8 τῇ γὰρ χάριτί ἐστε σεσωσμένοι διὰ τῆς πίστεως· καὶ τοῦτο οὐκ ἐξ ὑμῶν, Θεοῦ τὸ δῶρον, 9 οὐκ ἐξ ἔργων, ἵνα μή τις καυχήσηται. 10 αὐτοῦ γάρ ἐσμεν ποίημα, κτισθέντες ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ ἐπὶ ἔργοις ἀγαθοῖς, οἷς προητοίμασεν ὁ Θεὸς ἵνα ἐν αὐτοῖς περιπατήσωμεν. Εφεσίους β’ 8-10

Πολλοί εσμέν οι λέγοντες , ολίγοι δε οι ποιούντες . αλλ’ούν τον λόγον του Θεού ουδείς ώφειλε νοθεύειν διά την ιδίαν αμέλειαν , αλλ’ ομολογείν μεν την εαυτού ασθένειαν , μη αποκρύπτειν δε την του Θεού αλήθειαν , ίνα μή υπόδικοι γενώμεθα , μετά της των εντολών παραβάσεως , και της του λόγου του Θεού παρεξηγήσεως …

Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής p.g.90,1069.360



ΘΕΜΑΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΤΗΧΗΣΕΩΣ

ΟΙ ΑΓΙΟΙ


Το θέμα αυτό είναι πολύ βασικό, γιατί όλες οι προτεσταντικές αιρέσεις ασκούν σφοδρότατη κριτική εναντίον της Εκκλησίας μας, υποστηρίζοντας πως εμείς λατρεύουμε τους αγίους και προσβλέπουμε σ' αυτούς για σωτηρία, όχι στον Σωτήρα Χριστό!

Είναι λοιπόν ποιμαντική ανάγκη να εξηγήσουμε με ποια έννοια η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τους αγίους και πού τελικά μεταβαίνει αυτή η τιμή. Να τονίσουμε σε ποια σχέση βρισκόμαστε εμείς με τους αγίους και τι συνεπάγεται αυτή η σχέση. Πρέπει ακόμη να απαντήσουμε στην ένσταση των προτεσταντών, ότι οι άγιοι δεν είναι πανταχού παρόντες και συνεπώς δεν ακούουν τις προσευχές μας. Να ερμηνεύσουμε τα θαύματα που επιτελούν οι άγιοι και να τα κατοχυρώσουμε αγιογραφικά- να αναφερθούμε στην πρώτη Εκκλησία, για να διαπιστώσουμε αν υπήρχε σ' αυτήν η τιμή των αγίων και προ παντός, να καταστήσουμε φανερή τη διάκριση μεταξύ τιμής και λατρείας, λατρευτικής προσκύνησης και προσκύνησης σαν εκδήλωση τιμής και αγάπης, που αποδίδεται από μέρους μας στους αγίους.

Κατά την πίστη της Εκκλησίας μας οι άγιοι αντικατοπτρίζουν τη δόξα του Κυρίου (Β' Κορ. γ' 18) και ακτινοβολούν το άκτιστο φως του Θεού (Ματθ. ε' 14. Ιω. η' 12. Εφεσ. ε' 8. Κολ. α' 12. Αποκ. κβ' 5).

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
(Αρχιμανδρίτου Ιωάννου Καραμούζη) 

α) Έννοια του όρου «Εκκλησία»

Ο όρος «Εκκλησία» στην αρχαιοελληνική του έννοια προερχόμενος από το ρήμα εκκαλώ δηλώνει τη συγκέντρωση και τη συνάθροιση πολιτών, προκειμένου να συσκεφθούν και να συναποφασίσουν για διάφορα σημαντικά ζητήματα. Στη Π. Διαθήκη αποκτά την έννοια της απλής συνάθροισης του Ισραηλιτικού λαού για θρησκευτικά, πολιτικά ή στρατιωτικά θέματα. Ωστόσο στο ίδιο κείμενο (της Π.Δ.) η λέξη «Εκκλησία» δηλώνει και το περιούσιο λαό του Θεού, τον Ισραήλ. Στη Κ. Διαθήκη ο όρος «Εκκλησία» σημαίνει πλέον τη σύνταξη εκείνων που πιστεύουν στο Χριστό, ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζεται και ως βασιλεία, νύμφη, παστάς, άμπελος, λιμήν, πόλις, σύνοδος κ.λπ.

Παρ΄ όλα αυτά, η απόπειρα του να δοθεί ορισμός για το τι είναι Εκκλησία καθίσταται δυσχερέστατη αφού πρόκειται περί μυστηρίου. Και τούτο συμβαίνει γιατί η Εκκλησία έχει με αϊδιο τρόπο την αρχή της στο Τριαδικό Θεό, ενώ ταυτόχρονα είναι συνδεδεμένη μαζί του με μία σχέση αδιάσπαστη και άκρως αγαπητική. Ο ανθρώπινος νους δεν έχει τη δυνατότητα να κατανοήσει αυτή τη σχέση Θεού - Εκκλησίας γιατί είναι μία υπέρλογη πραγματικότητα. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να την αισθανθεί εμπειρικά, πλησιάζοντάς την μέσα από τις περιγραφικές εικόνες που της αποδίδουν οι πατέρες της πίστης μας.

Ο απόστολος Παύλος στις Επιστολές του προς τους Χριστιανούς της Εφέσσου, της Κορίνθου, της Ρώμης και των Κολασαέων, παρουσιάζει την Εκκλησία με τα εξής χαρακτηριστικά: Είναι το σώμα του Ιησού Χριστού που έχει ως κεφαλή αυτόν τον ίδιο το Χριστό. Μέλη αυτού του σώματος είναι όλοι οι βαπτισμένοι Χριστιανοί, οι οποίοι βρίσκονται σε οργανική σχέση και εξάρτηση τόσο προς τη κεφαλή τους, δηλ. το Χριστό, όσο και μεταξύ τους. Κοινός σκοπός των μελών της εκκλησίας είναι ο αγιασμός που συντελείται με τη συμμετοχή στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας και με την έμπρακτη έκφραση της αγάπης στις μεταξύ τους σχέσεις.

Πίστη - Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου


Πραγματικά αυτό είναι πίστη, το να μην δίνουμε δηλαδή προσοχή σ’ αυτά που βλέπουμε, έστω κι αν αυτά που γίνονται είναι αντίθετα από την υπόσχεση του Θεού, αλλά να έχουμε εμπιστοσύνη στη δύναμη εκείνου που έδωσε την υπόσχεση. Αυτό είναι πίστη, το να θεωρεί κανείς αυτά που υποσχέθηκε ο Θεός, έστω κι αν δεν είναι ορατά με τα μάτια του σώματος, περισσότερο αξιόπιστα από εκείνα που φαίνονται και βρίσκονται μπροστά στα μάτια μας.Αυτό κυρίως είναι το γνώρισμα της πίστεως, το να εγκαταλείπουμε κάθε εγκόσμια λογική και φυσική αντιμετώπιση των πραγμάτων και να επιζητούμε το υπερφυσικό, την ουράνια λογική• να διώχνουμε τις αδύνατες ανθρώπινες σκέψεις και να παραδεχόμαστε, ότι όλα προέρχονται από τη δύναμη του Θεού. Και όμως αν θέλεις να πιστεύεις σε αυτά που φαίνονται, στα αόρατα μάλλον παρά στα ορατά πρέπει να πιστεύεις. Αν και φαίνεται παράξενο αυτό που είπα, όμως είναι αληθινό και αναντίρρητα παραδεκτό από όσους είναι συνετοί.
Γιατί τα μάτια κάνουν πολλά σφάλματα, όχι μόνον στα αόρατα (αυτά ούτε τα αντιλαμβάνονται καν), αλλά και σ’ αυτά που νομίζουν ότι βλέπουν, λόγω απόστασης και μεσολάβησης της ατμόσφαιρας, λόγω στροφής της προσοχής και της σκέψης σε άλλα, λόγω θυμού και φροντίδας και απείρων άλλων, που επηρεάζουν την ακρίβεια των φαινομένων. Ενώ ο λογισμός ( η διαίσθηση) της ψυχής, αν δεχθεί το φως των θείων Γραφών, γίνεται ακριβέστερο κριτήριο των πραγμάτων που δεν πλανάται ποτέ.
Γιαυτό τα θαύματα δέν είναι κριτήριο πίστεως , αλλά οι γραφές. ο κόσμος όμως δυστηχώς δέν διαβάζει αλλά πιστεύει με αυτά που βλέπει , τα οποία πολλές φορές είναι εκ του πονηρού γιά να πλανήση τον  άνθρωπο, ο λαος ακολουθεί γεροντάδες <<θαυματοποιούς >> και δεν ακολουθεί τα λεγόμενα των αγίων, βασίζεται στά θαύματα παρά στο ευαγγέλιο και τους αγίους, και διααυτό πλανάτε !!

                                               ΤΑ 12 ΑΡΘΡΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ

 1) Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν, Πατέρα Παντοκράτορα, ποιητὴν οὐρανοῦ καὶ γῆς, ὁρατῶν τε πάντων καὶ ἀοράττων.
 2) Καὶ εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦ Χριστόν, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ τὸν μονογενῆ, τὸν ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννηθέντα πρὸ πάντων τῶν αἰώνων·
( Οι  αιρετικοί  Χριστομάχοι  ισχυρίζονταν  ότι  ο χριστός  είναι  κτίσμα ,και  μόνο  αυτός  το κτίσμα  είναι  κεφαλή  της  εκκλησίας )
 3) Φῶς ἐκ φωτός, Θεὸν ἀληθινόν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ γεννηθέντα, οὐ ποιηθέντα, ὁμοούσιον τῷ Πατρί, δι’ Οὗ τὰ πάντα ἐγένετο.
 4) Τὸν δι’ ημᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καὶ σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου, καί ἐνανθρωπήσαντα.
( γιαυτό  λέγουν  άλλο  Χριστός  άλλο  θεός  λόγος  )
 5) Σταυρωθέντα τε ὑπὲρ ἡμῶν ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου, καὶ παθόντα, καὶ ταφέντα.
 6) Καὶ ἀναστάντα τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ, κατὰ τὰς Γραφάς.
 7) Καὶ ἀνελθόντα εἰς τοῦς οὐρανούς, καί καθεζόμενον ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός. Καὶ πάλιν ἐρχόμενον μετὰ δόξης κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς· Οὗ τῆς βασιλεῖας οὐκ ἔσται τέλος.
 8) Καὶ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, τὸ Κύριον, τὸ Ζωοποιόν, τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον, τὸ σὺν Πατρὶ καὶ Υἱῷ συμπροσκυνούμενον καὶ συνδοξαζόμενον, τὸ λαλῆσαν διὰ τῶν Προφητῶν.
 9) Εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικήν, καὶ ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν.
( η εκκλησία  της  ελλάδος και το πατριαρχείο κωνσταντινουπόλεως  είναι  αιρετική  διότι  πιστεύη  ότι  δεν  υπάρχει  μία  εκκλησία  του  θεού- η ορθόδοξος- αλλά πολλές  εκκλησίες  που η κάθε μία έχει  μέρος  της  αλήθιας ( εγκύκλιος  του πατριαρχίου  κων/λεως  του  1920)
 10) Ὁμολογῶ ἓν βάπτισμα εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν.
 11) Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν.
 12) Καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Ἀμήν.

