΥΝ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΚΟΛΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΕΣ! ΔΙΟΤΙ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΕΙΣ ΑΠΟΛΕΙΑΝ ΠΟΛΩΝ! ΦΕΥΓΕΤΑΙ ΛΟΙΠΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΟΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ,ΚΑΙ ΨΑΞΤΑΙ ΝΑ ΒΡΗΤΑΙ ΤΗΝ ΑΛΗΘΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ! ΔΙΟΤΙ ΑΝ ΚΑΙ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΟΛΕΣ ΣΥΝΟΔΟΙ ΠΟΥ ΛΕΝΕ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ,ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΨΕΜΑ ΚΑΙ ΠΛΑΝΗ ! ΜΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟ ΧΕΡΙ ΚΑΘΕ ΠΙΣΤΟΥ ΚΑΛΟΠΡΟΑΙΡΕΤΩΣ ΝΑ ΨΑΞΕΙ ΝΑ ΤΗΝ ΒΡΗ ΚΑΙ ΝΑ ΓΙΝΗ ΜΕΛΟΣ ΤΗΣ ΚΑΙ ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ ΑΔΙΑΙΡΕΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ!!
ΣΤΩΜΕΝ ΚΑΛΩΣ , ΠΡΟΣΟΧΗ ! ΜΗΝ ΠΛΑΝΑΣΘΕ ΑΠΟ ΨΕΥΤΟΠΟΙΜΕΝΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΙΕΡΟΣΥΝΗ ! ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΤΡΑΓΙΚΟ! Ο ΣΩΣΤΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΠΟΙΜΕΝΑΣ ΔΕΝ ΑΡΚΕΙΤΑΙ ΣΤΑ ΛΟΓΙΑ ΑΛΛΑ ΕΦΑΡΜΟΖΕΙ ΚΑΙ ΜΙΜΗΤΑΙ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΥΠΟΛΟΓΙΖΕΙ ΤΗΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ !!







Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΚΑΙ ΟΙ ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ

Πρωτοπρεσβυτέρου Ιωάννου Φωτοπούλου
εφ. του Ιερού Ναού Αγ. Παρασκευής Αττικής.



Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης γράφει εκ μέρους των Αποστόλων: «Ό ην απ’ αρχής, ό ακηκόαμεν, ό εωράκαμεν τοις οφθαλμοίς ημών, ό εθεασάμεθα και αι χείρες ημών εψηλάφησαν, περί του λόγου της ζωής· και η ζωή εφανερώθη, και εωράκαμεν και μαρτυρούμεν και απαγγέλομεν υμίν την ζωήν την αιώνιον...ίνα και υμείς κοινωνίαν έχητε μεθ’ ημών˙ και η κοινωνία δε η ημετέρα μετά του Πατρός και του Υιού αυτού Ιησού Χριστού...» (Α΄ Ιωαν. 1, 1-3). Παραδίδει εδώ ο Ευαγγελιστής στους χριστιανούς την πίστη εις τον Ιησούν Χριστόν, ως ζωήν αιώνιον. Τους καλεί όχι να πιστεύσουν αφηρημένα στον Χριστό. Τους καλεί στην Εκκλησία, στην κοινωνία των Αποστόλων που εγνώρισαν τη αληθεία και εμπειρία τον Χριστό, τη διδασκαλία Του, τα θαύματά Του, το πάθος και την ανάστασή Του που ήσαν, όπως γράφει ο ευαγγελιστής Λουκάς, «αυτόπται και υπηρέται του Λόγου» (Λουκ. 1, 1-2).

Η παράδοσις της πίστεως γίνεται από γενεά σε γενεά κατά την αποστολική διαδοχή. Πρόκειται για την πολύτιμη παρακαταθήκη, η οποία παραδίδεται από τους Αποστόλους στους μαθητές τους: «Την καλήν παραθήκην φύλαξον δια Πνεύματος Αγίου του ενοικούντος εν ημίν» ( Β΄ Τιμ. 1, 14). Κι αυτοί με τη σειρά τους την παραδίδουν στους χριστιανούς αλλά και στους διαδόχους τους επισκόπους κατά τη χειροτονία.

Η παράδοσις της πίστεως όμως δεν είναι μια απλή μετάδοσις διδασκαλίας και αρχών περί του προσώπου του Χριστού. Συνδέεται κατ’ απόλυτο τρόπο με την παράδοση του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας.

Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός «παρεδόθη δια τα παραπτώματα ημών» (Ρωμ. 4, 25). Παρεδόθη εις θάνατον και ταυτόχρονα παρέδωσε σε μας δια των Αποστόλων τον Εαυτό του, το Σώμα του και το Αίμα Του, κατά την παράδοση του Μυστηρίου της Θ. Ευχαριστίας.

Γράφει ο Απ. Παύλος στην Α΄ προς Κορινθίους Επιστολή εκφρά ζοντας την πίστη και εμπειρία των λοιπών παρόντων στο Μυστικό Δείπνο Αποστόλων: «Εγώ γαρ παρέλαβον από του Κυρίου , ό και πα ρέδωκα υμίν, ότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός εν τη νυκτί η παρεδίδοτο έλαβεν άρτον και ευχαριστήσας έκλασε και είπε· λάβετε φάγετε· τούτό μου εστι το σώμα το υπέρ υμών κλώμενον˙....ωσαύτως και το ποτήριον μετά το δειπνήσαι λέγων ˙ τούτο το ποτήριον η καινή διαθήκη εστίν εν τω εμώ αίματι» ( Α΄Κορ. 11).

Πιστεύει κανείς στο Χριστό κοινωνώντας το Σώμα και το Αι μα Του και κοινωνεί αληθινά εις ζωήν αιώνιον πιστεύοντας και ομο λογώντας τη Θεότητα του Χριστού, την Ανάσταση, την Ανάληψη, τη Δευτέρα Του Παρουσία. Γι’ αυτό γράφει ο απ. Παύλος: «οσάκις γαρ αν εσθίητε τον άρτον τούτον και το ποτήριον τούτο πίνητε, τον θάνατον του Κυρίου καταγγέλλετε, άχρις ου αν έλθη» (Α΄ Κορ. 11, 26). Όμως η θεία Ευχαριστία δεν τελείται κατά τυχαίο τρόπο. Ακόμη και προ της διαμορφώσεως της τάξεως της Θ. Λειτουργίας υπάρχουν στοιχεία της τελέσεώς της τα οποία είναι παραδεδομένα α γ ρ ά φ ω ς από τους Αποστόλους και τους διαδόχους τους. Και όχι μόνο τα σχετικά με τη Θ. Λειτουργία, αλλά και όσα είναι συνημμένα με τη Θ. Ευχαριστία, με το Άγιο Βάπτισμα, με την προσευχή και εν γένει την ορθόδοξη Λατρεία. Αυτό το βεβαιώνει ο Μ. Βασίλειος, όταν γράφει προς τον Αμφιλόχιον Ικονίου :

«Ποιος δίδαξε εγγράφως να σφραγίζονται με τον τύπο του Σταυρού όσοι ελπίζουν στο όνομα του Κυρίου Ιησού Χριστού; Το να στρεφόμαστε προς ανατολάς κατά την προσευχή, που είναι γραμμένο; Τους λόγους που λέγομε κατά την αγία αναφορά ποιος άγιος μας τα κατέλιπε εγγράφως; ..... Ευλογούμε το νερό του βαπτί σματος και το έλαιο της χρίσεως και αυτόν που βαπτίζουμε. Από ποια έγγραφα τα μάθαμε αυτά; δεν τα έχουμε από τη σιωπηρή και μυστική παράδοση; Το πως να χρίουμε τον βαπτιζόμενο, το να τον βαπτίζουμε τρεις φορές στο νερό, το να αποτάσσεται τον Σατανά και τους αγγέ λους του και όσα άλλα περιλαμβάνει το μυστήριο του Βαπτίσματος, από που τα έχουμε; Δεν τα έχουμε από την αδημοσίευτη και απόρ ρητη διδα σκα λία, την οποία οι Πατέρες μας φύλαξαν μέσα σε σιγή χω ρίς πολυ πρα γ μοσύνη και χωρίς να την περιεργάζονται»;

Αυτά λέγει ο Μ. Βασίλειος και καταλήγει: «Δε θα μου φθάσει η ημέρα για να διη γηθώ τα μυστήρια της Εκκλησίας».

Έτσι όλη η λατρευτική ζωή της Εκκλησίας έχοντας την αρχή της στην Αγία Γραφή, ολοκληρώνεται με την παραδεδομένη υπό των Αποστόλων και των Αγίων Πατέρων Παράδοση. Κατά την τέλεση των Μυστηρίων του Βαπτίσματος και της Θείας Ευχαριστίας δίδεται και η ομολογία της πίστεως. Εκεί βρίσκεται επομένως και η ρίζα της Θεολογίας. Και αυτή η ομολογία υπάρχει εξ αγράφου παραδόσεως. Λέει πάλι ο Μ. Βασίλειος :

«Την ομολογία της πίστεως, δηλ. το να πιστεύουμε στον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, από ποια συγγράμματα την έχουμε; αν επί τη βάσει της παραδόσεως του βαπτίσματος ... όπως βαπτιζόμεθα, έτσι οφείλουμε και να πιστεύουμε, τότε ας μας επιτρέψουν από συ νέπεια στην ευσέβεια να προσφέρουμε την δοξολογία κατά όμοιο με την πίστη τρόπο». Τα τρία αυτά, Βάπτισμα, Ομολογία Πίστεως και Δοξολογία, κύρια συστατικά της ζωής της Εκκλησίας βασίζονται στην άγραφη παράδοση των Αποστόλων και των διαδόχων τους. Κι έχει τόση δύναμη ώστε, αν επιχειρήσουμε, κατά τον Μ. Βασίλειο να εγκαταλείψουμε τα άγραφα έθη θα ζημιώσουμε στα καίρια σημεία το Ευαγγέλιο μάλλον θα καταντήσει η πίστη κενή περιεχομένου. Έτσι και η έγγραφη διδασκαλία της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης και η άγραφη παράδοση των Αποστόλων και των Πατέρων, «αμφότερα την αυτήν ισχύν έχει προς την ευσέβειαν».

Πέραν της λατρείας, μάλλον σαν προέκτασή της και συνέπειά της και προβολή της, όλη η ζωή της Εκκλησίας, η διοίκησή της, το ήθος των κληρικών, λαϊκών και μοναχών η άσκησή τους η μετοχή τους στα Μυστήρια, το Βάπτισμα, ο Γάμος, η στάσις έναντι των αιρετικών, ο Κανόνας της Αγίας Γραφής και άλλα πολλά ζητήματα έχουν ως οδηγό και ρυθμιστή τους την Παράδοση της Εκκλησίας. Ο ίδιος ο Απ. Παύλος ζητεί από τους χριστιανούς: «στήκετε και κρατείτε τας παραδόσεις , ας εδιδάχθητε είτε δια λόγου είτε δι’ επιστολής υμών» (Β΄ Θεσ.). Τους επαινεί διότι όπως γράφει «καθώς παρέδωκα υμίν τας παραδόσεις, ούτω κατέχετε». Και ψέγει αυτούς οι οποίοι παρά την παράδοση των αποστόλων δεν εργάζονται (Β΄ Θεσ 3, 6). Αυτή η Παράδοση είναι η εν Αγίω Πνεύματι εμπειρία της Εκκλησίας, όπως παρεδόθη από τους Αποστόλους, όπως βιώθηκε υπό του Σώματος της Εκκλησίας και καταγράφηκε υπό των αγίων Πατέρων, ιδία των αγίων επισκόπων οι οποίοι ήσαν «εκείνοι, που με την επισκοπικήν διαδοχήν έχουν δεχθεί το βέβαιον χάρισμα της αληθείας» qui cum episcopatus successione charisma veritatis certum acceperunt, κατά τον Άγιο Ειρηναίο.

Ορισμός της Παραδόσεως. Η θέση της και η λειτουργία της μέσα στην Εκκλησία

Στο σημείο αυτό χρειάζεται να ορίσουμε καλλίτερα και επιστημονικότερα την Παράδοση της Εκκλησίας. Πολλά έχουν ειπωθεί ως ορισμός της Παραδόσεως στην προσπάθεια των θεολόγων να εμβαθύνουν στο νόημά της (η και στην προσπάθειά τους να την καταστήσουν ένα εργαλείο κατάλληλο για «ανανέωση» της εκκλησιαστικής ζωής η υπονομεύσεως του περιεχομένου της), όπως βιώνεται από την Εκκλησία. Έτσι για τον Λόσκυ Παράδοσις είναι «η ζωή του Αγίου Πνεύματος εν τη Εκκλησία, μεταδίδοντος εις παν μέλος του Σώματος του Χριστού να εννοήση, δεχθη και γνωρίση την Αλήθειαν εν τω ιδίω Αυτής Φωτί ... και ουχί κατά το φυσικόν φως της ανθρωπίνης λογικής». Για τον π. Γ. Φλωρόφσκυ Παράδοσις είναι: «η σταθερή παραμονή, η συνεχής ενοίκηση του Πνεύματος και όχι η μνήμη των λέξεων, δεν είναι ιστορική αλλά «χαρισματική» αρχή. ...δεν είναι η συνέχεια της ανθρώπινης μνήμης ή η διατήρηση ηθών και εθίμων, είναι η συνέχεια της θείας συμπαραστάσεως, η διαρκής παρουσία του Αγίου Πνεύματος που κινεί την Εκκλησία σε ολοένα και πληρέστερη κατανόηση της θείας αλήθειας «από δόξης εις δόξαν» ... Για τον π. Δημ. Στανιλοάε «Παράδοση είναι η ζωή της Εκκλησίας, είναι ο όρος δια του οποίου αύτη διατηρείται ζώσα και αναλλοίωτος». Απ’ όλες αυτές τις γνώμες περί της παραδόσεως κι άλλες περισσότερες προτιμούμε αυτήν του αγίου Γέροντος Ιουστίνου Πόποβιτς. Γράφει:

«Τι είναι «αι παραδόσεις ημών»; Πάντα όσα ο Θεάνθρωπος Χριστός, ο Ίδιος και δια του Αγίου Πνεύματος, έδωσε εντολήν να κρατώμεν και κατ’ αυτά να ζώμεν˙ παν ό,τι παρέδωκεν εις την Εκκλησίαν Του, εν τη οποία κατοικεί διαρκώς ο ίδιος μετά του Αγίου Πνεύματός Του ... «Αι παραδόσεις» μας είναι η νέα ζωή της Χάριτος εν Αγίω Πνεύματι ... Πάντα όσα παρεδόθησαν εις τους Αποστόλους υπό του Σωτήρος Χριστού και του Αγίου Πνεύματος, αποτελούν ακριβώς «την Παράδοσιν», την Αγίαν Παράδοσιν, δηλ. όλην την διδασκαλίαν του Σωτήρος και όλας τας ζωοποιούσας ενεργείας δια την πραγμάτωσιν της διδασκαλίας ταύτης εις την ζωήν των ανθρώπων. Ταύτα πάντα παρέδωσαν εις ημάς «είτε δια λόγου είτε δι’ επιστολής». Η παράδοσις είναι εν μέρει γεγραμμένη, ενώ κατά το πλείστον παρεδόθη προφο ρι κώς, αλλ’ όμως όλα μαζί αποτελούν την Θείαν Αποκάλυψιν, δηλ. το Ευαγγέλιον του Χριστού, το Ευαγγέλιον της σωτηρίας, το παραδοθέν υπό του Θεού εις την Εκκλησίαν δια την σωτηρίαν του ανθρωπίνου γένους «από του νυν έως του αιώνος» ... Το γραπτόν Ευαγγέλιον συμπληρώνεται με το άγραφον Ευαγγέλιον της Εκκλησίας και υπ’ αυτού ερμηνεύεται δια της ενεργείας της χάριτος του Αγίου Πνεύματος του κατοικούντος εν τη Εκκλησία. Όντως όλα αυτά εν τη Εκκλησία αποτελούν μίαν ολότητα, εν ζων πνευματικόν σώμα, η γραπτή δηλαδή και άγραφος παράδοσις. Διο και ο ιερός Χρυσόστομος λέγει: «Παράδοσις εστί, μηδέν πλέον ζήτει» (P.G. 62, 488), διότι εν αυτή ευρίσκεται παν ό, τι είναι αναγκαίον δια την σωτηρίαν των ανθρώπων και δια την αιώνιόν των ζωήν, εν τω παρόντι και εν τω μέλλοντι αιώνι ... Με μίαν λέξιν, η θεία, η θεανθρωπίνη Παράδοσις είναι το παραδίδειν δια μέσου των αιώνων και των γενεών αυτόν τούτον τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, μετά πασών των θείων α ληθειών και των εντολών, των χαρίτων (των μυστηρίων) και των αρετών Αυτού, ως ζώντα Θεόν και Σωτήρα, εν τη Εκκλησία και ως Εκκλησίαν...» ( Άνθρωπος και Θεάνθρωπος σ. 201-202).