ΑΙ ΠΑΛΙΔΩΡΙΑΙ ΤΩΝ ΨΕΥΔΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΙΤΩΝ, ΠΡΩΗΝ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΥΝ ΑΥΤΩ


Αγία Γραφή και Ιερά Παράδοση


ΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΗ
 του π. Αντωνίου Αλεβιζοπούλου (†)

Όταν κάνουμε λόγο για την αγία Γραφή και την ιερή παράδοση δεν εννοούμε δύο ξεχωριστά ή αντίθετα πράγματα, αλλά ένα αρμονικό όλο· την όλη αποκάλυψη του Θεού για χάρη της σωτηρίας του ανθρώπου.

Ο Μ. Βασίλειος συνοψίζει αυτή τη διδαχή της Ορθοδοξίας με τα ακόλουθα λόγια:
«Από τα δόγματα και τας αληθείας που διαφυλάσσει η Εκκλησία, άλλα μεν τα έχομε πάρει από τη γραπτή διδασκαλία, άλλα δε, που μυστικά έφθασαν μέχρις εμάς, τα εκάναμε δεκτά από την παράδοση των αποστόλων. Και τα δύο έχουν την ίδια σημασία για την πίστη. Και κανείς από όσους έχουν ακόμη και μικρή γνώση των Εκκλησιαστικών θεσμών δεν θα προβάλει αντίρρηση σ' αυτά... Γιατί αν επιχειρήσουμε να εγκαταλείψουμε όσα από τα ''έθη" είναι άγραφα, γιατί δήθεν δεν έχουν μεγάλη σημασία, χωρίς να το καταλάβουμε, θα ζημιώναμε το ευαγγέλιο στην ουσία του ή μάλλον θα μετατρέπαμε το ευαγγέλιο σε "κενόν νοήματος όνομα"».

Ο Μ. Βασίλειος δεν παραλείπει να αναφέρει συγκεκριμένα παραδείγματα από τα «έθη» της Εκκλησίας στην εποχή του, τα οποία κανείς δεν αμφισβητούσε και όμως δεν βρίσκονταν σε καμμία γραπτή παράδοση:

«Λόγου χάρη (για να θυμηθώ το πρώτο και πιο συνηθισμένο από όλα), ποιος εδίδαξε γραπτώς ότι όσοι ελπίζουν στο όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού φανερώνουν αυτή την πίστη με το να κάνουν το σημείο του σταυρού; Το να στρεφόμαστε προς ανατολάς κατά την προσευχή, ποιο γραπτό κείμενο μας το δίδαξε; Τους λόγους της Εκκλησίας κατά τον αγιασμό του άρτου της θείας ευχαριστίας και του ποτηρίου, ποιος από τους αγίους μας τους άφησε γραπτώς; Δεν αρκούμεθα ασφαλώς σ' αυτά που οι απόστολοι ή το ευαγγέλιο μνημονεύουν, αλλά προ της ευχαριστίας και μετά από αυτήν λέγομεν και άλλα, γιατί διδαχθήκαμε από την άγραφη διδασκαλία πως έχουν μεγάλη δύναμη στην επιτέλεση του μυστηρίου».

Αλλά ο ίδιος πατέρας της Εκκλησίας αναφέρεται και στην τέλεση άλλων ιερών μυστηρίων. «Ευλογούμε», λέγει, «επίσης και το νερό του βαπτίσματος και το έλαιο του χρίσματος και ακόμη και αυτόν που βαπτίζεται. Από ποία γραπτά κείμενα τα πήραμε αυτά; Δεν τα γνωρίζουμε από την σιωπηρή και μυστική παράδοση;... Δεν προέρχονται όλα αυτά από αυτή τη διδασκαλία που κρατήθηκε μυστική και δεν δημοσιεύθηκε, την οποία οι πατέρες μας διατήρησαν με σιγή, χωρίς να την πολυερευνήσουν και να την περιεργάζονται, επειδή ορθά είχαν μάθει ότι πρέπει με σιωπή να προστατεύουμε τη σεμνότητα των μυστηρίων;».

Αυτή η διατήρηση «εν σιωπή» ήταν στο φρόνημα των αποστόλων και αναφερόταν στη σωστή στάση των πιστών απέναντι στο μυστήριο του Θεού.

«Οι απόστολοι και οι πατέρες που έθεσαν από την αρχή στην Εκκλησία θεσμούς, επιδίωκαν να διαφυλάξουν τη μυστικότητα. Άλλωστε αυτό που εύκολα πληροφορείται ο οποιοσδήποτε παύει να είναι μυστήριο· αυτό είναι το νόημα της άγραφης παράδοσης», καταλήγει ο Μ. Βασίλειος. Όμως στη συνέχεια επανέρχεται, φέρει σαν παράδειγμα την ομολογία κατά το ιερό βάπτισμα και γράφει:

«Την ομολογία της πίστης στον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα από ποία γραπτή παράδοση την έχουμε; Γιατί, αν με βάση την παράδοση του βαπτίσματος θέτουμε σαν ουσιαστικό στοιχείο του βαπτίσματος την ομολογία, από συνέπεια στην ευσέβεια, αφού όπως βαπτιζόμαστε έτσι οφείλουμε να πιστεύουμε, ας μας επιτρέψουν από συνέπεια πάλι στην ευσέβεια, να προσφέρουμε τη δοξολογία με τρόπο όμοιο προς την πίστη. Αν όμως απορρίπτουν αυτό τον τρόπο της δοξολογίας σαν άγραφο, τότε ας μας παρουσιάσουν γραπτές αποδείξεις και για την ομολογία της πίστης και για τα άλλα που αναφέραμε».

Δεν υπάρχει λοιπόν αξιολογική διαφορά ανάμεσα στη γραπτή και άγραφη αποκάλυψη του Θεού, ανάμεσα στη γραπτή και άγραφη παράδοση της Εκκλησίας, που ανάγεται στους πρώτους εκκλησιαστικούς αιώνες και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ζωής της Εκκλησίας διά μέσου των αιώνων.

Υπογραμμίζουμε πως το ευαγγελικό μήνυμα φυλάσσεται και μεταδίδεται από την Εκκλησία. Οι Απόστολοι εμπιστεύθηκαν τη διδαχή του Χριστού στους ποιμένες της Εκκλησίας, που βρίσκονται σε αδιάσπαστη αποστολική διαδοχή και εγγυώνται για την καθαρότητα και την ασφαλή μετάδοση αυτής της διδαχής στις επερχόμενες γενεές. Αυτή η «παράδοση» ή «παρακαταθήκη» που παρελήφθη «άπαξ» από τους αγίους και μεταδίδεται χωρίς «χάσματα» και «διακοπές» από γενεά σε γενεά δεν αποτελεί «εντάλματα ανθρώπων», αλλά είναι το αποτέλεσμα της συνεχούς παρουσίας του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία που έχει κεφαλή τον Χριστό.

Ο Χριστός δεν ήλθε να γράψει βιβλία, αλλά να οδηγήσει τα διασκορπισμένα τέκνα του Θεού σε ενότητα υπό τον ίδιο σαν Κεφαλή. Αυτό ήταν και το βασικό μήνυμα της Παλαιάς Διαθήκης, που κατανοείται ορθά με κέντρο το πρόσωπο του ερχόμενου μεσσία. Για τους χριστιανούς το νέο, το κεντρικό γεγονός δεν είναι η σύνταξη κάποιων βιβλίων, που ονομάσθηκαν Καινή Διαθήκη, αλλά το ίδιο το γεγονός της εν Χριστώ σωτηρίας. Οι απόστολοι έλαβαν την εντολή να «αυξήσουν» το σώμα του Χριστού κτίζοντας πάνω στο ένα θεμέλιο, τον Χριστό· δεν ήταν έργο τους να γράψουν βιβλία. Αλλά και τα κείμενα που έγραψαν συγκεντρώθηκαν μετά το θάνατό τους από την ίδια την Εκκλησία και συγκρότησαν τον κανόνα της Καινής Διαθήκης. Ήταν κείμενα περιπτωσιακά, προϋπέθεταν το προφορικό κήρυγμα και δεν το καθιστούσαν περιττό, ούτε το αντικαθιστούσαν.

Ο «Κανόνας» της Καινής Διαθήκης (ο κατάλογος των βιβλίων που ανήκουν στην Καινή Διαθήκη) δεν γίνεται κατανοητός χωρίς την ιστορική πορεία της Εκκλησίας. Χωρίς την Εκκλησία δεν μπορούμε με πειστικότητα να απαντήσουμε στο ερώτημα ποια βιβλία ανήκουν στην Αγία Γραφή και για ποιο λόγο, ούτε μπορούμε να προχωρήσουμε στην ερμηνεία της Αγίας Γραφής χωρίς κίνδυνο να δημιουργούνται ατέλειωτες ξεχωριστές ομάδες, σχίσματα και αιρέσεις που θέτουν σε κίνδυνο τη σωτηρία του ανθρώπου.

Όλες οι αιρετικές ομάδες, που προβάλλουν διαφορετικό «Κανόνα» της Γραφής ή που αποκλίνουν από την αλήθεια της αγίας Γραφής οφείλουν τις κακοδοξίες τους σ' αυτό τον ένα λόγο: Απέρριψαν την Εκκλησία και αποκόπηκαν από την κοινωνία με αυτήν. Έτσι έχασαν το σταθερό μέτρο κρίσεως και το σημείο αναφοράς που θα τους εξασφάλιζε την κοινωνία «μετά πάντων των αγίων» και την μετοχή στην σωτήρια πίστη που παραδόθηκε «άπαξ» στους αγίους (Ιούδα 3). Όταν κανείς απορρίψει την Εκκλησία, γίνεται ο ίδιος σημείο αναφοράς και μέτρο κρίσεως· αυτόματα πέφτει θύμα της υποκειμενικής πλάνης· μετατίθεται σε «άλλο ευαγγέλιο» (Γαλ. α' 6-8).

Αν ο άνθρωπος διατηρούσε την καθαρότητα της καρδιάς του ο Θεός θα συνέχιζε να επικοινωνεί με περισσότερο άμεσο τρόπο με τον άνθρωπο, δεν θα χρειαζόταν ο γραπτός λόγος. Αυτό σημαίνει πως τα βιβλία της αγίας Γραφής δόθηκαν σαν είδος φαρμάκου, που πρέπει να χρησιμοποιεί ο ασθενής άνθρωπος. Όμως αυτό δεν σημαίνει πως ο γραπτός λόγος απομονώνεται και απολυτοποιείται, γιατί είναι μέρος της «παρακαταθήκης», όχι το όλον. Η ιερή παράδοση της Εκκλησίας είναι το όλον και αυτή δεν νοείται έξω από την Εκκλησία.

Πρόκειται για την ιερή μνήμη της Εκκλησίας, για την κοινή εμπειρία «πάντων των αγίων» όχι για εντάλματα ανθρώπων. Είναι η αποστολική διαδοχή, που συνδέεται άμεσα με την αποστολική διδαχή και εκφράζεται σαν κοινή συνείδηση της Εκκλησίας, με «στόμα» τις οικουμενικές συνόδους.

Απόσπασμα από το βιβλίο του «Ή Ορθοδοξία μας».

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΔΙΑΛΟΓΟΣ 

Διά τῆς Ἐγκυκλίου τοῦ 1920 αἱ ζυμώσεις διά τήν Ἡμερολογιακήν Πειρατείαν


 Διά τῆς Ἐγκυκλίου τοῦ 1920 αἱ ζυμώσεις διά τήν Ἡμερολογιακήν Πειρατείαν καί Παπικήν Ἀπαγωγήν τῆς Ἐκκλησίας ἔλαβον ἐντατικούς ρυθμούς.Τήν 16ην Ἰανουαρίου 1923,ἡ Ἔκθεσις τῆς πενταμελοῦς Ἐπιτροπῆς ἐπί τῆς Μεταρρυθμίσεως τοῦ Ἡμερολογίου, ἡ ὁποία εἶχε συσταθῆ ὑπό τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀπεφάνθη μεταξύ ἄλλων ὅτι: «οὐδεμία (Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία) δύναται νά χωρισθῇ τῶν λοιπῶν καί ἀποδεχθῇ Νέον Ἡμερολόγιον, χωρίς νά καταστῇ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΗ ἀπέναντι τῶν ἄλλων» (ΦΕΚ/24/Α/25-1-1923, σελ. 159-161).

Ουκ αρνησομεθα σε φιλη Ορθοδοξια

«Ουκ αρνησομεθα σε φιλη Ορθοδοξια, ου ψευδομεθα σε πατροπαραδοτον σεβας. Εν σοι εγεννεθημεν, εν σοι ζωμεν, εν σοι κοιμησομεθα. Ει δε και καλεσει καιρος και μυριακις υπερ σου τεθνηξομεθα». (Ιωσηφ Βρυεννιος) 
«Εσύ σε ποια Εκκλησία ανήκεις; Σε αυτήν του Βυζαντίου, της Ρώμης, της Αντιόχειας, της Αλεξάνδρειας ή της Ιερουσαλήμ; Γιατί όλες αυτές οι Εκκλησίες, μαζί με τις επαρχίες που υπόκεινται σε αυτές, είναι ενωμένες μεταξύ τους. Επομένως, αν ανήκεις επίσης στην Καθολική Εκκλησία, έλα σε κοινωνία μαζί μας αμέσως, για να μην εισέλθεις χωρίς να το καταλάβεις σε κάποια νέα και παράξενη οδό!».

Τότε ο δίκαιος απάντησε σοφά: «Ο Κύριός μας Χριστός χαρακτήρισε Καθολική Εκκλησία εκείνη την Εκκλησία, η οποία διατηρεί την αληθινή και ομολογιακή παρακαταθήκη της πίστης. αγίου Μαξίμου Ομολογητού:
«Τα δημοσίως λεγόμενα και πραττόμενα δημοσίως να ελέγχωνται» (Ι. Χρυσόστομος). γ’. «Αν ο προεστώς σου είναι σφαλερός εις την πολιτείαν και τα έργα του, μη περιεργάζεσαι. Αν όμως είναι σφαλερός κατά την πίστιν, φεύγε και παραίτησέ τον, όχι μόνο αν είναι άνθρωπος, αλλά κάν άγγελος είναι από τον ουρανόν» (Άγ. Νικόδημος Αγιορείτης, Περί συνεχούς Μεταλήψεως, σ. 175). δ’. «Μη υπακούετε εις μοναχούς, ούτε εις ιερείς, ούτε εις επισκόπους σε όσα κακώς σας συμβουλεύουν να φρονήτε (να πιστεύετε)» (Άγ. Μελέτιος ο Ομολογητής). ε’. «Πώς γίνεται να μη κολασθή αυτός που κάνει ότι δεν βλέπει και σιωπά, όταν οι θεϊκοί νόμοι και οι κανόνες υβρίζωνται!» (Ι. Χρυσόστομος, λόγος εις Βαβύλαν). στ’. «Πρέπει να δείχνωμε για την Αλήθεια θάρρος, ακόμη κι αν σκανδαλίζωνται μερικοί» (Μ. Βασίλειος). * * * - «Μιμηταί του Ιούδα είναι όσοι δια φόβον των ανθρώπων αρνούνται τα δόγματα της Πίστεως, τους Αποστολικούς, Συνοδικούς κανόνας και τας Παραδόσεις της Εκκλησίας» (Άγ. Νικόδημος, ερμηνεία της Θ’ ωδής). - «Άπαντες οι της Εκκλησίας διδάσκαλοι, πάσαι Σύνοδοι, πάσαι θείαι Γραφαί, φεύγειν τους ετερόφρονας παραινούσι και της αυτών κοινωνίας διίστασθαι» (Άγ. Μάρκος ο Ευγενικός). - «Ημείς τους προστιθέντας ή αφαιρούντάς τι εκ της Καθολικής Εκκλησίας ( Ορθοδόξου) αναθεματίζομεν… Εί τις πάσαν παράδοσιν Εκκλησιαστικήν έγγραφόν τε ή άγγραφον αθετεί, ανάθεμα» (Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος, Πρακτικά Σπ. Μήλια, σ. 805, 825, 878, 879). Ορθοδοξία και αίρεση
«ουκ έστιν εν άλλω ουδενί η σωτηρία• ουδέ γαρ όνομά εστιν έτερον υπό τον ουρανόν το δεδομένον εν ανθρώποις εν ω δει σωθήναι ημάς» (Πραξ. δ΄, 12), και το «εάν ημείς ή άγγελος εξ ουρανού ευαγγελίζηται υμίν παρ’ ο ευηγγελισάμεθα υμίν, ανάθεμα έστω» (Γαλ. α΄, .του Αποστόλου: «Μη γίνεσθε ετεροζυγούντες απίστοις• τις γαρ μετοχή δικαιοσύνη και ανομία; τις δε κοινωνία φωτί προς σκότος; τις δε συμφώνησις Χριστώ προς Βελιάλ; ή τις μερίς πιστώ μετά απίστου; τις δε συγκατάθεσις ναώ Θεού μετά ειδώλων;» (Β΄Κορ. στ΄, 14-16), και το «ου δύνασθε τραπέζης Κυρίου μετέχειν και τραπέζης δαιμονίων»; (Α΄Κορ. ι΄, 21).

"Το την αλήθειαν σιγάν κίνδυνος όντως μέγας και κόλασις αιώνιος και βόθρος απωλείας. ου δίκαιον, ου θεμιτόν, ου πρέπον, ευσεβέσιν όλως σιγάν ένθα Θεού τους νόμους αθετούσιν" (Άγιος Μελέτιος ο Ομολογητής).

"ει εμέ εδίωξαν και υμάς διώξουσιν", αλλά και του Ουρανοφάντορα Μεγάλου Βασιλείου προς τον Μόδεστον, τον έπαρχον του Βασιλέως Ουάλεντος, ο οποίος προσπαθώντας να πείσει τον Άγιο, να μη διδάσκει την Αλήθεια και να μην μιλά και γράφει για την αίρεση των Αρειανών, του είπε:

- Μόδεστος: "Βασίλειε, άλλαξε γνώμη, γιατί θα σου πάρουμε και θα σου δημεύσουμε την περιουσία σου".

Για να πάρει την απάντηση:

- Μ. Βασίλειος: "Δεν έχω απολύτως τίποτε και καμμία περιουσία στο όνομά μου". "Γυμνός εξήλθον εκ κοιλίας μητρός, γυμνός και απελεύσομαι".

- Μόδεστος: "Θα σε εξορίσουν".

Για να πάρει την απάντηση:

- Μ. Βασίλειος:

"Του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής"

- Μόδεστος: "Θα σε βασανίσουμε μέχρι θανάτου".

Για να πάρει την απάντηση:

- Μ. Βασίλειος: "Δια εμέ το ζην Χριστός και το αποθανείν κέρδος" και

"Ουκ άξια τα παθήματα του νυν καιρού, προς την μέλλουσαν αποκαλυφθήναι δόξαν"
Οι 318 Θεοφόροι Πατέρες, οἱ τὴν Αʹ ῾Αγίαν Οἰκουμενικὴν Σύνοδον συγκροτήσαντες, καὶ τὸ ὁποῖον ἅπασαι αἱ ῞Αγιαι Οἰκουμενικαὶ καὶ Τοπικαὶ Σύνοδοι ἐπεκύρωσαν καὶ ἅπασαι αἱ ᾿Ορθόδοξοι ᾿Εκκλησίαι ἐπὶ 1.600 περίπου ἔτη ἐφύλαξαν.
῾Ως ἡμέρα κατάλληλος διὰ τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ Παλαιοῦ ῾Εορτολογίου εἰς τὴν ᾿Ορθόδοξον ῾Ελλαδικὴν ᾿Εκκλησίαν θεωρῶ τὴν ἑβδόμην μετὰ τὸ Πάσχα Κυριακήν, ῾Εορτὴν τῶν 318 Θεοφόρων Πατέρων τῶν τὴν Αʹ ῾Αγίαν Οἰκουμενικὴν Σύνοδον συγκροτησάντων, παρὰ τῶν ὁποίων παρελάβομεν καὶ ἐδιδάχθημεν τὴν ᾿Ορθόδοξον ἀληθινὴν Πίστιν, Μίαν, ῾Αγίαν, Καθολικὴν καὶ ᾿Αποστολικὴν ᾿Εκκλησίαν, ἕν ἅγιον Βάπτισμα καὶ ἕν ῾Ημερολόγιον, τὸ Παλαιόν.
Αὕτη ἡ ἁγία ἡμέρα, ἐὰν θελήσῃ ἡ Σεβαστὴ καὶ ῾Αγία ῾Ιερὰ Σύνοδος, νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ Παλαιὸν ῾Εορτολόγιον, πρέπει νὰ ἑορτασθῇ ὡς ἡ Κυριακὴ τῆς ᾿Ορθοδοξίας διὰ τὴν ᾿Αναστήλωσιν τῶν σεπτῶν ἱερῶν ἁγίων Εἰκόνων.
Θὰ χαρῇ ἅπασα ἡ ἐπὶ γῆς στρατευομένη ᾿Εκκλησία. ῞Απασα ἡ ἐν Οὐρανοῖς θριαμβεύουσα ᾿Εκκλησία, Προφῆται, ᾿Απόστολοι, Διδάσκαλοι, Μάρτυρες, ῾Ομολογηταί, ῞Οσιοι καὶ Δίκαιοι, οἱ θεηγόροι ὁπλῖται, οἱ ἀστέρες οἱ πολύφωτοι τοῦ νοητοῦ στερεώματος, τὰ μυρίπνοα ἄνθη τοῦ Παραδείσου, τὰ πάγχρυσα στόματα τοῦ Λόγου, σύν τούτοις δὲ οἱ 318 Θεοφόροι Πατέρες, Νικαίας τὸ καύχημα, Οἰκουμένης ἀγλάϊσμα. Θὰ χαροῦν αἱ στρατιαὶ τῶν ᾿Αγγέλων, θὰ χαρῇ ἡ πανύμνητος καὶ ὑπερένδοξος καὶ ἀληθῶς Μήτηρ τοῦ Θεοῦ, ἡ Βασίλισσα τοῦ Οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς. Θὰ χαρῇ αὐτὴ Αὕτη ἡ ῾Αγία Τριάς, Πατήρ, Υἱὸς καὶ ῞Αγιον Πνεῦμα, τὴν ὁποίαν οἱ 318 Θεοφόροι Πατέρες ἡμῶν, θείῳ καὶ ῾Αγίῳ Πνεύματι φωτισθέντες ἐδίδαξαν ἡμᾶς καὶ πάντας τοὺς πιστοὺς καὶ ᾿Ορθοδόξους Χριστιανούς, πιστεύειν, τιμᾷν, εὐλογεῖν, εὐχαριστεῖν, προσκυνεῖν, ὑμνεῖν καὶ λατρεύειν...
Εὐελπιστῶν, ὅτι ἡ Σεβαστὴ ῾Ιερὰ Σύνοδος διὰ τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ θὰ φέρῃ τὴν ἕνωσιν τῆς ᾿Εκκλησίας, τὴν ἀγάπην, τὴν ὁμόνοιαν, τὴν εἰρήνην καὶ τὴν χαράν,