Αυτή η «ολότητα ... η γραπτή και άγραφος παράδοσις» φυλάσσεται από την Εκκλησία ως θησαυρός πολυτίμητος και καθοδηγεί την Εκκλησία, το Σώμα των πιστών και ως προς την πίστη και ως προς το ήθος και την καθόλου ζωή. Όμως εξ αρχής, η Εκκλησία ως θεανθρώπινος οργανισμός αντιμετώπισε προβλήματα ως προς την πίστη, τη λατρεία, το ήθος και την εν γένει ποιμαντική της εξ αιτίας αμφισβητήσεως από μέρους κάποιων χριστιανών και εξ αιτίας των αιρέσεων και άλλων αναφυομένων πρακτικών ζητημάτων τα οποία απαιτούσαν επείγουσα λύση. Έτσι οι ποιμένες, οι Απόστολοι κατ’ αρχάς και οι διάδοχοί τους, οι Άγιοι Πατέρες και επί μέρους αλλά και εν Συνόδω έλυναν τα ζητήματα της Πίστεως με Όρους και τα υπόλοιπα θέματα με αποφάσεις τους, με Κανόνες προφορικούς στην αρχή και γραπτούς στη συνέχεια. Αντλούσαν για όλες τις αποφάσεις τους από την ακένωτη πηγή της εγγράφου και αγράφου παραδόσεως. Οι Απόστολοι ελάμβαναν πάντοτε υπ’ όψιν τους το πνεύμα, τον «νουν» των θείων Γραφών, την προφορική διδασκαλία του Κυρίου· οι διάδοχοι τους, οι Αποστολικοί Πατέρες, την Αγία Γραφή, την προφορική διδασκαλία και την πρακτική των Αποστόλων και τους Κανόνες τους· και οι μετ’ αυτούς Πατέρες πλην των ανωτέρω, τους προ αυτών Πατέρες και τους Κανόνες των τοπικών και Οικουμενικών Συνόδων. Ελάμβαναν υπ’ όψιν επίσης και οι Απόστολοι και οι Πατέρες την αδυναμία των ανθρώπων, τον τόπο και τον χρόνο, τη συνήθεια που επικρατούσε. Όλα όμως τα αποφάσιζαν με την επιστασία, το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος και την Παράδοση. Δεν διεχώριζαν, ως πράγμα αδύνατο, την Πίστη από το ήθος και τα προβλήματα, τα οποία ετίθεντο ενώπιόν τους ζητούντα επιτακτική λύση. Έτσι επλουτίζετο η Παράδοσις, η εμπειρία της Εκκλησίας.

Η άγραφη παράδοση βασικός παράγοντας διαμορφώσεως των θεσμών της Εκκλησίας

Εδώ θέλουμε να επιμείνουμε στην άγραφη παράδοση, ως ένα εκ των πλέον καθοριστικών παραγόντων για την διαμόρφωση της Θ. Λατρείας, τον τρόπο τελέσεως των μυστηρίων αλλά και τη θέσπιση των γραπτών Κανόνων υπό των επί μέρους Πατέρων και των Συνόδων. Οι άγιοι Πατέρες δεν δημιούργησαν τη Θ. Λατρεία εκ του μη όντος, δεν κατέγραψαν στα ευχολόγια τον τρόπο τελέσεως του Βαπτίσματος και της Θ. Ευχαριστίας (το είδαμε αυτό στα λεχθέντα του Μ. Βασιλείου) εκ του ευσεβούς λογισμού τους αλλά άρμοσαν όλη τη λατρεία επί τη βάσει των παραδόσεων των Αποστόλων. Και οι διάδοχοί τους με φόβο Θεού προσέθεταν τη επιστασία του Αγίου Πνεύματος πάνω στο θεμέλιο αυτό πολύ αργά και προσεκτικά προς ωφέλεια και πνευματική προκοπή των πιστών άλλους πολύτιμους λίθους που δοκιμάζονταν από το Σώμα της Εκκλησίας για τη σταθερότητα, την τελειότητα, την ομορφιά, την αρτιότητα, το δέσιμό τους με την υπόλοιπη οικοδομή, η οποία ηύξανε εν Κυρίω. Αντιστοίχως δε νομοθετούσαν, όπως οι σημερινοί κοσμικοί νομοθέτες δηλ. αυθαίρετα κατά την γνώμη και κρίση τους, η τη γνώμη των αρχόντων, η κολακεύοντας τους αρχομένους κλπ. Εθέσπιζαν κατά το πνευματικό συμφέρον των πιστών, της Εκκλησίας, έχοντας κατά νουν την αγία Γραφή, αλλά και την εμπειρία του Σώματος της Εκκλησίας, αυτό το οποίο εβίωναν ανέκαθεν οι χριστιανοί, ως ορθό, θεάρεστο, συμβατό με το λόγο του Θεού και ωφέλιμο για τον καθένα και για όλους («εξ ενός γαρ άπαντες και του αυτού Πνεύματος αυγασθέντες, (οι Πατέρες) ώρισαν τα συμφέροντα», κατά τον Α΄Κανόνα της Ζ΄Οικουμ. Συνόδου) ή σε κάποιες περιπτώσεις αυτό που η τοπική εκκλησία ζούσε. Έτσι οι Αποστολικοί Κανόνες, οι οποίοι παρεδόθησαν, κατά τον Β΄ Κανόνα της Στ΄ Οικουμενικής Συνόδου «ονόματι των αγίων ... Αποστόλων», καταγράφουν τη διδασκαλία των Αποστόλων, αλλά και την εμπειρία της Εκκλησίας. Πάνω σ’ αυτό το θεμέλιο της Παραδόσεως, εγγράφου και αγράφου στη διδασκαλία του Κυρίου, των Αποστόλων και στους αποστολικούς Κανόνες οικοδόμησαν οι Άγιοι Πατέρες το αρχιτεκτόνημα του συνόλου των Ι. Κανόνων. Δεν υπάρχει αυθαιρεσία στις αποφάσεις τους. Κι όταν «τέμνουν» μια διαφορά μεταξύ επισκόπων η τοπικών εκκλησιών, όταν λύνουν μια αμφισβήτηση, όταν καθιερώνουν μια πρακτική, πάντοτε πυξίδα τους είναι η ιερά Παράδοσις. Γι’ αυτό και το Σώμα των Ι. Κανόνων έγινε και γίνεται δεκτό από την Ορθόδοξη Εκκλησία, που δεν έχει ανάγκη για να ρυθμίσει τη ζωή της από έναν Codex Juris Canonici (Κώδικα κανονικού δικαίου), όπως οι παπικοί, ένα ασφυκτικό νομοθέτημα κατά τα πρότυπα του κοσμικού δικαίου αλλά έχει μέσα στη ζωή της την εμπειρία της Εκκλησίας, την εμπειρία των Αγίων αποκρυσταλλωμένη στους ιερούς Κανόνες. Εκεί μπορούν και πρέπει να εντρυφούν οι ποιμένες, Πρεσβύτεροι και Επίσκοποι, Μητροπoλίτες Πατριάρχες και Σύνοδοι και να αγάλλονται «ως αν τις εύροι σκύλα πολλά», (Β΄Κανών της Στ΄) δηλ. πολλά και πολύτιμα λάφυρα και να ρυθμίζουν ασφαλώς τα της Εκκλησίας.

Είναι τόση η δυναμική της ιεράς Παραδόσεως, ως εμπνεόμενη από τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος, ώστε δεν μπορεί κάποιος να διακρίνει πάντοτε στους ιερούς Κανόνες τις γραπτές ρίζες και την αφετηρία τους. Για παράδειγμα ο Κ΄ Κανών της Α΄ Οικουμ. Συνόδου, ο Ϟ΄ της Στ΄, ο ΙΕ΄ του Πέτρου Αλεξανδρείας και ο Ϟα΄ του Μ. Βασιλείου επιτάσσουν να μην κλίνουμε γόνυ την Κυριακή. Υπόβαθρο όλων αυτών των αποφάσεων ει ναι η ζώσα παράδοση που θεμελιώνεται στη ζώσα πίστη του Σώματος του Χριστού στην Ανάσταση και την μέλλουσα βασιλεία. Αυτήν την παράδοση επικαλούνται όλοι οι ανωτέρω Κανόνες. Ο Κ΄ της Α΄ λέγει: «Επειδή τινες εισιν εν τη Κυριακή γόνυ κλίνοντες και εν ταις της Πεντηκοστής ημέραις, υ π έρ τ ο ύ π α ν τ α ε ν π α σ η π α ρ ο ι κ ί α φ υ λ α τ τ ε σ θ α ι, εστώτας έδοξε τη αγία Συνόδω τας ευχάς αποδιδόναι τω Θεώ». Ζητεί η Σύνοδος να φυλάττωνται σε κάθε εκκλησιαστική σύναξη όλες οι παραδόσεις, μεταξύ των οποίων η ορθία στάση προσευχής κατά την Κυριακή. Ο 90ος της Στ΄: «Ταις Κυριακαίς μη γόνυ κλίνειν εκ των θεοφόρων ημών πατέρων κανονικώς παρελάβομεν...». Επικαλείται για την υποστήριξη της απαγορεύσεως της γονυκλισίας κατά την Κυριακή την παράδοση των Πατέρων. Ποιοί είναι αυτοί; Είναι ο ιερομάρτυς Πέτρος ο Αλεξανδρείας, ο οποίος γράφει: «την δε Κυριακήν χαρμοσύνης ημέραν άγομεν, δια τον αναστάντα εν αυτή, εν η ουδέ γόνυ κλίνειν παρειλήφαμεν». Και ο Άγιος Πέτρος λοιπόν λέγει ότι έχουμε παραλάβει να μην κλίνουμε γόνυ την Κυριακή. Είναι και ο Μ. Βασίλειος ο οποίος στην επιστολή του προς τον Αμφιλόχιον Ικονίου που προαναφέραμε, μέρος της οποίας συγκροτεί δύο Κανόνες του, τον 91ο και τον 92ο, περιλαμβάνει στα άγραφα της Παραδόσεως «τα εκ της των Αποστόλων παραδόσεως διαδοθέντα» το γεγονός ότι «ορθοί ποιούμεν τας ευχάς τη μια των Σαββάτων (δηλ. την Κυριακή)». Έτσι λοιπόν η επίκλησις των θεοφόρων πατέρων, η των Αποστόλων, ή η εντολή «του πάντα φυλάσσεσθαι» η το απλό «παρειλήφαμε» δηλ. έχουμε παραλάβει, δηλώνουν κατά τη γνώμη μας την εμπειρία, τη ζωή, την πρακτική όλης της Εκκλησίας, όπως εκφράστηκε δια της προφορικής η γραπτής διδασκαλίας των Αποστόλων και των αγίων Πατέρων.

Η επίκλησις υπό των Κανόνων της εκκλησιαστικής «συνηθείας». Καλή και «πονηρά» συνήθεια

Συχνά λοιπόν στους Κανόνες γίνεται επίκληση της Παραδόσεως με ποικίλους τρόπους και όρους. Ένας τρόπος είναι η επίκλησις του παλαιάς εκκλησιαστικής συνηθείας με τους όρους «αρχαίο έθος», «αρχαίος τύπος», «αρχαία συνήθεια» η «αρχαία παράδοσις». Έτσι ο ΝΗ΄ της εν Καρθαγένη περί της χειροτονίας επισκόπων επιτάσσει: «Ο αρχαίος τύπος φυλαχθήσεται, ίνα μη ήττονες τριών των ορισθέντων εις χειροτονίαν Επισκόπων αρκέσωσι». Μ’ αυτά τα λόγια ανανεώνει τον Αποστολικό Κανόνα, την αρχαία παράδοση που εδώ είναι τ ύ π ο ς δηλ. συγκεκριμένη εκκλησιαστική πρακτική.

«Τα αρχαία έθη κρατείτω» λέγει ο Στ΄ Κανών της Α' Οικουμ. προκειμένου να κατοχυρώσει την ποιμαντική εξουσία του Πατριάρχου Αλεξανδρείας επί των Μητροπόλεων της Αιγύπτου. Κι εδώ υπονοεί την Παράδοση της Εκκλησίας, όπως εκφράζεται στον ΛΔ΄ Αποστολικό Κανόνα, ο οποίος επιτάσσει ότι οι επίσκοποι κάθε έθνους πρέπει να αναγνωρίζουν έναν ως πρώτον και τίποτε να μην πράττουν χωρίς τη γνώμη του. Γράφει και ο Άγιος Νικόδημος στο Πηδάλιο ότι κάποιος επίσκοπος της Αιγύπτου με κάποια παρανομία του «έδωκε αιτίαν εις την Σύνοδον ταύτην να εκθέσουν τον παρόντα Κανόνα και να διωρίσουν όχι κανένα νέον, αλλά μόνον να επικυρώσουν τας τάξεις οπού εσώζοντο εκ παλαιάς συνηθείας όχι μόνον εις τους Πατριάρχας, αλλά και εις τους Μητροπολίτας κλπ». Βλέπουμε εδώ τη δύναμη της Παραδόσεως, η οποία δια της παλαιάς εκκλησιαστικής συνηθείας επιβεβαιωνει, ανανεώνει, ενεργοποιεί και καθιστά συγκεκριμένη την εφαρμογή του Αποστολικού Κανόνος. Έτσι γράφει ο άγιος Νικόδημος: «... η Σύνοδος ανανέωσε το αρχαίο έθος και πάλι επεσφράγισε». Το ίδιο και ο Η΄ Κανών της Γ ΄ Οικουμ. επιτάσσει οι κατά Κύπρον προεστώτες (δηλ. οι αρχιεπίσκοποι) να τελούν αυτοί μόνοι τους με τη Σύνοδό τους τις εκλογές και χειροτονίες των Επισκόπων της Κύπρου χωρίς την ανάμιξη του Πατριάρχου Αντιοχείας. Και επικαλείται ο Κανόνας «τους Κανόνας των οσίων Πατέρων και την αρχαίαν συνήθειαν» και διακηρύσσει ότι σε κάθε εκκλησιαστική επαρχία πρέπει να τηρείται η παλαιά τάξις «κατά το πάλαι κρατήσαν έθος». Το ίδιο συμβαίνει και για τα δίκαια, δηλ τη δικαιοδοσία, του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων («συνήθεια κεκράτηκε και παράδοσις αρχαία» λέγει ο Ζ΄ της Α΄ Οικουμενικής) ...

Όπως παρατηρούμε η επίκλησις του έθους η της συνηθείας είναι ισχυρό επιχείρημα. Αν και η συνήθεια είναι ανώνυμη δηλ. δεν ταυτίζεται με κάποιο πρόσωπο έχει μεγάλη δύναμη γιατί δεν πρόκειται για μια οποιαδήποτε ανθρώπινη συνήθεια αλλά για τη θεανθρώπινη παράδοση της Εκκλησίας, για το έθος που έγινε με την επιστασία του αγίου Πνεύματος καθολικά αποδεκτό. Λέγει και ο άγιος Νικόδημος «ότι ένθα ουκ έστι κανών η έγγραφος νόμος, κρατεί η καλή συνήθεια, η ορθώ λόγω και πολλοίς έτεσι δοκιμασθείσα και μη εγγράφω κανόνι η νόμω εναντιουμένη, τάξιν κανόνος και νόμου επέχουσα» (Πηδάλιον σ. ιθ΄). Γι’ αυτό έχει δίκιο ο Άγιος Βικέντιος ο εκ Λειρίνου, όταν λέγει: «teneamus quod ubique, quod semper, quod ab omnibus creditum est».

Βέβαια δεν επικρατεί στην Εκκλησία ως ευλογημένη πρακτική, οποιαδήποτε κακή συνήθεια. Και σ’ αυτό έχει δίκιο ο Άγιος Αυγουστίνος όταν λέει: «In Evangelio Dominus, Ego sum, inquit, veritas. Non dixit, Ego sum consuetudo » δηλ. στο Ευαγγέλιο ο Κύριος είπε: «Εγώ είμαι η αλήθεια», δεν είπε «Εγώ είμαι η συνήθεια», και ο άγιος Κυπριανός όταν λέει: «η αρχαιότης (δηλ. η αρχαία συνήθεια) χωρίς αλήθεια είναι ένα παμπάλαιο σφάλμα». Μ’ αυτά που λέγουν οι Πατέρες εννοούν ότι υπάρχουν κακές συνήθειες που δεν μπορούν να ισχύσουν μέσα στην Εκκλησία εις βάρος της Αληθείας.

Ο Α΄ κανόνας της εν Σαρδική τοπικής Συνόδου λέγει: «Ου τοσούτον η φαύλη συνήθεια, όσον η βλαβερωτάτη των πραγμάτων διαφθορά εξ αυτών των θεμελίων εστίν εκριζωτέα...». Αυτόν σχολιάζοντας ο άγιος Νικόδημος λέγει ότι «πρέπει να ανατρέπεται μεν κάθε κακή και ψυχοβλαβής συνήθεια, ....να στερεώνεται δε και να φυλάττεται κάθε συνήθεια καλή και ωφέλιμος». Έτσι οι Κανόνες λειτουργούν διπλά: επικυρώνουν η ανανεώνουν δηλ. κάμουν ενεργή κάθε συνήθεια της Εκκλησίας, τη ζωντανή της Παράδοση που είναι συμβατή με την αγία Γραφή και τη διδασκαλία των Πατέρων, και ακυρώνουν και εκριζώνουν, ως καταστροφική της αληθείας και της ενότητος της Εκκλησίας, κάθε βλαβερή η πονηρά συνήθεια των ανθρώπων, συμβατή με την φιλαυτία και τα πάθη.

Η μη επίκληση της Παραδόσεως υπό των Κανόνων δένσημαίνει αυθαιρεσία αποφάσεων εκ μέρους των Πατέρων

Εδώ πρέπει να πούμε ότι η απουσία της επικλήσεως της συνηθείας από τους περισσοτέρους Κανόνες δεν σημαίνει αυθαιρεσία στη λήψη άποφάσεως υπό των Πατέρων. Άλλοι Κανόνες μνημονεύουν την προϋπάρχουσα παράδοση, τη συνήθεια, ή τους πατέρες ή τους κανονικούς θεσμούς ή τας «εκκλησιαστικάς παραδόσεις ή τα παραδεδομένα» και άλλοι όχι.

Έτσι εκριζώνει η Εκκλησία δια του Α΄ Κανόνος της εν Σαρδική την «φαύλη συνήθεια» να μετατίθεται ο Επίσκοπος από μικρή σε μεγαλύτερη επαρχία, ο Ε΄ της Ζ΄ Οικουμ. την «πονηρά συνήθεια» να χειροτονούνται κληρικοί «δια δόσεως χρυσίου», ο ΛΒ΄ της ΣΤ΄ Οικουμ. την κακή συνήθεια των Αρμενίων να μην αναμιγνύουν ύδωρ με τον οίνο κατά τη Θεία ευχαριστία, μια συνήθεια που «καινίζει τα παραδεδομένα» και είναι αντίθετη από τη «θεόσδοτο τάξη» η οποία «κρατεί» στην Εκκλησία, ο 90ος της ΣΤ΄ Οικουμ. την κακή συνήθεια κάποιων χριστιανών να γονατίζουν την Κυριακή, ο 99οςς της ΣΤ΄ την ιουδαϊκή συνήθεια να προσφέρουν οι Αρμένιοι χριστιανοί μέσα στο άγιο Βήμα ψημένα κρέατα, ο ΠΑ΄ της ΣΤ΄ Οικουμ. την συνήθεια να προσθέτουν στον Τρισάγιο Ύμνο μετά το «άγιος αθάνατος» τη φράση «ο σταυρωθείς δι’ ημάς», ο Ε΄ Αποστολικός, τη συνήθεια κάποιων κληρικών «προφάσει ευλαβείας» να διώχνουν τις συζύγους τους, ο ΞΔ΄ την κακή συνήθεια της νηστείας του Σαββάτου ο ΞΒ΄ τη συνήθεια να φορούν οι χριστιανοί κωμικά προσωπεία τη Μ. Τεσσαρακοστή κ.λ.π.

Από την άλλη ο ΙΒ΄ Κανών της ΣΤ΄ Οικουμενικής επισφραγίζει τη συνήθεια της αγαμίας των επισκόπων, αποβλέπων στην ωφέλεια των πιστών. Ο Ζ΄ της Β΄ Οικουμ. κατοχυρώνει κατά γράμμα την εκκλησιαστική πράξη της χρίσεως με το Άγιο Μύρο «σφραγιζομένους... τω Αγίω Μύρω, το τε μέτωπον και τους οφθαλμούς, και τας ρίνας και το στόμα και τα ώτα και σφραγίζοντες αυτούς λέγομεν Σφραγίς δωρεάς Πνεύματος Αγίου και των εξορκισμών: εξορκίζομεν αυτούς μετά το εμφυσάν τρίτον εις το πρόσωπον και εις τα ώτα». Μαζί μ’ αυτά, με διασταλτική ερμηνεία ο Κανόνας αυτός κατοχυρώνει και όλη την υπό των Αγίων Αποστόλων και Πατέρων διαμορφωθείσα εν αγίω Πνεύματι Λατρεία της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ο Ζ΄ της Ζ΄ Οικουμ. ανανεώνει το έθος των εγκαινίων των Ναών δια της καταθέσεως μαρτυρικών λειψάνων και μ’ αυτή την αφορμή ορίζει να ανανεωθούν τα εκκλησιαστικά έθη και να «κρατούν» δηλ. να ισχύουν «κατά την έγγραφον και άγραφον θεσμοθεσίαν». Την εμπειρία του εκκλησιαστικού σώματος από την αταξία των συμψαλλόντων αναδεικνύει ο ΙΕ΄ της εν Λαοδικεία ο οποίος, αντίθετα από την δια της βίας σήμερα επιβαλλομένης συμψαλμωδίας, επιτάσσει να ψάλλουν στην Εκκλησία μόνον οι κανονικοί ψάλτες και μάλιστα «από διφθέρας» δηλ. μέσα από τα λειτουργικά και μουσικά τους βιβλία. Ο ΚΖ΄ της ΣΤ΄ Οικουμ. επικυρώνει το εκ παραδόσεως έθος οι ιερείς να ενδύοντα όχι ενδύματα ανάρμοστα αλλά «στολαίς κεχρήσθω ταις ήδη τοις εν κλήρω καταλεγομένοις απονεμηθείσαις». Είναι πάλι αδιανόητο στην Εκκλησία να εξισώνονται κληρικοί και λαϊκοί. Γι’ αυτό απαγορεύεται η είσοδος των λαϊκών στο άγιο θυσιαστήριο, πολλώ μάλλον η μετάδοσις των αχράντων Μυστηρίων εντός αυτού κατά τον ΞΘ΄ της ΣΤ΄ Οικουμ. και τον ΙΘ΄ της εν Λαοδικεία. Εδώ πρέπει να πούμε ότι οι ιεροί Κανόνες επιτελούν και μια άλλη λειτουργία. Αναδεικνύουν την υπάρχουσα ευ ρύτερη παράδοση. Έτσι επί τη βάσει του εν λόγω Κανόνος, ο οποίος ομιλεί περί του αβάτου του αγίου θυσιαστηρίου, είναι ανεπίτρεπτο να τελείται η Θ. Λειτουργία εκτός του αγίου Βήματος σε κοινή θέα θεατρικού τύπου, πάνω σε τραπεζάκια, όπως τελείται σήμερα η Θ. Λειτουργία του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου, δήθεν αρχαιοπρεπώς, έχοντας υποστεί ποικίλες διορθώσεις - λέγε διαστρεβλώσεις (βλ. π. Βασιλείου Σπηλιοπούλου Η λεγομένη Λειτουργία του Ιακώβου, ο Δούρειος Ίππος της «Λειτουργικής αναγεννήσεως», ww.orthros .org).

Η επανάληψη των Ι. Κανόνων δηλώνει τη σταθερή και βεβαία παράδοση της Εκκλησίας.

Υπάρχουν ιεροί Κανόνες οι οποίοι επανέρχονται στα ίδια θέματα και επιτάσσουν τα ίδια, όπως οι Κανόνες που απαγορεύουν τις συμπροσευχές. 13 Κανόνες τοπικών και Οικουμενικών Συνόδων και επί μέρους Πατέρων απαγορεύουν τις συμπροσευχές (π. Αναστασίου Γκοτσοπούλου Η Συμπροσευχή με αιρετικούς). Σ’ αυτές διακρίνει κανείς το φρόνημα όλης της Εκκλησίας η οποία από τους λόγους τους Κυρίου «προσέχετε από των ψευδοπροφητών», των αγίων Αποστόλων «εισελεύσονται μετά την άφιξίν μου λύκοι βαρείς μη φειδόμενοι του ποιμνίου» και «ει τις έρχεται προς υμάς και ταύτην την διδαχήν ου φέρει, μη λαμβάνετε αυτόν εις οικίαν, και χαίρειν αυτώ μη λέγετε» και των Αγίων Πατέρων μέχρι την αποχώρηση των ιερέων και λαϊκών κατά τη μνημόνευση του Πάπα στην Κων/πολη μετά την ψευδο-ένωση Φερράρας – Φλωρεντίας, έχει τη συνείδηση ότι είναι αδύνατο οντολογικώς, αυτοί που δεν συνάπτονται με τον Κύριο σε ένα Σώμα δια του αγίου βαπτίσματος να συνάπτονται με τους ορθοδόξως βαπτισμένους σε κοινή προσευχή είτε κατ’ οίκον είτε επ’ εκκλησίας. Γι’ αυτό είναι αστασίαστη, δηλ. ενιαία, η διδασκαλία των αγίων Πατέρων και των Συνόδων για την απαγόρευση των συμπροσευχών.

Το ίδιο συμβαίνει και με τα κωλύματα της ιερωσύνης. Οκτώ Ιεροί Κανόνες απαγορεύουν τη χειροτονία όσων υπέπεσαν σε θανάσιμα αμαρτήματα (ΚΕ΄ ,ΞΑ΄ Αποστ., Θ΄ της Α΄ Οικουμ., Νεοκαισ. Θ΄ Ι΄ Θεοφίλου Γ΄, Ε΄ ΣΤ΄ Οικουμ) ή απαιτεί την καθαίρεση αν υπέπεσαν μετά τη χειροτονία σ’ αυτά η τα ομολόγησαν μετά. Κι αυτό γιατί αυτή ει ναι η συνείδηση της Καθολικής Εκκλησίας, όπως αναφέρει ο Θ΄ της Α΄ Οικουμ.: «το γαρ ανεπίληπτον εκδικεί η Καθολική Εκκλησία». Αυτή η συνείδησις τη διαρκή παρουσία του αγίου Πνεύματος παραμένει στην Εκκλησία η αυτή, σταθερή και αμετακίνητη. Είναι αδύνατο να αποδεχθεί το σώμα της Εκκλησίας, ως αληθείς ποιμένες όσους επέδειξαν μεμολυσμένο κι ακάθαρτο βίο έστω και πρόσκαιρα, διότι πρέπει να είναι καθαρός σε όλα, «ανεπίληπτος» κατά τον Απόστολο, όποιος τελεί την αναίμακτη ιερουργία αλλά και τα άλλα μυστήρια και έχει την ποιμαντική φροντίδα του λαού.

Παρόμοιες είναι οι περιπτώσεις της απαγορεύσεως μεταθέσεως των επισκόπων και της καθαιρέσεως των δια χρημάτων χειροτονηθέντων. Όλα εκφράζουν τη διαχρονική συνείδηση της Εκκλησίας, όπως παραδίδεται δια μέσου των γενεών δια της χειροτονίας και της αυθεντικής διδασκαλίας των αγίων Πατέρων.

Η Παράδοσις, ως ζώσα εμπειρία και διαχρονική συνείδηση της Εκκλησίας, επεκτείνει σε βάθος και πλάτος το πνεύμα των Ιερών Κανόνων.

Ερχόμαστε τώρα σε μια άλλη πολύ λεπτή πτυχή της εκκλησιαστικής Παραδόσεως. Η Παράδοσις, η οποία, όπως είπαμε, αφορά και αγκαλιάζει ολόκληρη τη ζωή της Εκκλησίας, δια των Ιερών Κανόνων επικυρώνεται, συγκεκριμενοποιείται και λύνει κάθε παρανόηση και παρεξήγηση των μελών της Εκκλησίας. Όμως η δυναμική της δεν περιορίζεται στους ιερούς Κανόνες. Μιλήσαμε για την άγραφη παράδοση ως βασικό παράγοντα στη διαμόρφωση των Κανόνων. Η Ζ΄ Οι κουμ. Σύνοδος λέγει ότι πρέπει να τηρείται στην Εκκλησία η «έγγραφος και άγραφος θεσμοθεσία». Πολλές φορές ένας μεταγενέστερος Κανόνας φανερώνει μια προϋπάρχουσα στη ζωή της Εκκλησίας παράδοση, μάλιστα στη ρύμη του λόγου, όπως οι ΙΓ΄, ΙΔ΄, ΙΕ΄ της Πρωτοδευτέρας Συνόδου (861) οι οποίοι αναφέρουν ρητώς ως υποχρεωτική τη μνημόνευση του επισκόπου κατά τη Θ. Λειτουργία (πλην των περιπτώσεων αποτειχίσεώς του). Αυτό γινόταν ανέκαθεν, αλλά αναφέρεται τώρα γραπτώς επειδή παρέστη ανάγκη. Όλη επίσης η λειτουργική ζωή, η δομή των ναών, τα άμφια των κληρικών, η αγιοκατάταξη κλπ. δεν ρυθμίζονται από Κανόνες, παρά μόνο περιστασιακά σε περίπτωση αμφισβητήσεως. Πολλές φορές πάλι κάποιος Κανόνας φέρων εν εαυτώ τη σχετική Παράδοση αποτελεί τη βάση την πυξίδα για διεύρυνση της παραδόσεως είτε με θέσπιση άλλου Κανόνος είτε όχι. Έτσι ο ΞΘ΄ Αποστολικός και άλλοι Κανόνες ομιλούν περί της νηστείας Τετάρτης, Παρασκευής και Μ. Τεσσαρακοστής. Όμως η Εκκλησία έχει πλέον σταδιακά φέρει μέσα στη ζωή της και αποτελεί καθολική παράδοση, την Τεσσαρακοστή των Χριστουγέννων, την νηστεία του Δεκαπενταυγούστου και τη νηστεία των αγίων Αποστόλων. Στον Ε΄ Αποστολικόν φαίνεται ότι υπήρχαν έγγαμοι επίσκοποι. Στον ΙΓ΄ της ΣΤ΄ Οικουμ. καθιερώνεται η αγαμία των επισκόπων, που υπήρχε σχεδόν ως καθολική παράδοση (και φαίνεται αυτό από προσεκτική ανά γνωση του Κανόνος) αλλά το κάμει η ΣΤ΄ Οικουμ. Σύνοδος αποβλέπο ντας στην προκοπή των χριστιανών και γιατί, όπως γράφει ο Άγιος Νικόδημος, έβλεπε «προκόπτουσαν την εκκλησίαν, και ανθούσαν την πολιτείαν των Χριστιανών εις τας αρετάς». Άλλο παράδειγμα: Σύμφωνα με τον Ζ΄ αποστ. Κανόνα το Πάσχα πρέπει να εορτάζεται μετά την εαρινή ισημερία και να μην συμπίπτει ο εορτασμός του με το Πάσχα των Ιουδαίων. Όμως η εκκλησιαστική παράδοση καθιέρωσε και άλλες δύο προυποθέσεις: α) να τελείται το Πάσχα ύστερα από την πρώτη πανσέληνο του Μαρτίου που θα τύχει μετά την ισημερία και β) να τελείται την π ρ ώ τ η Κυριακή μετά την πανσέληνο. Η παράδοσις αυτή δηλ. η έγγραφος του Κανόνος και η άγραφος υπό των Πατέρων τηρείται και πρέπει να τηρείται. Το Κανόνιο του Πάσχα, ο τρόπος για να ευρίσκεται το Πάσχα είναι καθιερωμένο από την Α΄ Οικουμ. Σύνοδο και δεν δικαιούται κανείς να το παραβεί, ούτε να καθιερώσει σταθερή ημέρα εορτασμού του Πάσχα για να το γιορτάζουμε μαζί με τους αιρετικούς, όπως για πολλές δεκαετίες προσπαθούν να το επιβάλλουν οι οικουμενιστές. Κι άλλο παράδειγμα: ο ΝΔ΄ της ΣΤ΄ Οικουμ. ομιλεί περί των αθέσμων και εμποδισμένων γάμων και απαγορεύει τους γάμους μέχρι δ΄ βαθμού εξ αίματος και εξ αγχιστείας. Η παράδοσις της Εκκλησίας επεξέτεινε τον Κανόνα εμποδίζοντας τους γάμους μέχρι και τον ζ΄ βαθμό. Και ο Άγιος Νικόδημος συνέταξε ειδική διδασκαλία περί συνοικεσίων δηλ. περί των επιτρεπομένων και απαγορευμένων γάμων.