Διατελῶ μετὰ τοῦ προσήκοντος σεβασμοῦ
῾Ο τῆς ῾Ιερᾶς Κοινοβιακῆς Μονῆς Λογγοβάρδας Καθηγούμενος
† ᾿Αρχιμανδρίτης Φιλόθεος Ζερβάκος»

Η ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΙΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ:Οἱ σύγχρονοι Αἱρετικοί Νεοεικονομάχοι πολεμοῦν δολίως τήν εἰκονογράφησιν τοῦ ΘΕΟΥ ΠΑΤΡΟΣ μέ τήν διαστροφικήν διδασκαλίαν ὅτι ἡ εἰκονογράφησις τοῦ Θεοῦ Πατρός ἐπιχειρεῖ τήν εἰκόνισιν τῆς Θείας φύσεως.


                             Η ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΙΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ

Οἱ σύγχρονοι Αἱρετικοί Νεοεικονομάχοι πολεμοῦν δολίως τήν εἰκονογράφησιν τοῦ ΘΕΟΥ ΠΑΤΡΟΣ μέ τήν διαστροφικήν διδασκαλίαν ὅτι ἡ εἰκονογράφησις τοῦ Θεοῦ Πατρός ἐπιχειρεῖ τήν εἰκόνισιν τῆς Θείας φύσεως.

Αἱ εἰκόνες ὅμως, ὅπως μᾶς διδάσκουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, δέν εἰκονίζουν τήν φύσιν ἤ οὐσίαν, ἀλλά εἶναι ΣΥΜΒΟΛΙΚΑΙ ἀπεικονίσεις τῆς ὑποστάσεως τοῦ εἰκονιζομένου. μήπως δύνται νά εἰκονισθῇ ἡ οὐσία καί φύσις τῶν Ἀγγέλων ἤ τῶν ψυχῶν ἤ καί τῶν δαιμόνων, ἤ τοῦ Παραδείσου καί τῆς κολάσεως; Ὄχι βεβαίως. Ἀλλά τόσαι εἰκόνες ὑπάρχουν μέ Ἀγγέλους καί ψυχάς καί δαίμονας. Τήν οὐσίαν ἤ φύσιν των εἰκονίζουν; Ὄχι βεβαίως. Πόσον μᾶλλον ἀδύνατον εἶναι νά εἰκονισθῇ ἡ Ἄκτιστος καί Ἄπειρος καί Ἀπερίγραπτος καί Ἀμέθεκτος ΘΕΪΚΗ Οὐσία ἤ Φύσις.

Ἄς ἰδοῦμε τί μᾶς διδάσκει ἡ Ἐκκλησία μέσῳ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τῶν Ἁγίων Πατέρων σχετικῶς μέ τάς ἀποδεκτάς ἀπεικονίσεις:
 Η ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΙΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ



Οἱ σύγχρονοι Αἱρετικοί Νεοεικονομάχοι πολεμοῦν δολίως τήν εἰκονογράφησιν τοῦ ΘΕΟΥ ΠΑΤΡΟΣ μέ τήν διαστροφικήν διδασκαλίαν ὅτι ἡ εἰκονογράφησις τοῦ Θεοῦ Πατρός ἐπιχειρεῖ τήν εἰκόνισιν τῆς Θείας φύσεως.

Αἱ εἰκόνες ὅμως, ὅπως μᾶς διδάσκουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, δέν εἰκονίζουν τήν φύσιν ἤ οὐσίαν, ἀλλά εἶναι ΣΥΜΒΟΛΙΚΑΙ ἀπεικονίσεις τῆς ὑποστάσεως τοῦ εἰκονιζομένου. μήπως δύνται νά εἰκονισθῇ ἡ οὐσία καί φύσις τῶν Ἀγγέλων ἤ τῶν ψυχῶν ἤ καί τῶν δαιμόνων, ἤ τοῦ Παραδείσου καί τῆς κολάσεως; Ὄχι βεβαίως. Ἀλλά τόσαι εἰκόνες ὑπάρχουν μέ Ἀγγέλους καί ψυχάς καί δαίμονας. Τήν οὐσίαν ἤ φύσιν των εἰκονίζουν; Ὄχι βεβαίως. Πόσον μᾶλλον ἀδύνατον εἶναι νά εἰκονισθῇ ἡ Ἄκτιστος καί Ἄπειρος καί Ἀπερίγραπτος καί Ἀμέθεκτος ΘΕΪΚΗ Οὐσία ἤ Φύσις.

Ἄς ἰδοῦμε τί μᾶς διδάσκει ἡ Ἐκκλησία μέσῳ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τῶν Ἁγίων Πατέρων σχετικῶς μέ τάς ἀποδεκτάς ἀπεικονίσεις:

«Λέγουσι γάρ [οἱ Χριστιανοκατήγοροι] ὅτι τήν πρέπουσαν τῷ Θεῷ προσκύνησιν καί λατρείαν ταῖς σεπταῖς εἰκόσι προσφέρουσιν οἱ Χριστιανοί, καί ὅτι τήν ἀκατάληπτον φύσιν περιγράφουσι. Ὦ τῆς παρεκτροπῆς καί ἠλιθιότητος... Οἱ γάρ Χριστιανοί οὔτε τήν ἐν Πνεύματι καί Ἀληθείᾳ προσκύνησιν ταῖς Εἰκόσι ἀπένειμαν, οὔτε τῆς Ἀοράτου καί Ἀκαταλήπτου Φύσεως εἰκόνα ποτέ πεποιήκασιν».1

«Οὐδέ γάρ τῆς Ἀοράτου Θεότητος Εἰκόνα ἤ ὁμοίωμα ἤ σχῆμα ἤ μορφήν τινά ἀποτυποῦμεν».2

«Οἱ ἐν τῇ Καθολικῇ Ἐκκλησίᾳ ὡς τέκνα γνήσια γεννηθέντες . . . τάς σεπτάς Εἰκόνας ἀποδεχόμεθα, εἰκόνας μόνον καί οὐδέν ἕτερον αὐτάς γινώσκοντες, καθό τοῦ πρωτοτύπου τό ὄνομα μόνον ἐχούσας καί οὐχί τήν οὐσίαν».3

Ὅποιος, λοιπόν προσκυνεῖ καί τιμᾶ τήν Εἰκόνα, προσκυνεῖ τοῦ εἰκονιζόμενου τήν ὑπόστασιν, κατά τήν Ἁγίαν 7ην Οἰκουμενικήν Σύνοδον, καί ὄχι τήν φύσιν τοῦ εἰκονιζομένου.

Ἀρκετοί Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας γράφουν πολύ ξεκάθαρα ὅτι δέν εἰκονίζομε τήν φύσιν τοῦ εἰκονιζομένου, ἀλλά τήν ὑπόστασίν του. Οὕτω ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης λέγει: «Παντός εἰκονιζομένου οὐχί ἡ φύσις ἀλλά ἡ ὑπόστασις εἰκονίζεται».4

Ὁ δέ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὁ μεγάλος αὐτός Ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας ὁ ὁποῖος ἐπολέμησε μέ σφοδρότητα τούς Εἰκονομάχους, λέγει:

«Οἴδαμεν οὖν, ὅτι οὔτε Θεοῦ, οὔτε ψυχῆς, οὔτε δαίμονος δυνατόν θεαθῆναι φύσιν, ἀλλ᾽ ἐν μετασχηματισμῷ τινί θεωροῦνται ταῦτα, τῆς Θείας Προνοίας τύπους καί σχήματα περιτιθείσης τοῖς ἀσωμάτοις καί ἀτυπώτοις…

»Μή θέλων οὖν ὁ Θεός παντελῶς ἀγνοεῖν ἡμᾶς τά ἀσώματα, περιέθηκεν αὐτοῖς τύπους, καί σχήματα, καί εἰκόνας κατά τήν ἀναλογίαν τῆς φύσεως ἠμῶν, σχήματα σωματικά ἐν ἀΰλῳ ὁράσει νοός ὁρώμενα· καί ταῦτα σχηματίζομεν καί εἰκονίζομεν. Ἐπεί, πῶς ἐσχηματίσθη καί εἰκονίσθη τά Χερουβίμ; ἀλλά καί Θεοῦ σχήματα καί εἰκόνες ἡ Γραφή ἔχει».5

Ἐπίσης καί ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης γράφει:

«Ἡ εἰκών ἔχει ὁμοιότητα πρός τήν ὑπόστασιν, ἀπεικονίζουσα ἐξωτερικά τινα σχήματα καί χρώματα τῆς ὑποστάσεως. Δέν ἔχει ὅμως ὁμοουσιότητα μέ τό εἰκονιζόμενον διότι διαφέρει εἰς τήν οὐσίαν».6

Ὅπως βλέπομεν, εἶναι φύσει ἀδύνατον διά τήν εἰκόνα νά εἰκονίσῃ τήν φύσιν τοῦ εἰκονιζομένου. Εἶναι φύσει ἀδύνατον νά εἰκονισθῇ ἡ φύσις οἱουδήποτε ὄντος.

Ἡ ἄποψις λοιπόν ὅτι ἡ εἰκών τῆς Ἁγίας Τριάδος ἐπιχειρεῖ νά περιγράψῃ τήν Θεϊκήν Φύσιν εἶναι λανθασμένη. Ὅσοι χρησιμοποιοῦν τήν ἄποψιν αὐτήν ὡς ἐπιχείρημα ἐναντίον τῆς Εἰκονίσεως τοῦ Θεοῦ Πατρός, ἐάν μέν τό κάνουν ἀφελῶς ἁπλῶς σφάλλουν, ἐάν ὅμως τό κάνουν σκοπίμως εἶναι ἐχθροί τῆς Ἀληθείας καί ἐχθροί τοῦ Θεοῦ.

Ὄχι μόνον εἰς τήν εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀλλά εἰς οὐδεμίαν εἰκόνα δέν εἶναι δυνατόν νά εἰκονισθῇ ἡ οὐσία ἤ φύσις τοῦ εἰκονιζομένου.