Στο θέμα των εν αφέδρω γυναικών, επειδή υπάρχει πολεμική για τη θέση τους στη λατρεία από το φεμινιστικό και τον νεοεποχήτικο λειτουργιολογικό χώρο, ας γνωρίζουμε ότι έχουμε τη ζωντανή παράδοση της Εκκλησίας. Διαμαρτύρονται οι μοντέρνοι θεολόγοι για τι η Εκκλησία επιβάλλει στις γυναίκες που έχουν τα καταμήνια να μη κοινωνούν, να μην ασπάζονται τις εικόνες κλπ. και γιατί διαβάζουμε ευχές στις λεχώνες την α' ημέρα και κατά το σαραντισμό. Λέγουν ότι είναι ευχές μεταγενέστερες σύμφωνα με τα χειρόγραφα. Δεν θέλουμε εδώ να ασχοληθούμε με τη δεοντολογία της αναγνώσεως, αλλά μόνο με την παράδοση της Εκκλησίας, η οποία έρχεται από την πρώτη Εκκλησία. Ο Άγιος Διονύσιος Αλεξανδρείας, ιερομάρτυς, εν μέσω διωγμών (περί το 240 μ.Χ) ερωτηθείς αν μπορούν να εισέρχονται στο ναό οι γυναίκες που ευρίσκονται στην έμμηνο ρύση απαντά ότι «είναι περιττό και να ρωτά κανείς γιατί, νομίζω» γράφει «ότι αυτές από μόνες τους αν είναι πιστές και ευλαβείς, όταν βρίσκονται σ’ αυτή την κατάσταση δεν θα τολμήσουν να πλησιάσουν στην αγία τράπεζα ή να μεταλάβουν τα άχραντα μυστήρια». Και είναι αυτά που γράφει ο Β΄ Κανόνας του επικυρωμένα από την ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδο. Δεν είναι δύσκολο κανείς να καταλάβει ότι ο Άγιος μεταφέρει εδώ, μάλιστα με τη φράση «πιστάς ούσας και ευλαβείς», όλη τη ζώσα παράδοση της αρχαίας Εκκλησίας και όχι, όπως λένε και γράφουν οι ανόσιοι και αδαείς, ιουδαϊκές προκαταλήψεις. Παρόμοια λέγει και ο Άγιος Τιμόθεος Αλεξανδρείας, ένας εκ των Πατέρων της Β΄ Οικουμ. Συνόδου, ο οποίος λέγει επιπλέον ότι η γυναίκα όταν βρίσκεται στην κατάσταση αυτή έστω κι αν έχει κατηχηθεί και ετοιμάζεται να βαπτισθεί πρέπει να αναβάλλει τη βάπτισή της μέχρι να καθαρισθεί. Η Εκκλησία μας λοιπόν στην γυναίκα που γέννησε, την ταλαιπωρημένη από τη λοχεία και τη ρύση αίματος, προσφέρει τις ευχές της και την πρώτη μέρα της γεννήσεως του παιδιού και στα σαράντα, μόλις παύσει αυτή η λειτουργία και νοιώθει ότι ανακτά τις δυνάμεις της και ζητά από τον Θεό την ίαση και την κάθαρσή της από «το σωματικό ρύπο» και τον «σπίλο της ψυχής». Ζητά τη σκέπη των αγίων Αγγέλων. Και βλέπουμε εδώ τη συνέχεια και την επέκταση της παραδόσεως, που στηρίζεται στους κανόνες των αγίων Πατέρων και δεν αφήνει έτσι τις μητέρες και απλώνει δράση ευεργετική της θείας Χάριτος στα νεογνά και τις μητέρες τους. Και για όποιους δεν μπορούν πράγματι η δεν θέλουν να καταλάβουν παραθέτουμε τα λόγια του αγίου Νικοδήμου: «ημείς ένα χρέος απαραίτητον έχομεν να υπακούωμεν και να ακολουθούμεν εις τους Κανόνας με αδιάκριτον υπακοήν και όχι να καθήμεθα κριταί και εξετασταί των υπό του Πνεύματος προστεταγμένων, δια τι τούτο, και δια τι εκείνο λέγοντες, ίνα μη υποπέσωμεν εις τα φρικωδέστατα επιτίμια των παραβαινόντων τους Κανόνας».

Τελευταίο παράδειγμα ισχύος της αγράφου παραδόσεως είναι η νηστεία προ της Θ. Κοινωνίας. Υπάρχει η μοντέρνα, καταφρονητική της Παραδόσεως των αγίων Πατέρων, διδασκαλία και τακτική να μην προηγείται νηστεία πριν κοινωνήσουμε! Αν και δεν υπάρχει ιερός Κανόνας σχετικός, όλοι γνωρίζουμε από την καθολικά αποδεκτή παράδοση της απανταχού ορθοδοξίας ότι απαιτείται τουλάχιστον μία ημέρα νηστείας και εγκρατείας, ως προετοιμασία για τη θεία Μετάληψη ακόμη κι αν νηστεύει κανείς όλες τις καθιερωμένες νηστείες.

Το εύρος της Παραδόσεως. Οι Ι. Κανόνες πυξίδες ασφαλείς για την ευταξία της Καθόλου Εκκλησίας και την εν Χριστώ ζωή των πιστών

Με όσα είπαμε γίνεται κατανοητό ότι η εκκλησιαστική Παράδοσις, η ζωή της Εκκλησίας, καλύπτει ένα τεράστιο χρονικό άνυσμα που ξεκινά από την Π.Δ. τη διδασκαλία του Κυρίου και των Αποστόλων στην Κ.Δ. διαπερνά δηλ. την Αγία Γραφή, τη διδασκαλία των αγίων Πατέρων, τους ιερούς Κανόνες και εκτείνεται με βάση αυτούς με αναλογική και διασταλτική ερμηνεία πέρα απ’ αυτούς εκβάλλοντας στην καθημερινή εκκλησιαστική ζωή και γινόμενη αποδεκτή από το Σώμα της Εκκλησίας ως σήμερα. Η Παράδοση έχει επίσης ένα βάθος και ποιότητα λεπτή που σχετίζεται με τις μεθόδους θεραπείας της ψυχής και την κατά Θεόν, ευαγγελική ειρήνευση των τοπικών Εκκλησιών και ένα πλάτος που εκτείνεται σε όλες τις πτυχές της προσωπικής εν Χριστώ ζωής αλλά και του εκκλησιαστικού βίου, στην ποιμαντική, στην οργάνωση και τη λατρεία της Εκκλησίας και δι’αυτής μεταφέρεται, για να θυμηθούμε τον π. Ιουστίνο, «παν ό,τι είναι αναγκαίον δια την σωτηρίαν των ανθρώπων και δια την αιώνιόν των ζωήν, εν τω παρόντι και εν τω μέλλοντι αιώνι....». Και όλα αυτά τα «αναγκαία» διασώζονται ακέραια και ασφαλή και ερμηνεύονται στην πράξη δια του Αγίου Πνεύματος για να θυμηθούμε τον Λόσκυ («Παράδοσις είναι η ζωή του Αγίου Πνεύματος εν τη Εκκλησία, μεταδίδοντος εις παν μέλος του Σώματος του Χριστού να εννοήση, δεχθή και γνωρίση την Αλήθειαν εν τω ιδίω Αυτής Φωτί...») και τον Φλωρόφσκυ («παράδοσις είναι η διαρκής παρουσία του Αγίου Πνεύματος που κινεί την Εκκλησία σε ολοένα και πληρέστερη κατανόηση της θείας αλήθειας από δόξης εις δόξαν»). Εκείνο που πρέπει να ειπωθεί με σαφήνεια σε σχέση με τους Κανόνες είναι ότι αυτοί μαζί με τους δογματικούς Ό ρους σύμφωνα με τον άγιο Νεκτάριο περιχαρακώνουν τις ιερές αλήθειες από τα σοφίσματα των κακοδόξων. Κάνουν ορατή, συγκεκριμένη την Ιερά Παράδοση, την εμπειρία της Εκκλησίας, αποτυπώνουν στο χαρτί, στη μνήμη του εκκλησιαστικού Σώματος και στην καρδιά εκάστου των Ορθοδόξων την πίστη και το ήθος της Εκκλησίας. Οι Ιεροί Κανόνες διαλύουν κάθε αμφιβολία περί του πρακτέου, περί του αληθούς «νού» και του σκοπού της αγίας Γραφής ειδικά σε σοβαρά, κομβικά θέματα και αποτελούν πυξίδες που χαράζουν πορεία για την αντιμετώπιση και άλλων μερικοτέρων θεμάτων και λυδία λίθο για να εξετάζεται η γνησιότητα των παραδόσεων. Οι λύσεις, η πρακτική που ακολουθείται για τα θέματα αυτά έστω κι αν δεν καταγράφεται σε Κανόνες έχει καθολική ισχύ στη συνείδηση της Εκκλησίας. Αυτό το επιτυγχάνουν επειδή έχουν συγκεκριμένες κατευθυντήριες αρχές, ωρισμένη «φιλοσοφία», το νού, τις αρχές και τη φιλοσοφία του Σώματος του Χριστού.

Ο σκοπός των Ι. Κανόνων είναι ταυτόσημος με το σκοπό του Ευαγγελίου, δηλ. η σωτηρία του ανθρώπου μέσω της ορθής πίστεως στον Κύριο Ιησού Χριστό και την Αγία Τριάδα και της τηρήσεως των εντολών του Χριστού. Ο Σταυρός του Χριστού είναι το φάρμακο της σωτηρίας. Όποιος θέλει να σωθεί πρέπει να άρη τον σταυρό του και να ακολουθήσει το Χριστό. Ποιμένες και ποιμαινόμενοι πρέπει να ακολουθούν τον νόμο του Ευαγγελίου, χωρίς προφάσεις, όπως ερμηνεύεται υπό της Παραδόσεως των αγίων. Όποιος δεν ακολουθεί παρά τις συστάσεις των ποιμένων νουθετείται και επιτιμάται. Εδώ υπεισέρχεται η λειτουργία των Ιερών Κανόνων. Αν ο χριστιανός επιμένει στο δικό του θέλημα και την αμαρτία, προς καιρόν απομακρύνεται από την κοινωνία της Εκκλησίας και εάν μένει αδιόρθωτος εκβάλλεται από την ποίμνη του Χριστού, ώστε να μην βλάψει και τα υπόλοιπα λογικά πρόβατα. Αν διαβάσουμε προσεκτικά την Καινή Διαθήκη θα δούμε τη στάση του Κυρίου προς τους αποστόλους και των αποστόλων προς αλλήλους και προς τους πιστούς, και θα κατανοήσουμε ότι οι Ι. Κανόνες ακολουθούν την ίδια πορεία.

Η σύγχρονη προσπάθεια αθετήσεως της Παραδόσεως και των Ι. Κανόνων

Αν έτσι έχουν τα πράγματα, όπως και έχουν, ας προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι σημαίνει η σημερινή η μάλλον η από το 1923 με το λεγόμενο Πανορθόδοξο Συνέδριο αρξαμένη προσπάθεια ανατροπής της κανονικής τάξεως της Εκκλησίας. Έγινε τότε, γίνεται και τώρα προσπάθεια καταργήσεως η ακυρώσεως πολλών κανόνων, τροποποιήσεως κλπ. Για ποιούς λόγους; Διότι, λέγουν οι θιασώτες της ανατροπής, συγκεκριμένα ο συγγραφεύς του βιβλίου «Περί την κωδικοποίησιν των Ι. Κανόνων»: «Η Εκκλησία εφ’ όσον μετεβλήθησαν εν πολλοίς αι ανάγκαι των τέκνων αυτής, όχι μόνον δύναται αλλά και οφείλει να προσαρμόση προς τας νέας ταύτας ανάγκας την νομοθεσίαν αυτής, αφ’ ενός μεν τροποποιούσα η και καταργούσα τους εις αχρηστίαν περιελθόντας και ανεφαρμόστους καταστάντας κανόνας, αφ’ ετέρου δε προβαινουσα εις την θέσπισιν νέων κατά τας σημερινάς ανάγκας των πιστών» (Οικουμ. Πατριάρχου Βαρθολομαίου «Περί την κωδικοποίησιν των Ιερών Κανόνων σ. 19). Πρόκειται για μια λάθος απ’ αρχής έως τέλους τοποθέτηση. Πουθενά ο Ευαγγελικός λόγος δεν ομιλεί για «προσαρμογές» σύμφωνα με την μεταβολή αναγκών. Πουθενά οι Ιεροί Κανόνες δεν ομιλούν για κατάργηση και τροποποίηση προγενεστέρων τους Κανόνων, Κανόνων που έχουν τη σφραγίδα των Οικουμενικών Συνόδων, ούτε για νομοθεσία της Εκκλησίας που θεσπίζει νέους κανόνες για νέες ανάγκες, αντίθετες από τις έως τώρα. Οι τυχόν καινούργιες ανάγκες, ανάγκες για την καλλίτερη κανονική οργάνωση και διαποίμανση αν ποτέ χρειασθεί να ρυθμισθούν, όπως έγινε και παλαιότερα, πρέπει να έχουν ως θεμέλιο τους προ αυτών Ιερούς Κανόνες και την ζώσα παράδοση. Προφανώς ο συγγραφεύς δεν έχει κατανοήσει ότι όσα θεσπίζουν οι Ι. Κανόνες δεν είναι «νομοθεσία» κοσμική, αλλά απόσταγμα της εν Αγίω Πνεύματι εμπειρίας, των Αποστόλων, των Αγίων και του καθόλου Σώματος του Χριστού και ότι αθετώντας αυτούς, αθετούμε την Παράδοση της Εκκλησίας, δηλ. την παρουσία του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία. Οι Ιεροί Κανόνες επί της ουσίας τους βασίζονται στην ορθόδοξη ανθρωπολογία και σωτηριολογία. Έχουν ως υπόβαθρο τη διδασκαλία περί δημιουργίας, πτώσεως και υποταγής του ανθρώπου στην αμαρτία, τη φθορά και το θάνατο και επίσης την αποκατάσταση εν Χριστώ της ανθρωπίνης φύσεως και τη σωτηρία δια των μυστηρίων, της τηρήσεως των εντολών του Χριστού και της ασκήσεως. Ο άνθρωπος και η αμαρτία παραμένουν ίδια, αλλά και η σωτηρία και τα θεραπευτικά φάρμακα, όπως τα εβίωσε στην Παραδοσή της και τα θεσμοθέτησε στους Κανόνες της η Εκκλησία παραμένουν τα αυτά. Ίδιες οι αρρώστειες, ίδια και τα φάρμακα. Γι’ αυτό οι Ιεροί Κανόνες δεν έχουν καθόλου μα καθόλου, επαναλαμβάνω όσον αφορά τον πυρήνα τους, το ουσιαστικό τους περιεχόμενο καιρικό χαρακτήρα.

Επειδή στη συνέχεια θα αναφερθούμε σε απόψεις επισκόπων θέλουμε να εξηγήσουμε ότι αυτό δε γίνεται προς έλεγχο των ιδίων, αλλά προς έλεγχο των απόψεών τους σύμφωνα με όσα λέγει ο π. Θεόκλητος Διονυσιάτης, ο οποίος συνιστά την αποφυγή ελέγχου των επι σκόπων και καταλήγει: «Το πράγμα, βεβαίως, αλλάσσει όταν πρόκειται περί παραβάσεως Ι. Κανόνων και όταν ο έλεγχος ασκήται με αγάπην γνώσιν και διάκρισιν» (Αθωνικά Άνθη σ. 262). Για να αποδείξουμε λοιπόν τα προλεχθέντα παραθέτουμε τη γνώμη κληρικού που συμμετείχε σε πανορθόδοξες διασκέψεις για το θέμα των συμπροσευχών: «... δεν δύνανται να εφαρμοσθούν σήμερον και πρέπει να τροποποιηθούν αι διατάξεις αι κανονίζουσαι τας σχέσεις των ορθοδόξων χριστιανών προς τους ετεροδόξους και ετεροθρήσκους. Δεν δύναται η Εκκλησία να έχη διατάξεις απαγορευούσας την είσοδον εις τους ναούς των ετεροδόξων και την μετ’ αυτών συμπροσευχήν καθ’ ην στιγμήν αύτη δια των εκπροσώπων αυτής προσεύχεται από κοινού μετ’ αυτών δια την τελικήν ένωσιν» (Συνοδικά VII, Ορθ. Κέντρο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, Σαμπεζί Γενεύης 1994, σ. 73). Ποια είναι άραγε η καινούργια «ανάγκη» που προέκυψε στους πιστούς και επιβάλλει την συμπροσευχή με τους αιρετικούς, όταν σύμπασα η Εκκλησία από την εποχή των Αποστόλων ως σήμερα τη θεωρεί αδιανόητη; Η παρανομία των συμπροσευχομένων με αιρετικούς αντί να ελεγχθεί υπό των Κανόνων και των τεταγμένων προς τήρηση των Κανόνων οργάνων, πρέπει να γίνει νόμος και να ποδοπατηθούν οι Κανόνες των Αποστόλων, των Πατέρων και των Συνόδων; Δεν πρόκειται λοιπόν για αλλαγή αναγκών αλλά για αλλαγή νοοτροπίας που εκκλίνει προς άμβλυνση της ορθοδόξου συνειδήσεως.