Ἡ εἰκών τῆς Ἁγίας Τριάδος ΔΕΝ εἶναι περιγραφή τῆς Θεότητος. Εἶναι μία συμβολική εἰκών τῶν Τριῶν Προσώπων.

Εἰς αὐτήν ΣΥΜΒΟΛΙΚΩΣ εἰκονίζεται ὁ ΠΑΤΗΡ ὡς Παλαιός τῶν Ἡμερῶν, ὅπως συγκαταβατικῶς ἐμφανίσθηκε εἰς τά ὁράματα τῶν Προφητῶν εἰς τήν Παλαιάν Διαθήκην, καί ὁ ΥΙΟΣ, ὅπως τόν γνωρίζομεν ἀπό τήν Ἐνσάρκωσίν του, καί τό ΑΓΙΟΝ ΠΝΕΥΜΑ, ὅπως ἐμφανίσθηκε εἰς τήν βάπτισιν τοῦ Χριστοῦ.

Αὐτή εἶναι μία ΣΥΜΒΟΛΙΚΗ εἰκών καί δέν εἶναι οὔτε ἀπεικόνισις οὔτε προσπάθεια ἀπεικονίσεως τῆς ἀπείρου Φύσεως ἤ τῆς ἀμεθέκτου Οὐσίας τοῦ Θεοῦ.

ΜΕΡΙΚΑ ΑΠΟ ΤΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΝΕΟ-ΕΙΚΟΝΟΜΑΧΩΝ 
ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ 

Θά ἐξετάσωμε κατωτέρω μερικάς ἀπό τάς δικαιολογίας καί τά ἐπιχειρήματα τά ὁποῖα χρησιμοποιοῦν οἱ Νεοεικονομάχοι ἐναντίον τῆς Ἱερᾶς Εἰκόνος τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Δέν θά ἀναφερθῶμεν εἰς τάς βλασφημίας των, ὅπως, λόγου χάριν, ὅτι εἶναι εἴδωλον, ὅτι διδάσκει εἰδωλολατρίαν, ἀρειανισμόν, πολυθεΐαν, καί λοιπά.

Τά βασικά ἐπιχειρήματα ἐναντίον τῆς Ἱερᾶς Εἰκόνος τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι τά ἑξῆς:

1.- Εἶναι αἱρετική καί εἰσῆλθεν εἰς τήν Ἐκκλησίαν ἀπό τήν Δύσιν.
2.- Ἔχει καταδικασθῆ ἀπό τήν Σύνοδον τῆς μόσχας τό 1666.
3.- Ἀπαγορεύεται βάσει τῶν ἀποφάσεων τῆς 7ης Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
4.- Δέν εἶναι κανονική καί Ὀρθόδοξος διότι εἰκονίζει τόν Θεόν Πατέρα τόν ὁποῖον κανείς δέν ἔχει ἰδεῖ ποτέ, «Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε» (Ἰωάν Α´ 18).
5.- Ὅλαι αἱ προφητικαί ὁράσεις εἶναι «Χριστοκεντρικαί».

Οἱ ἰσχυρισμοί αὐτοί εἶναι λανθασμένοι καί θά ἰδοῦμε διά ποίους λόγους, ἐξετάζοντες τόν κάθε ἕνα ἰσχυρισμόν ξεχωριστά.

1.- Εἶναι Αἱρετική καί εἰσῆλθεν εἰς τήν Ἐκκλησίαν ἀπό τήν Δύσιν. 

Ἄς ἰδοῦμε ἐάν πράγματι αἱ εἰκονίσεις τοῦ Θεοῦ Πατρός εἰσῆλθον ἀπό τήν Δύσιν ἤ ἐάν ὑπῆρχον καί πρίν ἀπό τό σχίσμα τοῦ 1054, διότι πρίν τό 1054 δέν ὑπῆρχε Ἐκκλησία Δύσεως καί Ἀνατολῆς.

Θά ἰδοῦμε ὄντως ὅτι ὑπῆρξαν εἰκονίσεις τοῦ Θεοῦ Πατρός παλαιότεραι ἀπό τό Σχίσμα τῶν καθολικῶν τό ὁποῖο συνετελέσθη τό ἔτος 1054. Θά ἰδοῦμε μέ παραδείγματα ὅτι ὁ ἰσχυρισμός, «Εἶναι αἱρετική καί εἰσῆλθε εἰς τήν Ἐκκλησίαν ἀπό τήν Δύσιν», εἶναι λανθασμένος, ἀνιστόρητος καί παραπλανητικός.
Θά παρουσιάσωμε μόνον δύο παραδείγματα ἀπό τό 9ον αἰῶνα μέ συμβολικάς ἀπεικονίσεις τοῦ Θεοῦ Πατρός. Ἔτσι συντρίβεται ἡ πρόφασις τῶν Νεοεικονομάχων.

α) Τό πρῶτον παράδειγμα εἶναι ἀπό τό χειρόγραφον Ψαλτήριον τοῦ 820-840 μ.Χ, φυλασσόμενον εἰς τό Πανεπιστήμιον τῆς Οὐτρέχτης.
 Εἰς αὐτό, ὁ Ψαλμός ΡΘ´ (κεφάλαιον 109 καί κατά τό μασ. 110), Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ, «ΕΙΠΕΝ ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου· κάθου ἐκ δεξιῶν μου, ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου», διακοσμεῖται μέ μικρογραφίαν, εἰς τήν ὁποίαν βλέπομε τόν Υἱόν νά κάθεται ἐκ Δεξιῶν τοῦ Πατρός.7

β) Τό δεύτερον παράδειγμα προέρχεται ἀπό χειρόγραφον τοῦ 9ου αἰῶνος εὑρισκόμενον εἰς τήν Ἐθνικήν βιβλιοθήκην τῶν Παρισίων. Πρόκειται διά μίαν μικρογραφίαν ἡ ὁποία διακοσμεῖ τά Ἱερά Παράλληλα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, ὅπου παριστάνεται τό ὅραμα τοῦ Ἁγίου Πρωτομάρτυρος καί Ἀρχιδιακόνου Στεφάνου.

Η νέοημερολογίτικη εκκλησία (ν.ε.) της Ελλάδος, εκτός των αιρέσεων που έχει υιοθετήσει

Η νέοημερολογίτικη εκκλησία (ν.ε.) της Ελλάδος, εκτός των αιρέσεων που έχει υιοθετήσει ως μέλος του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, όπως το ότι ο Πάπας είναι αλάθητος, είναι Πρώτος και επικεφαλής των χριστιανών επισκόπων επί της Γης και άλλα τέτοια μυθεύματα, διατηρεί στους κόλπους της πολλές πλάνες και αιρέσεις, ιδιαιτέρως στα πλατιά λαικά στρώματα... Αυτό συμβαίνει εξαιτίας της αδιαφορίας ΑΡΚΕΤων μισθωτών ιερέων και επισκόπων της, οι οποίοι έχουν χάσει κάθε ΦΟΒΟ ΘΕΟΥ, αφού αποσχίστηκαν από την Εκκλησία Του Χριστού το 1924, εξαιτίας της αντικανονικής εισαγωγής του παπικού ημερολογίου στην Ορθόδοξη Λατρεία. Το οποίο είναι απορριπτέο και καταδικασθέν από 3 Πανορθόδοξες Συνόδους, (1583,1587,1593). Υπαγώμενοι δε στο υπουργείο παιδείας και θρησκευμάτων ως γνήσιοι υπάλληλοι του κράτους, απορροφήθηκαν από την επικρατούσα δημοσιο-υπαλληλική νοοτροπία και σε συνδυασμό με την σιγουριά του επαγγέλματος...(πια)... μισθός, ένσημα, επιδόματα, συντάξεις και όλα τα συναφή, σε εποχές που ο ελληνικός λαός δεν είχε να φάει, έχασαν κάθε επαφή με την πραγματικότητα. Η έκπτωση από την Ορθοδοξία και η προδοσία των 30 αργυρίων, τους καθιστά ανήμπορους να βοηθήσουν αποτελεσματικά και Σωτήρια μία ψυχή... Εξ ού και το μέγα πνευματικό κενό, στην σύγχρονη κοινωνία, των ανύπαρκτων ψευδοποιμένων του Δημοσίου...

Το Νέον Εορτολόγιον Είναι Αίρεσις


Το Νέον Εορτολόγιον Είναι Αίρεσις



    
Του Δημητρίου Χατζηνικολάου, Αναπληρωτού Καθηγητού Οικονομικών Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

Επειδή πολλοί δεν έχουν ακόμη καταλάβει ότι το Νέο Εορτολόγιο (ν.ε.) είναι αίρεσις, ίσως αξίζει τον κόπο να επαναλάβουμε κάποια γνωστά γεγονότα, τα οποία πείθουν κάθε καλοπροαίρετο άνθρωπο που έχει Ορθόδοξο Χριστιανικό φρόνημα. Αυτό καθεαυτό το ζήτημα του ν.ε. δεν είναι δογματικό, με την έννοια ότι αν υπήρχε πανορθόδοξος συμφωνία και συνέπεια με προηγούμενες Συνόδους, τότε δεν θα υπήρχε πρόβλημα. Όπως θα δούμε παρακάτω, όμως, δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει πανορθόδοξος συμφωνία, διότι, πρώτον, το ν.ε. προσκρούει στις αποφάσεις των Πανορθοδόξων Συνόδων του 16ου αιώνος και, δεύτερον, ο σκοπός για την εισαγωγή του στην Ορθόδοξη Εκκλησία ήταν να υποταχθεί Αυτή στον Παπισμό. Πιο συγκεκριμένα, το ν.ε. προσλαμβάνει δογματικό χαρακτήρα από τα εξής γεγονότα:


Υπάρχει σήμερα στην ελλαδική εκκλησία έστω ένας Ορθόδοξος Ποιμένας;


Όποιον μνημονεύουμε με εκείνον κοινωνούμε και με όποιον κοινωνούμε τον μνημονεύουμε. Ολα τα άλλα είναι προφάσεις εν αμαρτίαις.
Έλεγε ο άγιος Αθανάσιος «Εάν ο επίσκοπος ή ο πρεσβύτερος, οι όντες οφθαλμοί της Εκκλησίας, κακώς αναστρέφωνται καί σκανδαλίζωσι τόν λαόν, χρή (πρέπει) αυτούς εκβάλλεσθαι. Συμφέρον γάρ άνευ αυτών συναθροίζεσθαι εις ευκτήριον οίκον, ή μετ' αυτών εμβληθήναι, ως μετά Άννα και Καϊάφα, εις τήν γέενναν του πυρός» (Μ. Αθανασίου, ΒΕΠΕΣ, 33, 199) και "ων το φρόνημα αποστρεφόμεθα, τούτους από της κοινωνίας προσήκει φεύγειν" (PG 26, 1188 Β).


Μη μόνον ακοινωνήτους έχειν, αλλά μηδέ αδελφούς ονομάζειν

«Οίτινες την υγιή ορθόδοξον πίστιν προσποιούντες ομολογείν, κοινωνούσι δε τοις ετερόφροσιν, τους τοιούτους, ει μετά παραγγελίαν μη αποστώσιν, μη μόνον ακοινωνήτους έχειν, αλλά μηδέ αδελφούς ονομάζειν» (Μεγ. Βασιλείου, P.G. 160, 101Α)
Aγ. Μάρκου: «‘Άπαντες οι της ’Εκκλησίας διδάσκαλοι, πάσαι αι Σύνοδοι καί πάσαι αι θείαι Γραφαί φεύγειν τούς ετερόφρονας παραινουσι καί της αυτών κοινωνίας διΐστασθαι» (P.G. 160, σ. 101).
Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΛΗΘΕΙΑ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ

Από το ομώνυμο, εκδοθέν το 1928, βιβλίο


Είναι γεγονός αναμφισβήτητο, ότι η Μία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία έχει καθιερώσει από αμνημονεύτων χρόνων- από είκοσι αιώνες- το Εορτολόγιο αυτής επί τη βάσει του Ιουλιανού Ημερολογίου. Ότι επί τη βάσει αυτού άπαντες οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί από αιώνων συνεορτάζουν τις ίδιες πάντοτε ημέρες τουέτους, νηστεύουν ταυτόχρονα τις ίδιες κανονισμένες νηστείες, ακούν τις ίδιες λειτουργίες, τα ίδια ευαγγέλια, τους ίδιους ψαλμούς, τις ίδιες αποστολικές επιστολές και πράξεις.

Την επί 20 αιώνες πράξη αυτή της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, αποτελούσα ιερά παράδοση αυτής, αποτελούσα δισχιλιετές αυτής καθεστώς επικύρωσαν και καθαγίασαν Σύνοδοι Οικουμενικοί και Τοπικοί, διατάξεις Πατριαρχικές, κανόνες και αποφάσεις απαρεγκλίτως τηρηθείσες από όσους αιώνες. Πάσα άρα οιαδήποτε παρέκκλιση από του εκκλησιαστικού αυτού καθεστώτος του στηριζόμενου επί του Ιουλιανού ημερολογίου, είναι απάρνηση της εκ παραδόσεως τάξης της Εκκλησίας. Είναι ανατροπή αυτής ολοκλήρου. Διότι είδαμε ήδη ότι δια της μεταβολής του ημερολογίου ανατρέπονται Κυριακοδρόμια, καταλύονται νηστείες, διαγράφονται εκκλησιαστικά τροπάρια, δημιουργούνται κενά στη σειρά του Πασχαλίου κύκλου, μετατοπίζονται εορτές και εν γένει οι παραδόσεις της Εκκλησίας αθετούνται και παραβιάζονται.

Αλλά για την τήρηση την ακριβή των Εκκλησιαστικών παραδόσεων έχουμε ρητές και κατηγορηματικές διατάξεις από τους Αποστολικούς ακόμη χρόνους, τις οποίες ουδείς δύναται να παραδεί, και η Εκκλησία της Ελλάδος παραβλέποντας εντελώς αυτές απαρνήθηκε, παραβιάζοντας τις Εκκλησιαστικές παραδόσεις.

Ιδού δε και οι κυριότερες ρήτρες και διατάξεις περί των εκκλησιαστικών παραδόσεων, διατάξεις οι οποίες αποτελούν και πρέπει να αποτελούν Νόμο για την Εκκλησία.

Α’) Πρώτος ο Απόστολος Παύλος στην προς Θεσσαλονικείς δευτέρα από Αθηνών γραμμένη επιστολή (Κεφ. Β’ 15) επιτάσσει την τήρηση των εκκλησιαστικών παραδόσεων λέγοντας: «Άρα ουν, αδελφοί, στήκετε και κρατείτε τας παραδόσεις ας εδιδάχθητε, είτε δια λόγου είτε δι’ επιστολής ημών».

Β’) Ο Μέγας Βασίλειος στον 91ον Κανόνα αυτού λέγει τα εξής: «Ει γαρ επιχειρήσαιμεν τα άγραφα των εθών, ως μη μεγάλην έχοντα την δύναμη, παραιτείσθε, λάθοιμεν αν εις αυτά τα καίρια ζημιούντες το Ευαγγέλιον, μάλλον δε εις όνομα ψιλόν προϊστώντες το κήρυγμα: Οίον (ίνα του πρώτου και κοινοτάτου πρώτον μνησθώ) τω τύπω του Σταυρού τους εις το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού ηλπικότας κατασημαίνεσθαι, τις ο διά γράμματος διδάξας; Το προς ανατολάς εστράφθαι κατά την προσευχήν, ποίον ημάς εδιδαξεν γράμμα; Αλλά και όσα περί τω βάπτισμα αποττάσεσθαι τω Σατανά και τοις Αγγέλοις αυτού, εκ ποίας εστί γραφής; Ουκ εκ της αδημοσιεύτου ταύτης και απορρήτου διδασκαλίας, ην εν απολυπραγμονήτω σιγή οι Πατέρες ημών εφύλαξαν, καλώς εκείνο δεδιδαγμένοι, των μυστηρίων το σεμνόν σιωπή διασώζεσθαι»;

Γ) Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός στον Β’ λόγο του αναφωνεί: «Ακούσατε λαοί, φυλαί, γλώσσαι, άνδρες, γυναίκες, και παίδες, πρεσβύτες, νεανίσκοι τε και νήπια, το έθνος των Χριστιανών το άγιον. Είτις ευαγγελίζηται υμάς παρ’ο παρέλαβεν η Καθολική Εκκλησία (η Ορθόδοξος Αγία Αποστολική Εκκλησία) παρά των Αγίων Αποστόλων, Πατέρων και Συνόδων και μέχρι του νυν διεφύλαξε, μη ακούσητε αυτού, μηδέ δέξησθε την συμβουλήν του όφεως, ως εδέξατο Εύα και ετρύγησεν θάνατον. Καν, Άγγελος, καν Βασιλεύς ευαγγηλίζηται υμάς παρ’ο παρελάβετε, κλείσατε τας ακοάς, οκνώ γαρ τέως ειπείν, ως έφη ο θείος Αποστολος, Ανάθεμα έστω εκδεχόμενος την διόρθωσιν».

Δ’ Ο Μέγας Αθανάσιος λέει τα εξής: «…Ίδωμεν δε όμως και προς τούτοις και αυτήν την εξ αρχής παράδοσιν και διδασκαλίαν και πίστιν της Καθολικής (ορθοδόξου) Εκκλησίας, ην ο μεν Κύριος έδωκεν οι δε Απόστολοι εκήρυξαν και πατέρες εφύλαξαν. Εν ταύτη γαρ η Εκκλησία τεθεμελίωται… και τηρείται την των Πατέρων παράδοσιν».

Ε’ Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει στο λόγο του δ’ της Β΄ προς Θεσσαλονικείς τα εξής: «Ενταύθα δήλον, ότι ου πάντα δι’ επιστολής παρεδίδοσαν οι Απόστολοι αλλά και πολλά και αγράφως. Ομοίως δε κακείνα και ταύτα εστίν αξιόπιστα. Ώστε και την παράδοσιν της Εκκλησίας αξιόπιστον ηγούμεθα. Παράδοσις εστίν, μηδέν πλέον ζητεί».

Και ερωτάται ήδη: Αυτή καθ’ εαυτή η διατήρηση του Ιουλιανού ημερολογίου στην Εκκλησία, η ανέκαθεν αδιάλειπτη και ομοιόμορφη σ’ αυτή ισχύς αυτού ως βάσης στην οποία προσαρμόστηκε κάθε εκκλησιαστική ακολουθία και τάξη και η του εορτολογίου διάταξη, η αποτελέσασα επί τόσους αιώνες την διάκριση της Ανατολικής από της Δυτικής Εκκλησίας, αυτή καθ’ εαυτή ανεξαρτήτως της ολεθριοτάτης συνέπειαες της διασπάσεως της εκκλησιαστικής Ενότητας, ως παράδοση της Εκκλησίας δεν ήταν σεβαστή και απαράτρεπτος;

Και ο σεβασμός της παραδόσεως αυτής επί τόσους αιώνες, και η επίμονη άρνηση δια μέσου των αιώνων τούτων τόσων μεγάλων αναστημάτων και υπέροχων Πατριαρχικών φυσιογνωμιών να αποδεχθούν δια την Εκκλησία το Γρηγοριανό Ημερολόγιο, έστω και εάν κρατούνταν άθικτη η εορτή του Πάσχα, η διηνεκής και επίμονος, λέγομε, άρνηση αυτών, αυτή και μόνη δεν έπρεπε να συγκρατήσει τους σημερινούς (1924) νάνους της Εκκλησίας από το να καταπατήσουν τόσο ασεβώς και άσεμνα τις διά των αιώνων καθηγιασμένες γνώμες τόσων υψηλών της Εκκλησίας κορυφών;

Εκτός όμως των γνωμών και κρίσεων των ανωτέρω μεγάλων της Εκκλησίας Πατέρων και διδασκάλων, έχουμε αυτές τις Οικουμενικές Συνόδους. Έκαστη δε οικουμενική Σύνοδος αναφέρεται εις τα αποφασισθέντα των προηγουμένων και κρατύνει το έθος, την πράξη, και την παράδοση των προηγουμένων. Ιδού δε πως αποφαίνονται αυτές περί των παραδόσεων της Εκκλησίας. Ιδού δε πως αποφαίνονται αυτές περί των παραδόσεων της Εκκλησίας:

1) Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος δια του ΣΤ’ Κανόνα επιτάσσει: «Τα αρχαία έθη κρατείτω».

2) Η Δ’ Οικουμενική Σύνοδος (η εν Χαλκηδόνι) δια του Α’ αυτής Κανόνα λέγει: «Τους παρά των Αγίων Πατέρων καθ’ εκάστην Σύνοδον άχρι του νυν εκτεθέντας Κανόνας κρατείν εδικαιώσαμεν (κρίναμε δίκαιο)».

3) Η ΣΤ’ Οικουμενική Σύνοδος στο Α’ Κανόνα αυτής ορίζει τα εξής: «Τάξις άριστη παντός αρχομένου και λόγου και πράγματος, εκ Θεού τε άρχεσθαι, και εις Θεόν αναπαύεσθαι… Και νυν άρχην των ιερών ποιούμενοι λόγων χάριτι θεία ορίζομεν, ακαινοτόμητον τε και απαράτρωτον φυλάττειν την παραδοθείσαν ημίν πίστιν… Και συνελόντα φάναι, πάντων των εν τη Εκκλησία του Θεού διαπρεψάντων ανδρών, οι γεγόνασι φωστήρες εν κόσμω, λόγον ζωής επέχοντες, την πίστιν κρατείν βεβαίαν και μέχρι συντελείας του αιώνος ασάλευτον διαμένειν θεσπίζομεν, και τα αυτών θεοπαράδοτα συγγράμματα τε και δόγματα. Πάντας αποβαλλόμενοι τε και αναθεματίζοντες, ους απέβαλον (οι Πατέρες) και αναθεμάτισαν, ως της Αληθείας εχθρούς και κατά Θεού φρυαξαμένους κενά, και αδικίαν εις το ύψος εκμελετήσαντας».