Αυτές οι αντορθόδοξες, αθεολόγητες απόψεις δεν γράφονται μόνο στα βιβλία και τα περιοδικά, αλλά διατυπώνονται από επισκόπους απεσταλμένους στα κατασκευασμένα θεσμικά όργανα, όπως πχ. είναι οι επιτροπές και οι λεγόμενες προσυνοδικές διασκέψεις που προετοιμάζουν τη λεγομένη Μεγάλη και αγία Σύνοδο. Σ’ αυτήν σκοπεύουν εκτός από τη λύση διοικητικών ζητημάτων, όπως της κανονικής οργανώσεως της Διασποράς να επιβάλλουν και την κατεδάφιση των νηστειών, των κωλυμάτων γάμου, του Πασχαλίου κλπ. Αναφέρουμε μερικά αποσπάσματα από τη Β΄ προσυνοδική διάσκεψη (1982). Κατ’ αυτήν ο μητροπολίτης Χ διαμαρτύρεται για την προηγηθείσα εισήγηση: « Εκ της υποβληθείσης... εισηγητικής εκθέσεως καταφαίνεται ότι ουδέν νέον επετεύχθη, αλλ’ ότι επανερχόμεθα εις τους εν ισχύϊ, κατά πάντας σεβαστούς Κανόνας. Εάν δε ήλθομεν δια να επαναλάβω μεν τα ίδια, διατί ήλθομεν; ... Δικαιολογούμεθα ότι υπάρχει η κοινή γνώμη, το πλήρωμα , όμως και ημείς πρέπει να έχωμεν το θάρρος... να είπωμεν εις τον λαόν τι πιστεύομεν» (Συνοδικά VII Γενεύη 1994, σ.131) και πιο κάτω, ο ίδιος: «Ο γάμος μετά την χειροτονίαν των κληρικών είναι θέμα, το οποίον ουδείς δύναται να εμποδίση την Εκκλησίαν να το εξετάση. Και θεολογικώς ακόμη. Βεβαίως θα παραβώμεν τους Κανόνας. ‘Υπάρχει μία παράδοσις, αλλ’ αύτη, νομίζω, δεν στηρίζεται επί του δόγματος» (ως άνω). Και άλλος επίσκοπος Ψ σε σχέση με την εισήγηση περί αναπροσαρμογής των διατάξεων περί νηστείας, επειδή πολλοί επίσκοποι αντέδρασαν στην τροποποιήση των νηστειών είπε: «Τυγχάνει παγκοίνως γνωστό ότι πλείστοι λαϊκοί δεν εφαρμόζουν τας περί νηστείας διατάξεις. Και όχι μόνον αυτοί αλλά και πολλοί κληρικοί και επίσκοποι ακόμη. Διατί να μην έχωμεν το θάρρος να το ομολογήσωμεν παρά να ακολουθώμεν την τακτικήν της στρουθοκαμήλου; Ενώπιον τοιούτων διαγραφομένων τάσεων (δηλ. εννοεί περί μη αλλαγής της παραδόσεως των νηστειών) επαναλαμβάνω και εγώ ότι σήμερον δυστυχώς η Εκκλησία οδηγείται εις νέον μεσαίωνα» (ως άνω σ. 169). Και τρίτος επίσκοπος Ω: «Η εκκλησία είναι υπεράνω της Βίβλου, υπεράνω της Παραδόσεως, υπεράνω των Κανόνων. Το παν είναι η Εκκλησία. Ως εκ τούτου δύναται να αναθεωρήση τους περί νηστείας κανόνας, εφ’όσον αύτη ηκολούθησεν μίαν εξελικτικήν επί τα πρόσω πορείαν. Ό, τι ισχύει δια την χρονικήν επέκτασιν της νηστείας, τούτο εξ αντιθέτου, ισχύει και δια την σμίκρυνσιν της διαρκείας αυτής» (σ. 176). Αντιλαμβάνεται κανείς εκ των ανωτέρω ότι οι εν λόγω επίσκοποι έχουν εσφαλμένη αντίληψη περί Εκκλησίας, Παραδόσεως και Κανόνων. Θεωρούν εαυτούς και μόνον, ούτε καν όλους τους επισκόπους, ως Εκκλησία· την Παράδοση ως ένα σύνολο συνηθειών που μεταφέροντες ως αναγκαστικό βάρος από γενιά σε γενιά και τους Ιερούς Κανόνες ως ανθρώπινα-θρησκευτικά νομοθετήματα που μπορούν να υποκατασταθούν από άλλα πιο βολικά, πιο συμβατά όχι με το Ευαγγέλιο αλλά με τη νοοτροπία και τις ψευδο-ανάγκες του εκκοσμικευμένου ανθρώπου.

Καταλαβαίνω την αγωνία των επισκόπων αυτών, οι οποίοι επιθυμούν να προσφέρουν με τη συνοδική τους συμβολή το καλλίτερο για την Εκκλησία. Θα πρότεινα να ξανακοιτάξουν τις προτάσεις του π. Ιουστίνου Πόποβιτς για μια μέλλουσα Πανορθόδοξο Σύνοδο, δηλ. το θέμα της Διασποράς, που είναι θέμα προς συζήτηση και το θέμα: «Οικουμενισμός». «Το θέμα τούτο» γράφει ο μακαριστός γέροντας «όπως εξ άλλου και το θέμα της Διασποράς είναι εις την πραγματικότητα ε κ κ λ η σ ι ο λ ο γ ι κ ό ν θ έ μ α, καθ ότι αναφέρεται εις την Εκκλησίαν ως ένα και ενιαίον και μοναδικόν θεανθρώπινον οργανισμόν, τον οποίον ο συγκρητισμός του συγχρόνου οικουμενισμού θέτει υπό αμφισβήτησιν». Στα θέματα αυτά θα μπορούσε να προστεθεί η πρόταση για καταδίκη της λεγομένης «Λειτουργικής αναγεννήσεως» που μεθοδεύει την αλλοίωση όλης της λειτουργικής Παραδόσεως, της λειτουργικής γλώσσας, του τρόπου αναγνώσεως των ευχών, της ιερατικής αμφιέσεως την κατάργηση του ιερού τέμπλου κ.λ.π. Δείκτης προς αυτή την κατεύθυνση το πνεύμα του Ζ΄ Κανόνος της Ζ΄ Οικουμ. Συνόδου, ο οποίος απαιτεί να ανανεωθούν τα εκκλησιαστικά έθη και να «κρατούν» δηλ. να ισχύουν «κατά την έγγραφον και άγραφον θεσμοθεσίαν». Μπορούν επίσης κατά το πνεύμα των Αγίων Πατέρων, να προτείνουν θεσμοθέτηση Κανόνος που να επισφραγίζει την ως τώρα κυρίαρχη άγραφη παράδοση των νηστειών Χριστουγέννων, Αγίων Αποστόλων και Δεκαπενταυγούστου.

Επικαιροποίηση της Ιεράς Παραδόσεως και των Κανόνων. Συμπεράσματα για τη ζωή των χριστιανών.

Υπάρχει μεγάλη αποστασία των ανθρώπων από το θέλημα του Θεού, δείγμα των εσχατολογικών χρόνων μας. Αυτό το πνεύμα διαποτίζει όλη την πολιτική, την κοινωνική ζωή, τα ΜΜΕ και γίνεται βίωμα αποδεκτό από πάρα πολλούς ανθρώπους. Εισέρχεται και στους ανθρώπους της Εκκλησίας και προβληματίζει κι αυτούς αν βαδίζοντας στη ζωή τους σύμφωνα με το Ευαγγέλιο και την παραδεδομένη από την Εκκλησία ζωή βρίσκονται στο σωστό δρόμο. Aυτό εκμεταλλεύονται οι δυνάμεις της Ν. Εποχής που εισχώρησαν στην Εκκλησία με δικούς της ανθρώπους σε όλα τα επίπεδα και τους χώρους. Αυτοί ενσπείρουν αμφιβολίες μέσω μιας ψευδοεπιστήμης και προσπαθούν να δώσουν δικές τους αντιευαγγελικές και αντορθόδοξες ερμηνείες αντίθετες από το ορθόδοξο ήθος που είναι αποθησαυρισμένο στην Εκκλησία και το οποίο ακολουθούν οι χριστιανοί που επιθυμούν τη σωτηρία τους. Τα μηνύματα των νεοεποχιτών και τα επιχειρήματά τους είναι απλά και χονδροειδή καθώς απευθύνονται στους πολλούς και δεν θέλουν να τους προβληματίζουν. Μηνύματα για αλλαγή της Εκκλησίας προς τα έξω: «άνοιγμα» της Εκκλησίας για να αγκαλιάσει τον κόσμο. Κάτω η απομόνωση! Σεβασμός όχι μόνο στα πρόσωπα των ετεροδόξων και ετεροθρήσκων αλλά και στα πιστεύματά τους. Διάλογος για να τα βρούμε. Μηνύματα για αλλαγή προς τα μέσα: Κατανόηση της αδυναμίας του ανθρώπου και «αγάπη». Κάτω οι απαγορεύσεις στην αμαρτία, οι πολλές νηστείες και οι πολλές προσευχές, ναί στους γάμους των κληρικών και των μοναχών και ερωτοτροπία με ιδέες που προωθούν τη χειροτονία γυναικών. Μέθοδος: Κάτω η παράδοση και η κριτική σκέψη. Και το κυριώτερο «αγάπη προς όλους». Έχει εδώ πολύ ενδιαφέρον η κατάργηση της σκέψεως και η καλλιέργεια της λεγομένης «συναισθηματικής νοημοσύνης» μια μέθοδος της Ν. Εποχής η οποία αφήνει στην άκρη τον λόγο, ο οποίος επεξεργάζεται κάθε πρόταση και ερέθισμα και βομβαρδίζει το θυμικό, το συναισθηματικό μέρος της ψυχής με άνευ ορίων ανοχή, ψευδοαγάπη προς όλους και όλα, συνεργασία προς κάθε κέλευσμα της Ν. Εποχής. (βλ. Δάφνης Βαρβιτσιώτη, Νέα Εποχή) Όπλα: Κατασκευή συλλογικών οργάνων που προωθούν αυτές τις απόψεις, τρομοκράτηση και κατασυκοφάντηση των αντιφρονούντων καθώς και περιοδικά, συνέδρια, ΜΜΕ άφθονα για την προπαγάνδα τους.

Μέσα στο ζοφερό αυτό κλίμα νοιώθει κανείς ότι κλυδωνίζεται το σκάφος της Εκκλησίας, ότι όλα χάνονται. Έχουμε όμως και εμείς οι ορθόδοξοι όπλα ακαταμάχητα, αμυντικά και επιθετικά, αρκεί να μένουμε σταθεροί και να τα έχουμε εύκαιρα στον αγώνα μας: Το Ευαγγέλιο, τους Αποστόλους, τους Αγίους, την Παράδοση της Εκκλησίας και τους Ιερούς Κανόνες, όπως τους ερμηνεύει ο Άγιος Νικόδημος στο «Πηδάλιό» του. Πρέπει να βεβαιωνόμαστε κάθε στιγμή για την κατά το δυνατόν ταύτιση της πίστεώς μας, των ιδεών μας, των πράξεων και των λόγων μας με αυτά. Αν θεωρούμε εαυτούς χριστιανούς τότε πιστεύουμε ότι το Άγιο Πνεύμα οδηγεί την Εκκλησία «εις πάσαν την αλήθειαν», σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίου. Και αυτό το κάνει για κάθε θέμα πίστεως και ήθους δια των Αποστόλων, των Πατέρων και των Συνόδων. Χρησιμοποιώντας τον ορθό λόγο που είναι δώρο του Θεού, αναβαπτισμένο όμως στην ευαγγελική διδασκαλία διαπιστώνουμε ποιο είναι το θέλημα του Θεού σε κάθε περίπτωση, όπως αυτό βιούται στην Παράδοση στη σάρκα της Εκκλησίας, στο Σώμα του Χριστού. Αυτή η εμπειρία της Εκκλησίας είναι η Παράδοση που άλλοτε καταγράφεται και σφραγίζεται δια των Ιερών Κανόνων και άλλοτε παραμένει άγραφη στη μνήμη της Εκκλησίας δηλ. στη ζωή των πιστών. Κι αυτή η άγραφη παράδοση, όπως λέγει ο Μ. Βασίλειος, μαζί με την έγγραφη «την αυτήν ισχύν έχει προς την ευσέβειαν...», και κανείς, συνεχίζει, δεν μπορεί να πεί το αντίθετο, αν βέβαια έχει έστω και την παραμικρή πείρα των εκκλησιαστικών θεσμών. Αυτή την ευσέβεια προς την Παράδοση και τους Ιερούς Κανόνες πρέπει να τηρούμε ως θεμέλιο της εν Χριστώ ζωής, για να αποφύγουμε τη σύγχυση περί την αλήθεια που προκύπτει από τον καταιγισμό αντιχρίστων και αντορθοδόξων ιδεών, που δυστυχώς διαχέονται σήμερα με απεριόριστο θράσος στην αυλή της Εκκλησίας.





ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΡΘΡΟ



Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον www.egolpion.com
Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΣΥΜΠΑΝ



Tou Αρχιμ. Επιφανίου Χατζηγιάγκου, Φυσικού

Το πιο σημαντικό ερώτημα
Υπάρχει Θεός; Ένα ερώτημα που απασχόλησε τον άνθρωπο από τα πανάρχαια χρόνια μέχρι σήμερα. Η ύπαρξι του Θεού είναι το πιο βασικό θέμα της ζωής μας. Αν υπάρχει Θεός και μεταφυσικός κόσμος, η ζωή μας έχει νόημα και περιεχόμενο. Αν δεν υπάρχει Θεός, η ζωή μας είναι μια πορεία που ξεκινά από το μηδέν και καταλήγει στο μηδέν. Γι’ αυτό, η πρώτη και βασική αλήθεια που ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως είναι η ύπαρξι του Θεού: «Πιστεύω εις ένα Θεόν». Και ο απόστολος Παύλος τονίζει: «Πιστεύσαι δει τον προσερχόμενον τω Θεώ ότι έστι και τοις εκξητούσιν αυτόν μισθαποδότης γίνεται» (Εβρ. 11, 6).

Δηλαδή, εκείνος που πλησιάζει το Θεό για να Τον λατρεύσει, θα πρέπει προηγουμένως να πιστέψει ότι υπάρχει Θεός και ότι θα αποδώσει στον καθένα κατά τα έργα του.
Αφού λοιπόν η ύπαρξι του Θεού είναι το θεμέλιο της πίστεως, γι’ αυτό και πολεμήθηκε όσο τίποτε άλλο από τους υλιστές και άθεους.

Ο Θεός μέσα από τα έργα Του

Πώς θα μπορούσε κάποιος να γνωρίσει τον Θεό και να πιστέψει στην ύπαρξί Του; Βεβαίως ο Θεός ως προς την ουσία Του είναι άυλος και αόρατος. «Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε» (Ιω. 1, 18). Φανερώνεται όμως στον άνθρωπο και κάνει αισθητή την παρουσία Του μέσα από τις ενέργειές Του. Το πρώτο και βασικό μέσο με το οποίο ο Θεός φανερώθηκε στους ανθρώπους είναι ο φυσικός κόσμος. Αυτό το μεγαλειώδες Σύμπαν, το απέραντο ως προς το μέγεθος, το τέλειο ως προς την κατασκευή, το αρμονικό ως προς τη λειτουργία, το υπέροχο ως προς την ομορφιά, μαρτυρεί την ύπαρξι ενός απείρου, πανσόφου και παντοδυνάμου Θεού Δημιουργού.
Και όπως ένας ζωγραφικός πίνακας μας υποχρεώνει να δεχθούμε καλλιτέχνη που τον ζωγράφισε, ένα άγαλμα μας παραπέμπει στον γλύπτη που το δη μιούργησε και ένα ρολόι προϋποθέτει ένα ωρολογο ποιό που το κατασκεύασε, έτσι και ο φυσικός κόσμος που βλέπουμε γύρω μας, που είναι απείρως πιο τέλειος και ποικιλόμορφος και πολύπλοκος από κάθε ανθρώπινο κατασκεύασμα, μας υποχρεώνει να δεχθούμε ότι κάποιος τον έπλασε. «Πας οίκος κατα σκευάζεται υπό τινος, ο δε τα πάντα κατασκευάσας Θεός», όπως πολύ εύλογα αποφαίνεται ο απ. Παύλος (Εβρ. 3, 4). Δηλαδή, κάθε σπίτι φτιάχνεται από κά ποιον τεχνίτη και εκείνος που έφτιαξε τα πάντα είναι ο Θεός.

Ο έναστρος ουρανός

«Όλα μιλούν για το Θεό», έλεγε ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός. «Όπου κι αν στρέψω τη ματιά μου, παντού Εσέ, Θεέ, θα δω», ψάλλει ένας χριστιανός ποιητής. Παντού υπάρχει η παρουσία του Θεού μέσα στη φύσι.
Εκεί όμως που ο άνθρωπος κυριεύεται από θαυμασμό και δέος είναι ο έναστρος ουρανός. Τα αναρίθμητα άστρα με τα ποικίλα χρώματα και τη διαφορετική λαμπρότητα, που σαν διαμάντια στολίζουν τον ουράνιο θόλο, είναι ένα από τα πιο μαγευτικά θεάματα της φύσεως.
• Το πρώτο που θαυμάζει κανείς μελετώντας το αστρικό σύμπαν είναι ο αριθμός των αστέρων. Με γυμνό μάτι μπορεί κάποιος να δει περίπου 5.000 α στέρια. Αν όμως στρέψει στον ουρανό ενα ισχυρό τηλεσκόπιο, θα δει πολύ περισσότερα, εκατομμύρια.
Σύμφωνα με τις έρευνες και τις ανακαλύψεις των αστρονόμων, τα αστέρια μέσα στο σύμπαν είναι κατανεμημένα σε τεράστιες ομάδες που ονομάζονται γαλαξίες. Ο κάθε γαλαξίας αποτελείται από 100 έως 200 δισεκατομμύρια άστρα! Υπολογίζεται ότι μέσα στο σύμπαν υπάρχουν γύρω στο ένα τρισεκατομμύ ριο τέτοιοι γαλαξίες! Φανταστείτε λοιπόν πόσα άστρα υπάρχουν.
• Το δεύτερο που θαυμάζει κανείς είναι οι τεράστιες αποστάσεις που χωρίζουν τα αστέρια μεταξύ τους. Όπως γνωρίζουμε από τα μαθητικά μας χρόνια, το φως τρέχει με μια ασύλληπτα μεγάλη ταχύτη τα, την μεγαλύτερη που υπάρχει μέσα στο Σύμπαν. Τρέχει με 300.000 χιλιόμετρα το δευτερόλεπτο! Δηλαδή σ’ ένα δευτερόλεπτο διανύει απόστασι σχεδόν από τη Γη μέχρι τη Σελήνη.
Η απόστασι από τη Γη μέχρι τον Ήλιο είναι 150 εκατομμύρια χιλιόμετρα. Ένα αεροπλάνο θα χρειαζόταν 20 χρόνια για να πάει στον Ήλιο. Το φως ό μως, με την ιλιγγιώδη ταχύτητά του, κάνει αυτό το ταξίδι μόλις σε 8 λεπτά.
Το πιο κοντινό αστέρι σε μας είναι ο «εγγύτατος του Κενταύρου». Ξέρετε πόσο χρόνο κάνει το φως για να έλθει από εκεί μέχρις εδώ; Το φως, με την ταχύτητα των 300.000 χιλιομέτρων το δευτερόλεπτο, χρειάζεται 4 ολόκληρα χρόνια να ταξιδεύει, για να φτάσει από τον εγγύτατο του Κενταύρου μέχρι τη Γη. Ένα αεροπλάνο θα χρειαζόταν 6 εκατομμύρια χρόνια! Και αυτό, όπως είπαμε, είναι το πιο κοντινό μας αστέρι. Υπάρχουν αστέρια που απέχουν 20, 30, 60 έτη φωτός και περισσότερο.
Η διάμετρος του γαλαξία μας είναι 100.000 ετη φωτός. Δηλαδή, για να πάει το φως από τη μια άκρη του γαλαξία μέχρι την άλλη χρειάζεται να ταξιδεύει 100.000 χρόνια! Δεν μπορεί ο άνθρωπος να συλλάβει τις αποστάσεις αυτές. Ας μην προχωρήσουμε στις αποστάσεις μεταξύ των γαλαξιών και στη διάμετρο του Σύμπαντος, γιατί θα μας καταλάβει ίλιγγος.
• Ένα τρίτο θέμα που προκαλεί θαυμασμό είναι τα μεγέθη των άστρων.
Για παράδειγμα ο Ήλιος, που είναι ένα αστέρι μέσου μεγέθους, είναι 1.300.000 φορές μεγαλύτερος από τη Γη. Αν θεωρήσουμε τον Ήλιο σαν ενα πορτοκάλι, η Γη θα είναι κοντά του σαν κόκκος άμμου! Και υπάρχουν αστέρια πολύ μεγαλύτερα από τον Ήλιο.
• Άλλο σημαντικό χαρακτηριστικό του Σύμπαν τος είναι η κίνησι. Όλα τα ουράνια σώματα κινούν ται. Η Σελήνη κινείται γύρω από τη Γη. Η Γη και οι άλλοι πλανήτες κινούνται γύρω από τον Ήλιο. Ολόκληρο το ηλιακό σύστημα κινείται γύρω από το κέν τρο του γαλαξία κ.ο.κ.
Οι ταχύτητες των κινήσεων αυτών είναι τερά στιες. Η Γη περιστρέφεται γύρω από τον Ήλιο με ταχύτητα 110 χιλιάδες χιλιόμετρα την ώρα.
Άλλα και οι άλλοι πλανήτες περιστρέφονται με μεγάλες ταχύτητες γύρω από τον Ήλιο, σε αυστηρά καθορισμένες τροχιές, υπακούοντας σε θαυμάσιους νόμους (νόμοι του Κέπλερ).
Και όχι μόνο το δικό μας σύστημα, αλλά όλα τα άστρα, οι γαλαξίες, τα σμήνη των γαλαξιών, κινούν ται με απόλυτη τάξι και αρμονία. Ένας ουράνιος τροχονόμος, ενα αόρατο χέρι κατευθύνει τις τερά στιες ουράνιες σφαίρες, ώστε να ακολουθούν απαρασάλευτα και για αιώνες την πορεία τους μέσα στο α χανές Σύμπαν.
• Το πιο καταπληκτικό όμως είναι ότι όλα τα ουράνια σώματα έλκονται μεταξύ τους με μια αόρατη και μυστηριώδη δύναμι, που λέγεται παγκόσμια έλξι, ή βαρύτητα.
Αν υποθέσουμε ότι για μια στιγμή σταματούσε να υπάρχει η δύναμι αυτή της βαρύτητας, όλα τα ουράνια σώματα θα ξέφευγαν από τις τροχιές τους και το Σύμπαν θα διαλυόταν.
Ποιος έθεσε την θαυμαστή αυτή δύναμι που συ νέχει και περικρατεί το Σύμπαν; Ο μέγιστος των φυσικών όλων των αιώνων, που ανακάλυψε και το νόμο της παγκοσμίου έλξεως, ο βαθειά θρησκευόμενος επιστήμων και βαθύς μελετητής της Αγίας Γραφής, ο Ισαάκ Νεύτων, γράφει στο περίφημο έργο του «Principia»: «Ο μεγαλοπρεπής δεσμός που συνδέει τα άστρα μεταξύ τους είναι δυνατό να προέρχεται μόνο από τη σοφία και τη βούλησι ενός Όντος ισχυρού και λογικού. Και αυτό το ονομάζουμε Κύριο και Θεό Παντοδύναμο».
Και ο μεγάλος φιλόσοφος της αρχαίας Ελλάδος Αριστοτέλης λέει τα εξής:
«Όπως ο ναυτικός που βλέπει να προβάλλει από μακρυά κάποιο καράβι με ολάνοιχτα πανιά, σκέφτεται πως υπάρχει δίχως άλλο κάποιος κυβερνήτης του καραβιού που το κατευθύνει και το προσεγγίζει στο λιμάνι, έτσι και όσοι σήκωσαν για πρώτη φορά τα μάτια τους στον ουρανό και άντίκρυσαν τον ήλιο να διανύει την τροχιά του από την ανατολή μέχρι τη δύσι και είδαν τις καλοχαραγμένες γραμμές των ά στρων, αναζήτησαν τον Μεγάλο Δημιουργό του υπέροχου αυτού Σύμπαντος, γιατί ήταν αναγκασμένοι λογικά να παραδεχθούν, ότι αυτός ο θαυμάσιος για την αρμονία του κόσμος δεν μπορεί να έγινε στην τύχη, αλλά χρωστά την ύπαρξί του σε κάποιο Ον πανίσχυρο και άπειρο» (Σέξτος, Εμπειρ. Δογμ. III, 2)

Ο Ήλιος

Ας δούμε τώρα τον ήλιο, το λαμπρό αυτό άστρο που μας φωτίζει, μας θερμαίνει και μας ζωογονεί.
• Οι φυσικές ιδιότητες τον ήλιου
Ο ήλιος απέχει από τη γη, όπως έχουμε αναφέρει, 150 εκατομμύρια χιλιόμετρα και είναι ως προς το μέγεθος 1.300.000 φορές μεγαλύτερος από τη γη.
Γύρω απ’ αυτόν περιστρέφονται οι πλανήτες, τους οποίους έλκει με τη βαρύτητά του.
Η ύλη από την οποία αποτελείται (κυρίως τα αέρια υδρογόνο και ήλιο) βρίσκεται σε διάπυρη κατάστασι. Η θερμοκρασία στην επιφάνεια του είναι 6.000 βαθμοί Κελσίου, ενώ στο κέντρο του φτάνει τους 15 εκατομμύρια βαθμούς!
Ο ήλιος εκπέμπει τεράστια ποσά θερμότητας στο διάστημα. Ένα μέρος της θερμότητας αυτής δέχεται και η γη και έτσι υπάρχει και διατηρείται η ζωή.
Ένα μεγάλο ερώτημα που απασχόλησε τους επιστήμονες είναι το πώς παράγει τη θερμότητα του ο ήλιος. Μετά από πολλές μελέτες κατέληξαν στο συμπέρασμα, ότι η θερμότητα που εκπέμπει ο ήλιος οφείλεται στην πυρηνική ενέργεια. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το φωτεινό αυτό άστρο, όπως και όλα τα άστρα του ουρανού, είναι ένα γιγαντιαίο πυρηνικό εργοστάσιο. Με θαυμαστούς μηχανισμούς «καίει» το καύσιμό του, που είναι το υδρογόνο και ακτινοβολεί σταθερά εδώ και 4,5 δισεκατομμύρια χρόνια.
Με τον ίδιο σταθερό ρυθμό θα συνεχίσει να ακτινοβολεί για άλλα τόσα χρόνια. Η θαυμαστή αυτή σταθερότητα, με την οποία εκπέμπει την ακτινοβολία και τη θερμότητα, που είναι τόσο απαραίτητη για την ύπαρξι και την διατήρησι της ζωής, οφείλεται σ’ ένα ρυθμιστικό παράγοντα, κι αυτός είναι η βαρύτητα. Αυτή συγκρατεί τις τεράστιες δυνάμεις που προκαλούνται στο εσωτερικό του ήλιου και δεν τον αφήνει να εκραγεί.
• Η χρησιμότητα του ήλιου
Ο ήλιος είναι η πηγή της ζωής στον πλανήτη μας. Ας δούμε μερικές από τις πολύτιμες προσφορές του.
1. Με τη θερμότητα που εκπέμπει εξασφαλίζεται η κατάλληλη θερμοκρασία για να γίνουν οι βιοχημικές διαδικασίες μέσα στους ζωντανούς οργανισμούς, και να παραχθούν οι διάφορες ουσίες που είναι απαραίτητες για τη ζωή.
2. Συντελεί σε μια θαυμαστή λειτουργία, τη φωτοσύνθεσι, χάρι στην οποία τα φυτά παίρνουν νερό από τη γη και διοξείδιο του άνθρακα από την ατμό σφαιρα και μας δίνουν οξυγόνο και τη γλυκόζη. Το οξυγόνο το αναπνέουμε και η γλυκόζη αποτελεί βα σικό συστατικό των τροφών μας.
3. Μέ τη θερμότητά του ο ήλιος εξατμίζει το νε ρό της θάλασσας, το μετατρέπει σε υδρατμούς, που στη συνέχεια γίνονται βροχή για να ποτίσουν ολό κληρη τη γη.
Κάθε χρόνο εξατμίζονται από τη θάλασσα 400 τρισεκατομμύρια τόννοι νερού.
4. Επίσης ο ήλιος προκαλεί τους ανέμους, οι οποίοι μεταφέρουν τους υδρατμούς σε όλη τη γη. Επι πλέον οι άνεμοι εξασφαλίζουν μια ομοιόμορφη κατανομή της θερμοκρασίας στον πλανήτη μας.
5. Τέλος ο ήλιος είτε άμεσα είτε έμμεσα είναι η πηγή ενέργειας στη γη, αφού τα ξύλα, τα κάρβουνα, τα πετρέλαια και τα άλλα καύσιμα οφείλουν την προέλευσί τους στη φωτοσύνθεσι και συνεπώς στον ήλιο. Αλλά και οι τροφές που τρώμε είναι κι αυτές κονσέρβες ηλιακής ενέργειας.

«Οι ουρανοί διηγούνται δόξαν θεού»

Όλα αυτά και άλλα πολλά μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπάρχει ένας πάνσοφος και παντοδύναμος δημιουργός που τα σχεδίασε και τα έπλασε.
Το αχανές Σύμπαν με τα τρισεκατομμύρια άστρα, οι αρμονικές κινήσεις τους, η μυστηριώδης έλξι που τα συγκρατεί, ο θαυμαστός μηχανισμός με τον οποίο φωτοβολούν, η γενικότερη τάξι που επικρατεί στο Σύμπαν, οι τέλειοι νόμοι που το κυβερνούν, καθώς και ένας βαθύτερος σκοπός που κρύβεται σ’ αυτό, μας προκαλούν τον θαυμασμό και την έκπληξι. Δεν μπορεί όλα αυτά να έγιναν τυχαία. Όλα μαρτυρούν και φωνάζουν με μια σιωπηλή κραυγή, ότι υπάρχει Θεός, και όλα ψάλλουν και υμνούν με μια μυστική μελωδία τα μεγαλεία του Πλάστη. «Οι ουρανοί διη γούνται δόξαν Θεού, ποίησιν δε χειρών αυτού αναγ γέλλει το στερέωμα». (Ψαλμ. 18, 2).
Ένας μεγάλος φιλόσοφος, ο Καντ, έλεγε: «Δύο πράγματα γεμίζουν την ψυχή μου με θαυμασμό· ο έναστρος ουρανός που είναι πάνω μου και η φωνή της συνειδήσεως που είναι μέσα μου».
Ο πρώτος αστροναύτης Γιούρυ Γκαγκάριν είπε κάποτε: «Εκεί που πέταξα δεν είδα πουθενά τον Θεό». Πόσο επιπόλαια έβγαλε αυτό το συμπέρασμα! Απάντησι σ’ αυτό που είπε έδωσε ένας άλλος αστροναύτης, ο Γκόρτον Κούπερ, με δύο πτήσεις στο διάστημα: «Κατά τις πτήσεις μου στο διάστημα, ούτε κι εγώ είδα πουθενά το Θεό· είδα όμως μερικά από τα θαύματα που δημιούργησε». Τέλος, ο μεγάλος μουσουργός Haydn είπε: «Μ’ αυτό τον τρόπο πρέπει να εξοικειωθούμε προς τα θαύματα του ουρανού ώστε να γίνουν γέφυρα προς τον Θεό».