4) Η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδς, η κατά των Εικονομάχων συνελθούσα στον Α’ αυτής Κανόνα λέει τα εξής: «…Εις τον αιώνα η προφητική φωνή εντέλλεται ημίν φυλάττειν τα μαρτύρια του Θεού, και ζην εν αυτοίς, δηλονότι ακράδαντα και ασάλευτα διαμένοντα… Και ο Παύλος φησίν : «Καν ημείς ή Άγγελος εξ ουρανού ευαγγελίζηται υμίν, παρ’ ο ευαγγελισάμεθα υμίν, ανάθεμα έστω». Τούτων ουν ούτως όντων και διαμαρτυρουμένων ημίν, αγαλλιώμενοι επ’ αυτοίς, ως ει τις εύροι σκύλα πολλά, ασπασίως τους θείους κανόνας ενστερνιζόμεθα, και ολόκληρον την αυτών διαταγήν και ασάλευτον κρατύνομεν των εκτεθέντων υπό των αγίων σαλπίγγων του Πνεύματος των πανευφήμων Αποστόλων, των τε εξ Αγίων Οικουμενικών Συνόδων και των Αγίων Πατέρων ημών. Εξ’ ενός γαρ άπαντες και του αυτού Πνεύματος αυγασθέντες, ώρισαν τα συμφέροντα. Και ους μεν τω αναθέματι παραπέμπουσι, και ημείς αναθεματίζομεν, ους δε τη κσθαιρέσει, και ημείς καθαιρούμεν. Ους δε τω αφορισμώ, και ημείς αφορίζομεν. Ους δε επιτιμίω παραδιδόασι, και ημείς ωσαύτως υποβάλλομεν…».

5) Ο ιερός Ταράσιος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, και άγιος έπειτα, προεδρεύσας της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου (8ος αιών) εν Νικαία προσφώνησε τους συνελθόντας εν αυτή Πατέρες ειπών μεταξύ άλλων: «…Και νήφοντες εν πάσιν αποστολικώς, το ισόρροπον κρίνομεν, ίνα πάσαν κενοφωνίαν, ύφεσιν τε και πλεονασμόν, ως ζιζάνια τω καθαρώ σίτω επισπαρέντα, αναβολής πάσης εκτός, εκτίλλωμεν, ως της αληθείας αντίθετα και της Εκκλησίας αντίμαχα. Τα γαρ εν αυτή παραδοθέντα ουκ εισί ναι και ου, αλλά ναι εισίν εν αληθεία και μένουσι αρραγή και ακράδαντα εις τον αιώνος χρόνον».

6) Ο αυτός Ταράσιος εν τη Δ’ πράξει της αυτής Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου λέγει τα εξής: «ου μετατίθεμεν όρια α έθεντο οι Πατέρες ημών, αλλ’ αποστολικώς διδαχθέντες κρατούμεν τας παραδόσεις, ας παρελάβομεν».

7) Μετά την τοιαύτη δήλωση του Ταρασίου ολόκληρη η Σύνοδος εκβοά τα εξής βαρυσήμαντα: «Πατέρες κηρυττουσι, τέκνα υπακοής εσμέν και εγκαυχώμεθα εν προσώπο μητρός τη παραδόσει της Καθολικής Εκκλησίας… Ημείς τους θεσμούς των Πατέρων φυλάττομεν, Ημείς τους προστιθέντας ή αφαιρούντας εκ της Καθολικής Εκκλησίας αναθεματίζομεν… Ημείς κατά πάντα των αυτών θεοφόρων Πατέρων τα δόγματα και πράγματα κρατούντες, κηρύσσομεν εν ενί στόματι και μια καρδία μηδέν προστιθέντας μηδέν αφαιρούντες των εξ αυτών παραδοθέντων ημίν, αλλά τούτοις βεβαιούμεθα, τούτοις στηριζόμεθα».

Το ισχυρότερο τείχος το οποίο ύψωσαν οι Πατέρες της Εκκλησίας προς περιφρούρηση ΤΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΝ της Εκκλησίας είναι η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος. Ο όρος της Ζ’ ταύτης Οικουμενική Συνόδου, αναφέρεται ακριβώς στην παράδοση της Εκκλησίας και περιχαρακώνει εν γένει τους θεσμούς της Εκκλησίας.

Μετά τον Όρο τούτο της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου ακολουθούν τα εξής, τα οποία «εξεβόησε η Αγία Σύνοδος». «Πάντες ούτω πιστεύομεν, πάντες το αυτό φρονούμεν, πάντες συναίνεσαντες υπεγράψαμεν. Αύτη η πίστις των Αποστόλων, αύτη η πίστις των ορθοδόξων, αύτη η πίστης την Οικουμένην εστήριξε. Πιστεύοντες εις ένα Θεό εν Τριάδι υμνούμενον, τας τιμίας εικόνας ασπαζόμεθα. Οι μη ούτως έχοντες ανάθεμα έστωσαν. Οι μη ούτω φρονούντες, πόρρω της Εκκλησίας εκδιωχθήτωσαν. Ημείς τη αρχαία θεσμοθεσία της Καθολικής Εκκλησίας επακολουθούμεν, ημείς τους θεσμούς των πατέρων φυλάττομεν. Ημείς τους προστιθέντας τι ή αφαιρούντας εκ της καθολικής Εκκλησίας αναθεματίζομεν…Ει τις πάσαν εκκλησιαστικήν παράδοσιν έγγραφον τε ή άγραφον αθετεί ανάθεμα, ανάθεμα, ανάθεμα».

Όθεν δεν δύναται ουδείς να πει μετά τα ανωτέρω θεσπίσματα των Οικουμενικών Συνόδων ότι οι παραδόσεις της Εκκλησίας δεν είναι δόγματα και επομένως δύναται να μεταβληθούν. Διότι τα θεσπίσματα αυτά περί αμετάτρεπτου και ακαινοτομήτου των Εκκλησιαστικών παραδόσεων είναι τελείως καθηγιασμένα και έχουν την ισχύ δογμάτων. Δεν δύναται δε επίσης ουδείς να ισχυρισθεί ότι το όλο καθεστώς της Εκκλησίας, των νηστείων, των ακολουθιών, των Κυριακοδρομίων και άλλων τυπικών της Εκκλησίας διατάξεων καθεστώς, ιδρυθέν επί της βάσης του Ιουλιανού Ημερολογίου, με το οποίο συνδέεται αναποσπάστως το Εορτολόγιο της Εκκλησίας, δεν δύναται, λέγομε, ουδείς να ισχυριστεί ότι δεν είναι Παράδοση Εκκλησιαστική.

Αλλά ότι αρνήθηκαν να διαπράξουν όλες οι Οικουμενικές Σύνοδοι, και άπαντες οι γεραροί της Ορθοδοξίας στυλοβάτες, το διέπραξαν εν μια στιγμή μονομερώς, αυθαιρέτως, ανιερώς, αντορθοδόξως, διά μίας εγκυκλίου του, ο επαναστατικώ δικαίω Αρχηγός της Ελληνικής Εκκλησίας, κατακρημνίζοντας δύο χιλιάδων ετών ιερό οικοδόμημα, το της Ορθοδοξίας, για να ισοπεδώσει τούτο με το Ιησουϊτικό και καότεχνο οικοδόμημα της Παπικής Εκκλησίας!

ΠΡΟΣΕΓΓΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ  ΚΑΤ’ ΑΚΡΙΒΕΙΑ  ΠΡΑΞΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

“ΟΥ ΔΕΙ ΑΙΡΕΤΙΚΟΙΣ Η ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΟΙΣ ΣΥΝΕΥΧΕΣΘΑΙ”

π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος
Εφημέριος Ι. Ν. Αγ. Νικολάου Πατρών


·        τι  σημαίνει «συνεύχεσθαι» ; 
·        γιατί «ου δει συνεύχεσθαι» ;

Σύμφωνα με τη διδασκαλία της Εκκλησίας μας, από τους Αποστολικούς ακόμα χρόνους, η αίρεση έχει καταστρεπτικές συνέπειες για τον άνθρωπο. Τον απομακρύνει από τον Θεό και τον οδηγεί στην απώλεια. Γι’ αυτό και ο ίδιος ο Κύριος και οι Απόστολοι είναι ιδιαίτερα αυστηροί με τις «αιρέσεις απωλείας»[i][1].
Οι Πατέρες της Εκκλησίας επισημαίνουν το μεγάλο κίνδυνο και ακολουθώντας τις Αποστολικές συστάσεις[ii][2] καλούν τους χριστιανούς και μάλιστα τους ακατάρτιστους στην πίστη να μην έχουν καμία σχέση με αιρετικούς, διότι ο κίνδυνος για τη σωτηρία τους είναι βέβαιος.[iii][3]
Δυστυχώς όμως πολλοί, μη έχοντας ουσιαστική σχέση με το πνεύμα των Πατέρων και με τη ζωή της Εκκλησίας μας, βλέπουν πίσω από τις απαγορεύσεις αυτές μίσος και εχθρότητα της Εκκλησίας προς τους αιρετικούς. Ο Αγ. Νεκτάριος όμως πολύ περιεκτικά συγκεφαλαιώνοντας την Ορθόδοξη διδασκαλία μας προτρέπει : «Αποτρέπου την απιστίαν και την αίρεσιν και το σχίσμα, όχι τον άπιστον και τον αιρετικόν και τον σχίστην, όχι τον άνθρωπον. Αποστρέφου την γνώμην, όχι την φύσιν. Δι’  εκείνην είναι αλλότριος και διάφορος, είναι αποστροφής και μίσους υπόδικος. Διά τοιαύτην είναι οικείος και πλησίον, είναι ελέους και συμπαθείας, πολλάκις δε και κηδεμονίας και περιθάλψεως άξιος»[iv][4]. «Οι απαγορεύσεις περί πολυποίκιλης επικοινωνίας με αιρετικούς πήγαζαν ουσιαστικά από την αγάπη της Εκκλησίας. Η Εκκλησία δηλαδή προσπαθούσε αφ’ ενός να διαφυλάξει τα υγιά μέλη της από την ψυχοκτόνο ασθένεια των κακοδόξων, αφ’ ετέρου δε να προβληματίσει τους τελευταίους με τη στάση της και να τους κάνει να καταλάβουν ότι βρίσκονται σε εσφαλμένο δρόμο. Η αποχή δηλαδή από την κοινωνία μαζί τους είχε ταυτόχρονα και παιδαγωγικό χαρακτήρα»[v][5].
Μελετώντας την Πατερική διδασκαλία για τις σχέσεις μας με τους αιρετικούς βλέπουμε ότι οι Άγιοί μας είναι ιδιαίτερα αυστηροί και κατηγορηματικοί στην απαγόρευση επικοινωνίας με τους αιρετικούς ή σχισματικούς[vi][6] σε θέματα  Λατρείας και κοινής προσευχής. Οι σχετικές αναφορές των Πατέρων είναι πολυπληθείς[vii][7]. Στο παρόν άρθρο δε θα αναφερθούμε στις Πατερικές μαρτυρίες, αλλά αποκλειστικά και μόνο στην Κανονική Παράδοση της Εκκλησίας μας για το θέμα της συμπροσευχής με αιρετικούς και μάλιστα για την κατ’ ακρίβεια εφαρμογή των  Ι. Κανόνων.