Η Γη, ένας μοναδικός πλανήτης

• Γενικά στοιχεία
Η γη είναι ο τρίτος στη σειρά πλανήτης. Είναι μια τεράστια σφαίρα με διάμετρο 13.000 χιλιόμετρα και μάζα 6 εξάκις εκατομμύρια τόννους. Περιστρέφεται γύρω από τον ήλιο με ταχύτητα 110.000 χιλιόμετρα την ώρα σαν ένα τεράστιο διαστημόπλοιο με 6 δισεκατομμύρια επιβάτες. Κινείται με σταθερό χρόνο περιστροφής, σε αυστηρά καθορισμένη τροχιά, χωρίς τραντάγματα ή θορύβους. Και το κυριότερο δε στηρίζεται πουθενά. Κινείται στο κενό. Ο χρόνος περιστροφής της γης γύρω από τον ήλιο είναι 365 ήμερες και 6 ώρες περίπου. Η ακρίβεια στο χρόνο περιστροφής είναι καταπληκτική. Σε 1.800 χρόνια δεν άλλαξε ούτε κατά ένα εκατοστό του δευτερολέπτου. Γι’ αυτό μπορούμε να προβλέψουμε με ακρίβεια και τις εκλείψεις.
Εκτός από την κίνησι γύρω από τον ήλιο η γη περιστρέφεται και γύρω από τον εαυτό της σε 24 ώρες.
Αυτές είναι οι πιο γνωστές κινήσεις της γης. Υπάρχουν όμως και άλλες, δεκατέσσερις συνολικά.
• Υπάρχουν εξωγήινοι;
Ένα πανάρχαιο ερώτημα που απασχόλησε τον άνθρωπο είναι το αν είμαστε μόνοι στο Σύμπαν. Πολύς λόγος γίνεται για εξωγήινους και για ζωή σε άλλους πλανήτες. Αφού υπάρχουν τόσα τρισεκατομμύρια άστρα και το καθένα έχει τους πλανήτες του, γιατί να θεωρείται απίθανο κάποιοι απ’ αυτούς να έ χουν τις συνθήκες που είναι απαραίτητες για τη ζωή; Αυτό υποστηρίζουν πολλοί, επιστήμονες και μη.
Ωστόσο, οι πιθανότητες για ύπαρξι ζωής σε άλλους πλανήτες όλο και μικραίνουν. Η γη, όπως θα δούμε στη συνέχεια, είναι ένας μοναδικός πλανήτης που συγκεντρώνει όλες τις προϋποθέσεις για την ύπαρξι της ζωής. Και αυτές οι προϋποθέσεις είναι πάρα πολλές, ώστε να είναι εντελώς απίθανο να συγκεντρώνονται όλες μαζί σε ένα πλανήτη.
• Οι θαυμαστές ιδιαιτερότητες της γης
Θα δούμε τώρα κάποιες από τις πάμπολλες ιδιαιτερότητες της γης, που την καθιστούν ένα μοναδικό πλανήτη μέσα στο Σύμπαν.
1. Η θέσις της γης
α) Στον γαλαξία. Η γη βρίσκεται σ’ ένα «ήσυχο» σημείο του γαλαξία μας· στην «Γαλαξιακή Κατοική σιμη Ζώνη» (GHZ). Απέχει 25 χιλιάδες έτη φωτός από το κέντρο του. Αν ήταν πιο κοντά, θα βομβαρδιζόταν από την κοσμική ακτινοβολία η οποία παράγεται από τις εκρήξεις των supernova, που βρίθουν στο κέντρο του γαλαξία. Αυτό θα σήμαινε την καταστροφή της.
Αν αντιθέτως βρισκόταν πιο μακριά, στα όρια του γαλαξία, εκεί δεν υπάρχουν άφθονα μέταλλα απαραίτητα για τη ζωή.
β) Στο Ηλιακό Σύστημα. Η θέσι της γης στο Ηλιακό Σύστημα θεωρείται επίσης ιδανική. Βρίσκεται στην «Κατοικήσιμη Ζώνη» του Ηλιακού Συστήματος. Ούτε κοντά στον Ήλιο, οπότε θα είχαμε πολύ υψηλές θερμοκρασίες, όπως η Αφροδίτη, ούτε μακρυά, ο πότε θα είχαμε χαμηλές θερμοκρασίες, όπως ο Άρης.
Η «χρυσή απόστασι» Γης-Ηλίου εξασφαλίζει τη δυνατότητα σχηματισμού των βιομορίων (υδατανθράκων, πρωτεϊνών κ.λπ) τα οποία συνθέτουν τους ζωντανούς οργανισμούς.
Η θερμοκρασία της γης εξασφαλίζει επίσης την ύπαρξι του νερού σε υγρή φάσι. Το νερό σε υγρή μορφή διαλύει τις χημικές ουσίες, ώστε να μπορούν να ενωθούν μεταξύ τους και να συνθέσουν άλλες πιο πολύπλοκες απαραίτητες στη ζωή.
Ακόμα, αν βρισκόταν στα εξωτερικά όρια του Ηλιακού Συστήματος, θα βομβαρδιζόταν αδιάκοπα από αστεροειδείς και κομήτες.
2. Ο ήλιος. Είναι τέτοιος ο αστρικός τύπος του ήλιου μας (μέγεθος, σταθερότητα ακτινοβολίας, φασματικός τύπος κ.ά.) που ευνοεί την ύπαρξι της ζωής.
3. Λίγο πιο μακρυά από τη Γη περιστρέφονται δύο μεγάλοι πλανήτες· ο Δίας (318 φορές μεγαλύτε ρος της Γης) και ο Κρόνος (95 φορές μεγαλύτερος). Αυτοί λειτουργούν σαν παγίδες των μετεωριτών, κομητών κ.λπ., έλκοντάς τους με την ισχυρή βαρύτητα που έχουν. Είναι τα «αλεξικέραυνα» που προστατεύουν τη γη.
Αν ο Δίας δεν υπήρχε ή βρισκόταν σε εσωτερική τροχιά, η Γη θα δεχόταν μια βροχή από αστρικά αντικείμενα (10.000 φορές περισσότερα), γεγονός που θα εμπόδιζε την ύπαρξι της ζωής.
4. Η κλίσι του άξονα της γης
Ένα άλλο θαυμαστό φαινόμενο που συναντούμε στη Γη είναι ότι ο άξονας περιστροφής της παρου σιάζει μια κλίσι 23,5 μοιρών. Αυτή η κλίσι, σε συν δυασμό με την κίνησι της Γης γύρω από τον Ήλιο ε ξασφαλίζει τις τέσσερις εποχές του έτους.
Αν δεν υπήρχε αυτή η κλίσι δεν θα είχαμε τις εναλλαγές των εποχών, αλλά κάθε περιοχή της Γης θα είχε μονίμως μια εποχή.
5. Η περιστροφή της Γης
Η περιστροφή της Γης γύρω από τον εαυτό της σε 24 ώρες προκαλεί την ημέρα και τη νύκτα.
Αν δεν υπήρχε αυτή η περιστροφή, τότε η μια πλευρά της Γης θα είχε μονίμως ημέρα και η άλλη μονίμως νύκτα.
6. Η ύπαρξι της Σελήνης
Η Γη έχει και ένα δορυφόρο, τη Σελήνη, που περιστρέφεται γύρω απ’ αυτήν. Πέρα από την ομορφιά και τη γοητεία που προκαλεί με το γλυκό της φως, εκπληρώνει και άλλους, ουσιαστικότερους σκοπούς.
Κατ’ αρχήν, η ύπαρξι της Σελήνης με τη σχετικά μεγάλη μάζα της, εξασφαλίζει τη σταθερότητα του άξονα περιστροφής της Γης. Αν η Σελήνη δεν υπήρχε, και μάλιστα στην κατάλληλη θέσι, ή αν ήταν μικρότερη, όπως οι δορυφόροι άλλων πλανητών, ο άξονας της Γης θα άλλαζε διαρκώς διεύθυνσι, με αποτέλεσμα την αστάθεια στο κλίμα, που θα καθιστούσε δύσκολη ή και αδύνατη την ύπαρξι ζωής. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς κάποιου αστροφυσικού, αν δεν υπήρχε η Σελήνη, η θερμοκρασία στη γη θα κατέβαινε στους -100° C το χειμώνα και θα ανέβαινε στους + 150° C το καλοκαίρι!
Μια άλλη συμβολή της Σελήνης είναι οι παλίρροιες που προκαλεί. Όπως γνωρίζουμε τα νερά των θαλασσών ανεβαίνουν και κατεβαίνουν δύο φορές το εικοσιτετράωρο. Αυτό οφείλεται κυρίως στην έλξι της Σελήνης. Με τις παλίρροιες γίνεται ανάδευσι (ανακάτεμα) του νερού της θαλάσσης, γεγονός που αποτρέπει την αποσύνθεσι.
7. Η μάζα της Γης
Ένα άλλο σημαντικό δεδομένο που ευνοεί την ύπαρξι ζωής στον πλανήτη μας είναι η μάζα της Γης. Η Γη διαθέτει την ακριβώς απαιτούμενη μάζα. Αν η μάζα της ήταν μικρότερη, θα είχε μικρότερη βαρυτική έλξι, οπότε δεν θα μπορούσε να συγκρατήσει την ατμόσφαιρα (όπως η Σελήνη). Αν η μάζα της ήταν μεγαλύτερη, θα είλκυε περισσότερους μετεωρίτες που θα προκαλούσαν καταστροφές.

Ερωτήματα
Πώς έτυχαν όλες αυτές οι θαυμαστές συμπτώσεις σ’ ένα και μόνο πλανήτη;
• Πώς έτυχε η Γη να βρίσκεται στην κατάλληλη θέσι μέσα στον γαλαξία;
• Πώς έτυχε να είναι και πλανήτης σ’ ένα αστέρι σαν τον Ήλιο, που είναι κατάλληλος για να συντη ρήσει τη ζωή;
• Πώς έτυχε να βρίσκεται και στην κατάλληλη απόστασι από τον Ήλιο (ούτε πολύ κοντά, ούτε πολύ μακρυά) ώστε να έχει την απαιτούμενη θερμοκρασία για να μπορεί να αναπτυχθεί η ζωή;
• Πώς έτυχε να την περιβάλλουν και δύο μεγάλοι πλανήτες (ο Δίας και ο Κρόνος) που σαν αλεξικέραυνο την προστατεύουν από τους μετεωρίτες και τα άλλα ουράνια αντικείμενα που θα την απειλούσαν;
• Πώς έτυχε ο άξονας της Γης να έχει και την κατάλληλη κλίσι (23,5°), ώστε να υπάρχουν οι εποχές;
• Πώς έτυχε να έχει και ένα δορυφόρο (τη Σελήνη) που να έχει το κατάλληλο μέγεθος ώστε να κρατά σταθερό τον άξονα της για να εναλλάσσονται ομαλά οι τέσσερις εποχές;
• Πώς έτυχε να έχει και την κατάλληλη μάζα ώστε να συγκρατεί την ατμόσφαιρα;
Όλα αυτά και άλλα πολλά ερωτήματα μαρτυ ρούν ένα σοφό σχέδιο, που το επεξεργάσθηκε ένας τέλειος Νους και το πραγματοποίησε μια άπειρη Δύναμι, με σκοπό να κάνει αυτό τον πλανήτη, τη Γη μας, ένα ξεχωριστό δημιούργημα που θα φιλοξενούσε το θαυμαστό φαινόμενο που λέγεται ζωή.
Αν προχωρήσει κανείς περισσότερο, θ’ ανακαλύψει και άλλες συμπτώσεις μέσα στο Σύμπαν και ιδιαιτέρως στη Γη. Όλη αυτή η έρευνα οδηγεί τελικά σ’ ένα συγκλονιστικό συμπέρασμα: Όλο το Σύμπαν, όλος ο φυσικός κόσμος και η Γη ξεχωριστά, έγιναν για τον άνθρωπο. Μη βιαστείτε να πείτε ότι είναι υπερβολή που διακηρύττουν θεολόγοι ή θρησκόληπτοι άνθρωποι. Το συμπέρασμα αυτό είναι μια άποψι στην οποία κατέληξαν στις μέρες μας οι επιστήμονες και ονομάζεται ανθρωπική αρχή.

Η ατμόσφαιρα

Αφού είδαμε μερικές από τις ιδιαιτερότητες που παρουσιάζει ο πλανήτης μας μέσα στο αστρικό σύμπαν, ας πούμε λίγα λόγια και για την ατμόσφαιρα που την καλύπτει.
Ατμόσφαιρα ονομάζεται το στρώμα του αέρα που περιβάλλει τη γη. Είναι μια αέρια θάλασσα, μέ σα στην οποία κολυμπάνε όλοι οι χερσαίοι οργανι σμοί. Συγκρατείται, όπως είπαμε, από την βαρύτητα και φθάνει πρακτικά σε ύψος 3.500 χιλιομέτρων.
Η ατμόσφαιρα είναι μίγμα πολλών αερίων, το καθένα από τα οποία εξυπηρετεί και ένα σκοπό. Τα κυριότερα αέρια είναι τα εξής:
α) Το Οξυγόνο. Βρίσκεται σε ποσοστό 21%. Είναι απαραίτητο για τη ζωή, διότι προκαλεί τις καύσεις μέσα στους οργανισμούς, από τις οποίες παρά γεται κίνησι και κάθε είδους ενέργεια.
Το ποσοστό, στο οποίο το συναντούμε, είναι το ιδανικό για την ομαλή λειτουργία της ζωής. Αν ήταν μικρότερο, θα είχαμε δύσπνοιες. Αν ήταν μεγαλύτερο, θα είχαμε καταστρεπτικές συνέπειες, διότι το oξυγόνο σε μεγάλες ποσότητες είναι τοξικό (δηλητηριώδες) για τους οργανισμούς. Επίσης θα προκαλούνταν εύκολα πυρκαγιές.
β) Το Άζωτο. Βρίσκεται σε ποσοστό 78%. Παίζει κι αυτό σημαντικό ρόλο στο περιβάλλον και στη ζωή. Αφ’ ενός αραιώνει το οξυγόνο. Αφ’ ετέρου με τις αστραπές και τους κεραυνούς ενώνεται με το οξυγόνο, και στη συνέχεια πέφτοντας στη γη με τη βροχή, γίνεται λίπασμα για τα φυτά (αζωτούχα λιπάσματα).
γ) Τρίτο βασικό συστατικό της ατμόσφαιρας είναι το διοξείδιο του άνθρακα. Βρίσκεται γενικά σε πολύ μικρό ποσοστό (μικρότερο του 1%). Όμως η παρουσία του είναι απαραίτητη, όσο και του οξυγό νου. Διότι το διοξείδιο του άνθρακα είναι αναγκαίο για τη φωτοσύνθεσι, κατά την οποία τα φυτά το χρησιμοποιούν μαζί με το νερό για να παρασκευάσουν τη γλυκόζη και στη συνέχεια τους καρπούς, το ξύλο και όλα τα φυτικά παράγωγα. Συνεπώς, χωρίς διοξείδιο του άνθρακα δε θα υπήρχε φυτική ζωή και α σφαλώς ούτε ζωική.
Και εδώ υπάρχουν λεπτές ισορροπίες. Αν το πο σοστό του διοξειδίου του άνθρακα αυξηθεί, τότε έχουμε το φαινόμενο του θερμοκηπίου, που συνεπάγεται αύξησι της θερμοκρασίας της γης. Επίσης η αύξησι θα επέφερε βλαβερές συνέπειες στα ζώα, δύσ πνοια και θάνατο. Αντίθετα, αν το ποσοστό μειωθεί, αυτό θα επηρέαζε τα φυτά και θα είχαμε ελάττωσι του οξυγόνου της ατμόσφαιρας.
δ) Όζον. Είναι ένα αέριο που το συναντούμε στην ανώτερη ατμόσφαιρα σε ύψος 24 χιλιομέτρων. Έχει πάχος μόλις μισό εκατοστό του μέτρου. Και όμως, αυτό το λεπτότατο στρώμα του όζοντος μας προστατεύει σαν μια ομπρέλα από τις βλαβερές υπεριώδεις ακτινοβολίες του ήλιου, που είναι καρκινογόνες!
Όλοι έχουμε ακούσει για την τρύπα του όζοντος και γενικά για την καταστροφή του χρησίμου αυτού αερίου, που έχει ως αποτέλεσμα ο ήλιος να έχει γίνει 500 φορές πιο επικίνδυνος απ’ ό,τι πριν από μερικές δεκαετίες.
ε) Τέλος, βασικό αέριο είναι και οι υδρατμοί, οι οποίοι προέρχονται από την εξάτμισι του νερού των θαλασσών και των λιμνών. Αυτοί οι υδρατμοί γίνονται σύννεφα και στη συνέχεια πέφτουν σαν βροχή στη γη για να καλύψουν τις ανάγκες σε νερό όλων των ζωντανών οργανισμών.
Εκτός όμως από την προμήθεια νερού την οποία εξασφαλίζουν, οι υδρατμοί συντελούν και σε κάτι άλλο πολύ σπουδαίο. Μειώνουν τη μεγάλη διαφορά θερμοκρασιών που θα υπήρχε μεταξύ ημέρας και νύκτας. Αν δεν υπήρχαν υδρατμοί στην ατμόσφαιρα, την ημέρα η γη θα καιγόταν από την υψηλή θερμοκρασία, ενώ την νύκτα θα υπήρχε πολικό ψύχος. Επομένως, ζωή δεν θα μπορούσε εύκολα να υπάρξει.
Πέρα απ’ αυτά που αναφέραμε για τη χρησιμότη τα του κάθε αερίου ξεχωριστά, θα πρέπει να συμπληρώσουμε και κάποιες άλλες σημαντικές ωφέλειες που μας προσφέρει η ατμόσφαιρα.
• Κατ’ αρχήν αποτελεί το μέσο της διαδόσεως του ήχου. Ο κάθε ήχος (ομιλία, μουσική, θόρυβος κ.λπ.) ταξιδεύει και φτάνει στο αυτί μας μέσω του ατμοσφαιρικού αέρα.
• Επίσης η ατμόσφαιρα μας προστατεύει από τους μετεωρίτες, οι οποίοι όταν μπουν στην ατμόσφαιρα, λόγω της μεγάλης ταχύτητας που έχουν, υπερθερμαίνονται εξ αιτίας της τριβής τους με τον αέρα, αναφλέγονται και διαλύονται. Είναι τα «αστέρια» που βλέπουμε να πέφτουν τις νύκτες. Σπάνια φτάνουν στη γη. Ενώ στη Σελήνη, που δεν υπάρχει ατμόσφαιρα, πέφτουν πολύ περισσότεροι μετεωρίτες και δημιουργούν τους γνωστούς κρατήρες που βλέπουμε στην επιφάνειά της.
Γι’ αυτή τη λεπτομέρεια ο μεγάλος Άγγλος φυσικός Joule (Τζάουλ) αναφωνεί:
«Η ψυχή μου ξεχειλίζει από θαυμασμό και ευγνωμοσύνη, όταν σκέφτομαι τη θαυμάσια οργάνωσι, που επενόησε ο Δημιουργός της Φύσεως, για να προστατεύσει τα πλάσματά Του. Χωρίς την ατμόσφαιρα, που μας καλύπτει σαν μια ασπίδα, θα ήμασταν εκτεθειμένοι συχνά σε βομβαρδισμό αναπόφευκτο».