Α.   Τι είναι  και  τι δεν είναι  συμπροσευχή.

Όμως τι σημαίνει «συμπροσευχή»;  Στην αρχαία ελληνική γραμματεία, κατά τον Ιω. Σταματάκο, «συνεύχομαι» σημαίνει  «εύχομαι (προσεύχομαι) από κοινού μετά τινός, ενώνω τας ευχάς μου με τας δικάς του»[viii][8]. Στην Πατερική γραμματεία, σύμφωνα με τον G.W.H.Lampe[ix][9] «συμπροσεύχομαι» σημαίνει “pray together, pray with”, ενώ το «συνεύχομαι» σημαίνει α) «pray with, pray together» (=προσεύχομαι μαζί) και  β) “wish one well” (=εύχομαι να είσαι καλά).

Περαιτέρω θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχουμε συμπροσευχή όταν :
1. Υπάρχει σύμπτωση τόπου και χρόνου στην προσευχή [x][10] (αναγκαία, αλλά όχι ικανή συνθήκη)
2. Υπάρχει κοινή βούληση για τον ίδιο σκοπό, για την τέλεση προσευχής[xi][11] (ικανή και αναγκαία συνθήκη).
3. Συμμετέχουμε στην εξέλιξη της προσευχής, με τη χρήση κοινού προγράμματος λατρείας (π.χ. κοινό το περιεχόμενο των ευχών ή ύμνων, ανταπόκριση στις κελεύσεις του λειτουργού[xii][12], ένδυση λειτουργικών αμφίων για τους  κληρικούς) (ικανή αλλά όχι αναγκαία συνθήκη
4. Συμπερασματικά : Όταν με την όλη μας αναστροφή (λόγια, έργα, συμπεριφορά) επιδιώκουμε να δώσουμε την εντύπωση στους άλλους  ότι επιθυμούμε να συμμετέχουμε και εμείς στη λατρεία τους.
Σύμφωνα λοιπόν με τα ανωτέρω δε συντελείται συμπροσευχή όταν έχουμε επίσκεψη ή παρακολούθηση κάποιας θρησκευτικής τελετής για επιστημονικούς, τουριστικούς, εθιμοτυπικούς ή κοινωνικούς και μόνο λόγους [xiii][13].

Β.   Οι  Ιεροί  Κανόνες για  τη  συμπροσευχή με αιρετικούς.

Οι Ι. Κανόνες της Εκκλησίας, με οικουμενικό κύρος, που αναφέρονται στην απαγόρευση συμπροσευχής με αιρετικούς είναι  : 
1.       Κανὼν Ι' τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων : "Εἴ τις ἀκοινωνήτῳ, κᾂν ἐν οἴκῳ συνεύξηται, οὗτος ἀφοριζέσθω"
2.       Κανών ΙΑ΄ των Αγ. Αποστόλων : "Εἴ τις καθῃρημένῳ, κληρικὸς ὧν, κληρικῷ συνεύξηται, καθαιρείσθω καὶ αὐτός".
3.       Κανὼν ΜΕ' τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων : "Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος αἱρετικοῖς συνευξάμενος, μόνον, ἀφοριζέσθω, εἰ δὲ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς, ὡς Κληρικοῖς ἐνεργῆσαί τι, καθαιρείσθω"
4.       Κανὼν ΞΔ' τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων : "Εἴ τις Κληρικὸς, ἢ Λαϊκὸς εἰσέλθοι εἰς συναγωγὴν Ἰουδαίων, ἢ αἱρετικῶν προσεύξασθαι, καὶ καθαιρείσθω, καὶ ἀφοριζέσθω"
5.       Κανὼν ΟΑ' τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων : "Εἴ τις Χριστιανὸς ἔλαιον ἀπενέγκοι εἰς ἱερὸν ἐθνῶν, ἢ εἰς συναγωγὴν Ἰουδαίων ἐν ταῖς ἑορταῖς αὐτῶν, ἢ λύχνους ἅπτοι, ἀφοριζέσθω"
6.       Κανὼν ΣΤ' τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Τοπικῆς Συνόδου : "Περὶ τοῦ, μὴ συγχωρεῖν τοῖς αἱρετικοῖς εἰσιέναι εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ, ἐπιμένοντας τῇ αἱρέσει"
7.       Κανὼν  Θ' τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Τοπικῆς Συνόδου : "Περὶ τοῦ, μὴ συγχωρεῖν εἰς τὰ κοιμητήρια, ἢ εἰς τὰ λεγόμενα μαρτύρια πάντων τῶν αἱρετικῶν ἀπιέναι τοὺς τῆς Ἐκκλησίας, εὐχῆς ἢ θεραπείας ἕνεκα, ἀλλὰ τοὺς τοιούτους, ἐὰν ὦσι πιστοί, ἀκοινωνήτους γίνεσθαι μέχρι τινός, μετανοοῦντας δὲ, καὶ ἐξομολογουμένους ἐσφάλθαι, παραδέχεσθαι"
8.       Κανὼν ΛΒ' τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Τοπικῆς Συνόδου : "Ὅτι οὐ δεῖ αἱρετικῶν εὐλογίας λαμβάνειν, αἵτινές εἰσιν ἀλογίαι μᾶλλον, ἢ εὐλογίαι"
9.       Κανὼν  ΛΓ' τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Τοπικῆς Συνόδου:"Ὅτι οὐ δεῖ αἱρετικοῖς ἢ σχισματικοῖς συνεύχεσθαι"
10.   Κανὼν ΛΔ' τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου. Ὅτι οὐ δεῖ πάντα χριστιανὸν ἐγκαταλείπειν μάρτυρας Χριστοῦ καὶ ἀπιέναι πρὸς τοὺς ψευδομάρτυρας, τουτέστιν αἱρετικῶν, ἢ αὐτοὺς πρὸς τοὺς προειρημένους αἱρετικοὺς γενομένους· Οὗτοι γάρ ἀλλότριοι τοῦ Θεοῦ τυγχάνουσιν. Ἔστωσαν οὖν ἀνάθεμα οἱ ἀπερχόμενοι πρὸς αὐτούς.
11.   Κανὼν ΛΖ' τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Τοπικῆς Συνόδου : "Ὅτι οὐ δεῖ παρὰ τῶν Ἰουδαίων ἢ αἱρετικῶν τὰ πεμπόμενα ἑορταστικὰ λαμβάνειν, μηδὲ συνεορτάζειν αὐτοῖς"
12.   Κανὼν Θ' τοῦ Τιμοθέου Ἀλεξανδρείας : "Ἐρώτησις. Εἰ ὀφείλει Κληρικὸς εὔχεσθαι, παρόντων Ἀρειανῶν, ἢ ἄλλων αἱρετικῶν; ἢ οὐδὲν αὐτὸν βλάπτει, ὁπόταν αὐτὸς ποιῇ τὴν εὐχήν, ἤγουν τὴν προσφοράν; Ἀπόκρισις. Ἐν τῇ θείᾳ ἀναφορᾷ ὁ Διάκονος προσφωνεῖ πρὸ τοῦ ἀσπασμοῦ. "Οἱ ἀκοινώνητοι περιπατήσατε." Οὐκ ὀφείλουσιν οὖν παρεῖναι, εἰ μὴ ἂν ἐπαγγέλλωνται μετανοεῖν καὶ ἐκφεύγειν τὴν αἵρεσιν"  
Στους πιο πάνω κανόνες θα πρέπει να προστεθούν και  οι :  
13.   Κανὼν β’ τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου : "Πάντας τοὺς εἰσιόντας εἰς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ τῶν ἱερῶν Γραφῶν ἀκούοντας, μὴ κοινωνοῦντας δὲ εὐχῆς ἅμα τῷ λαῷ ἢ ἀποστρεφομένους τὴν ἁγίαν μετάληψιν τῆς εὐχαριστίας κατά τινα ἀταξίαν, τούτους ἀποβλήτους γίνεσθαι τῆς Ἐκκλησίας, ἕως ἂν ἐξομολογησάμενοι καὶ δείξαντες καρποὺς μετανοίας καὶ παρακαλέσαντες τυχεῖν δυνηθῶσι συγγνώμης, μὴ ἐξεῖναι δὲ κοινωνεῖν τοῖς ἀκοινωνήτοις, μηδὲ κατ' οἴκους συνελθόντας συνεύχεσθαι τοῖς μὴ τῇ ἐκκλησίᾳ συνευχομένοις, μηδὲ μὴ συναγομένοις. Εἰ δὲ φανείῃ τις τῶν ἐπισκόπων, ἢ πρεσβυτέρων, ἢ διακόνων, ἢ τις τοῦ κανόνος τοῖς ἀκοινωνήτοις κοινωνῶν, καὶ τοῦτον ἀκοινώνητον εἶναι, ὡς ἂν συγχέοντα τὸν κανόνα τῆς Ἐκκλησίας".
14.   Κανών Α' τῆς Δ' Οἰκουμενικής  Συνόδου, (επικυρώνει τους Κανόνες των ἐν Λαοδικείᾳ και Αντιοχεία Τοπικών Συνόδων καὶ τοῦ Αγ. Τιμοθέου Ἀλεξανδρείας)
15.   Κανών Β' τῆς ΣΤ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου, (επικυρώνει τους Αποστολικούς  Κανόνες, τους κανόνες των ἐν Λαοδικείᾳ και Αντιοχεία Τοπικών Συνόδων και του Αγ. Τιμοθέου Αλεξανδρείας).
16.   Κανών Α' τῆς Ζ' Οἰκουμενικής Συνόδου (επικυρώνει τους Αποστολικούς  Κανόνες, τους κανόνες των ἐν Λαοδικείᾳ και Αντιοχεία Τοπικών Συνόδων και του Αγ. Τιμοθέου Αλεξανδρείας).
Από την απλή παράθεση των Κανόνων γίνονται σαφή  τα εξής :
1.      Για τους Πατέρες είναι ιδιαίτερα κρίσιμο από πνευματικής απόψεως το θέμα της επικοινωνίας με αιρετικούς στα πλαίσια της προσευχής και της Θ. Λατρείας. Αυτό είναι εμφανές από το μεγάλο αριθμό των κανόνων που διαπραγματεύονται το θέμα αυτό.
2.      Το θέμα της συμπροσευχής με αιρετικούς απασχολεί διαχρονικά την Εκκλησία. Γι’ αυτό και οι σχετικοί απαγορευτικοί κανόνες καλύπτουν χρονικά ολόκληρη την περίοδο που συντασσόταν το Κανονικό Δίκαιό της.
3.      Προφανώς οι παραβάσεις των κανονικών αυτών διατάξεων ήταν συχνές. Η Εκκλησία όμως εμμένει, επανέρχεται και επαναδιατυπώνει τις ίδιες απαγορεύσεις.
4.      Οι κανονικές διατάξεις είναι σαφείς, απόλυτες και κατηγορηματικές στην απαγόρευση συμμετοχής σε κοινή προσευχή και λατρεία με αιρετικούς ή σχισματικούς.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