Οι θάλασσες (υδρόσφαιρα)

Μετά από την ατμόσφαιρα και όλα τα θαυμαστά που γνωρίσαμε γι’ αυτήν, ας στρέψουμε την προσοχή μας στις θάλασσες, τις απέραντες αυτές δεξαμενές του νερού.
• Το νερό και οι θαυμαστές ιδιότητές του
Το νερό είναι η πιο πολύτιμη ουσία στο σύμπαν. Και οι λόγοι είναι κυρίως οι εξής:
α) Αποτελεί βασικό στοιχείο στη φωτοσύνθεσι. Όπως αναφέραμε και πιο πάνω, κατά τη φωτοσύνθεσι τα φυτά παίρνουν νερό από τη γη με τις ρίζες τους και διοξείδιο του άνθρακα από την ατμόσφαιρα και μετά από πολύπλοκες χημικές διαδικασίες παρά γουν οξυγόνο και γλυκόζη. Συνεπώς το οξυγόνο που αναπνέουμε προέρχεται από το νερό που απορροφούν τα φυτά.
β) Είναι άριστος διαλύτης. Το νερό που περιέχε ται στο σάλιο και στα υγρά του στομάχου διαλύει τις θρεπτικές ουσίες που βρίσκονται στις τροφές και έ τσι μπορεί ο οργανισμός να τις απορροφήσει και να τις αφομοιώσει.
γ) Διατηρεί σταθερή τη θερμοκρασία των οργανισμών. Κι αυτό διότι το νερό δεν αλλάζει εύκολα τη θερμοκρασία του. Αυτή η ιδιότητα εξασφαλίζει στους οργανισμούς, που αποτελούνται κατά 70% από νερό, μια θερμική σταθερότητα στις αυξομειώσεις της θερμοκρασίας του περιβάλλοντος.
Για τους πιο πάνω λόγους, και για πολλούς άλλους, το νερό είναι περισσότερο αναγκαίο από την τροφή. Χωρίς τροφή μπορεί να ζήσει κάποιος για μερικές εβδομάδες. Χωρίς νερό όμως δεν μπορεί να ζήσει ούτε μια εβδομάδα.
• Η προμήθεια του νερού
Αφού λοιπόν το νερό είναι τόσο πολύτιμο και αναγκαίο, θα πρέπει με κάποιο τρόπο να το προμηθεύονται όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί.
Όλοι γνωρίζουμε τον καταπληκτικό τρόπο με τον οποίο προμηθεύεται η γη το πολύτιμο αυτό αγαθό. Υπάρχουν οι τεράστιες αποθήκες νερού· οι θάλασσες και οι λίμνες. Με τη θερμότητα του ήλιου εξατμίζονται μεγάλες ποσότητες νερού.
Όπως ήδη αναφέραμε, κάθε χρόνο εξατμίζονται από τις θάλασσες και τις λίμνες 400 τρισεκατομμύρια τόννοι νερού.
Με τους άνεμους οι υδρατμοί αυτοί μεταφέρονται παντού, σε όλη τη γη.
Εκεί, γίνεται το αντίθετο φαινόμενο. Οι υδρατμοί ψύχονται, υγροποιούνται, γίνονται σύννεφα και μετά βροχή, η οποία πέφτει και ποτίζει όλη τη γη.
Όσον αφορά τη βροχή, πρέπει να πούμε ότι ο τρόπος δημιουργίας της είναι ακόμα άγνωστος. Μόνο θεωρίες υπάρχουν. Επίσης είναι θαυμαστό το γεγονός ότι οι σταγόνες της βροχής έχουν κάποιο όριο ως προς το μέγεθος.
Διαφορετικά, αν ήταν μεγαλύτερες, θα σκορπούσαν θάνατο και όχι ζωή.
• Όλοκληρώνοντας την αναφορά μας αυτή για τη θάλασσα αξίζει να πούμε ότι:
α) Οι θάλασσες καλύπτουν το 70% της επιφα νείας της γης. Αν κάλυπταν μεγαλύτερη έκτασι, θα είχαμε πλημμύρες, υγρασία και άλλα ανεπιθύμητα φαινόμενα που θα δυσκόλευαν τη ζωή. Αν κάλυπταν μικρότερη έκτασι, θα υπήρχε ξηρασία και λιγότερη βλάστησι, που κι αυτό θα είχε αρνητικές συνέπειες στους ζωντανούς οργανισμούς.
β) Μέσα στις θάλασσες υπάρχει αλάτι. Έχει κι αυτό τον λόγο του. Το άλας, όπως γνωρίζουμε, είναι αντισηπτικό· εμποδίζει την σήψι και την αποσύνθεσι μέσα στο θαλάσσιο οικοσύστημα.
γ) Τέλος, μέσα στις θάλασσες ζουν αναρίθμητα είδη ψαριών και άλλων θαλασσίων οργανισμών, με τους οποίους τρέφεται ο άνθρωπος, και που προσθέτουν μια τεράστια ποικιλία μέσα στον κόσμο των έμ βιων όντων που προκαλεί θαυμασμό.
«Ως εμεγαλύνθη τα έργα σου, Κύριε, πάντα εν σοφία εποίησας»
Από τη σύντομη μελέτη που κάναμε στα δύο αυτά συστήματα, την ατμόσφαιρα και τις θάλασσες, βρήκαμε και πάλι αφορμές να θαυμάσουμε τη σοφία και την πρόνοια που υπάρχει στο καθετί.
• Το πολύτιμο οξυγόνο βρίσκεται στην ακριβή αναλογία, ώστε να λειτουργεί ομαλά η ζωή στους οργανισμούς. Χρήσιμο επίσης είναι και το άζωτο.
• Το διοξείδιο του άνθρακα συνεισφέρει κι αυτό τα μέγιστα, διότι αποτελεί βασική πρώτη ύλη όλων των τροφών που καταναλώνουμε, αλλά και των καυσίμων που παράγουν την κίνησι και τη θέρμανσι.
• Το όζον αποτελεί την ασπίδα που μας προστατεύει από τις βλαβερές ακτίνες του ήλιου.
• Οι υδρατμοί μας προμηθεύουν το νερό και αποτρέπουν τις μεγάλες διακυμάνσεις της θερμοκρασίας.
• Θαυμάσαμε επίσης τις καταπληκτικές ιδιότητες του νερού αλλά και την αναγκαιότητά του στο φαι νόμενο της ζωής.
• Είδαμε τέλος με τι σοφό τρόπο μεταφέρεται το νερό από τις θάλασσες, όπου βρίσκεται αποθηκευμένο, σε όλη τη γη για να ποτίσει κάθε ζωντανό οργανισμό και να «αρδεύση άπασαν την κτίσιν προς ζωογονίαν».
Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε τη μελέτη μας αυτή με αναφορά στον αόρατο κόσμο του ατόμου, στα στοιχειώδη σωματίδια από τα οποία αποτελείται το σύμπαν και στις θεμελιώδεις δυνάμεις που τα συγκρατούν.
Πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον θα παρουσίαζε η μελέτη του κυττάρου, που είναι η μικρότερη μονάδα ζωής με την εξαιρετικά πολύπλοκη κατασκευή του, το πλήθος των οργανιδίων που βρίσκονται σ’ αυτό και ιδιαιτέρως το DNA πάνω στο οποίο βρίσκονται κωδικοποιημένες όλες οι ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά του οργανισμού.
Θαυμασμό προκαλεί και ο κόσμος των φυτών, των ψαριών, των πουλιών και των ζώων. Για ένα έντομο, τη μέλισσα, έχουν γραφεί τόμοι ολόκληροι βιβλίων.
Εκεί όμως που μένει κανείς κατάπληκτος και ο θαυμασμός φτάνει στο αποκορύφωμα, είναι το αν θρώπινο σώμα, το τέλειο αυτό καλλιτέχνημα, που αποτελεί την κορωνίδα της δημιουργίας.
Τι να πει κανείς για την καρδιά, που σαν μια αντλία δουλεύει ασταμάτητα στέλλοντας το αίμα σ’ όλο το σώμα;
Τι να πει κανείς για το πεπτικό σύστημα, με το οποίο οι τροφές διαλύονται και στη συνέχεια ξανασυναρμολογούνται από τον οργανισμό για να γίνουν κόκκαλα, κρέας, νεύρα, λίπος κ.λπ.;
• Τι να πει κανείς για το αίμα, που μεταφέρει τις θρεπτικές ουσίες και το οξυγόνο στα 100 τρισεκατομμύρια κύτταρα του σώματός μας, ώστε όλα ανεξαιρέ τως να τραφούν και να παράγουν την ενέργεια που τους χρειάζεται;
Τι να πει κανείς για το μάτι, που είναι μια τέλεια φωτογραφική μηχανή; Ή για το αυτί, που σαν ραντάρ συλλαμβάνει και επεξεργάζεται τους ήχους;
Τέλος, τι να πει κανείς για τον εγκέφαλο του ανθρώπου, που θεωρείται το τελειότερο δημιούργημα σ’ όλο το σύμπαν;
Για όλα αυτά ο κάθε καλοπροαίρετος ερευνητής αναφωνεί με δέος:
«Μέγας ει, Κύριε, και θαυμαστά τα έργα σου και ου δείς λόγος εξαρκέσει προς ύμνον των θαυμάσιων σου».
Θα χρειάζονταν τόμοι χιλιάδων σελίδων για να περιγράψουν τα θαύματα της φύσεως. Όλα μαρτυρούν την ύπαρξι Θεού Δημιουργού. Μέσα απ’ αυτά φαίνεται η παντοδυναμία, η πανσοφία αλλά και η α γαθότητα του Θεού.
Ο φυσικός κόσμος, όπως λέει ο Μέγας Βασίλειος, αποτελεί «διδασκαλείον και παιδευτήριον θεογνωσίας των ανθρωπίνων ψυχών, διά των δρωμένων και αισθητών χειραγωγίαν τω νω παρεχόμενος, προς την θεωρίαν των αοράτων». Δηλαδή, ο φυσικός κόσμος εκτός από κατοικία του ανθρώπου είναι και σχολείο για να γνωρίσει τον Θεό. Και μέσα από αυ τά που βλέπουμε και αντιλαμβανόμαστε να οδηγεί ται ο νους μας στη θεωρία των αοράτων.
Είναι ένα βιβλίο του Θεού, ένα άλλο Ευαγγέλιο, γραμμένο σε γλώσσα που όλοι οι άνθρωποι μπορούν να την διαβάσουν, ακόμα και οι αγράμματοι, και μέ σα απ’ αυτό να εννοήσουν όχι βέβαια την ουσία Του, αλλά τα ιδιώματά Του.
«Ουκ εκ της ουσίας αυτού τον Θεόν γνωρίζομεν», παρατηρεί ο αγ. Μάξιμος ο ομολογητής, «αλλ’ εκ της μεγαλουργίας αυτού και προνοίας των όντων. Διά τούτων γαρ, ως δι’ εσόπτρων, την άπειρον αγαθότη τα και σοφίαν και δύναμιν κατανοούμεν». Δεν γνωρί ζουμε, λέει, τον Θεό από την ουσία Του, αλλά από τα μεγαλειώδη έργα Του και την πρόνοια που δεί χνει στα δημιουργήματά Του. Μέσα απ’ αυτά, σαν από καθρέφτη, κατανοούμε την άπειρη αγαθότητα και σοφία και δύναμί Του.
Κάποτε περπατούσαν στους αγρούς ο μεγάλος φυσικός Κέλβιν με τον διαπρεπή χημικό Λίμπιχ. Τότε ο Κέλβιν τον ρώτησε αν τα άνθη που απλώνονταν μπροστά τους προήλθαν από τυχαία ένωσι των στοιχείων, οπότε ο Λίμπιχ απάντησε: «Θα μου ήταν πολύ πιο εύκολο να δεχθώ ότι ένα βιβλίο Βοτανικής γράφτηκε με τυχαίο ανακάτεμα των τυπογραφικών στοιχείων που το αποτελούν, παρά ότι τα άνθη αυτά έγιναν από τυφλό συνδυασμό των χημικών στοιχείων που τα αποτελούν».

Θα ήθελα να κλείσουμε τη φτωχή αυτή αναφορά μας στην φυσική αποκάλυψι με λόγια όχι της Αγίας Γραφής ή κάποιου πατέρα της Εκκλησίας αλλά ενός μεγάλου και σεμνού επιστήμονα, του κορυφαίου αστρονόμου όλων των αιώνων, του Κέπλερ. Αυτού που ανακάλυψε τους τρεις υπέροχους νόμους της κινήσεως των πλανητών. Εκστατικός, μπροστά στο θείο μεγαλείο που αντίκρυσε στον έναστρο ουρανό, αφήνει την ψυχή του ελεύθερη να πετάξει στους υπερουράνιους θόλους.
Λέει λοιπόν σε κάποια μελέτη του:
«Πριν απομακρυνθώ από το τραπέζι των επιστημονικών μου ερευνών, θέλω να σηκώσω τα μάτια μου και τα χέρια μου στον ουρανό και ν’ αφήσω την ταπεινή μου προσευχή θερμή να υψωθεί προς αυτόν που δημιούργησε το φως.
Κύριε και δημιουργέ μου. Θερμά σ’ ευχαριστώ που με τα δημιουργήματά σου μου έδωσες τόση χαρά. Σ’ ευχαριστώ που με τα έργα των χειρών σου μου χάρισες αληθινή απόλαυσι. Όσο μπόρεσα με το μικρό μου μυαλό ν’ αντιληφθώ το άπειρο μεγαλείο Σου, φανέρωσα στους ανθρώπους το ασύλληπτο κάλλος της δημιουργίας Σου. Κύριε, συγχώρεσέ με, αν είπα κάτι ανάξιο της μεγαλωσύνης Σου, ή κάτι που δεν αποδίδει ολόκληρο τον απέραντο σεβασμό που οφείλουμε στο άγιο Όνομά Σου…
Ουρανέ, Γη, Ήλιε, Σελήνη, Άστρα, δοξολογείστε Τον.
Και συ, ψυχή μου, ψάλλε στον Κύριο και Δη μιουργό Σου ακατάπαυστο αίνο μέχρι την τελευταία σου πνοή!
Τιμή και δόξα ανήκει σ’ Αυτόν εις τους αιώνας. Αμήν».

Πηγή