8 τῇ γὰρ χάριτί ἐστε σεσωσμένοι διὰ τῆς πίστεως· καὶ τοῦτο οὐκ ἐξ ὑμῶν, Θεοῦ τὸ δῶρον, 9 οὐκ ἐξ ἔργων, ἵνα μή τις καυχήσηται. 10 αὐτοῦ γάρ ἐσμεν ποίημα, κτισθέντες ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ ἐπὶ ἔργοις ἀγαθοῖς, οἷς προητοίμασεν ὁ Θεὸς ἵνα ἐν αὐτοῖς περιπατήσωμεν. Εφεσίους β’ 8-10

Πολλοί εσμέν οι λέγοντες , ολίγοι δε οι ποιούντες . αλλ’ούν τον λόγον του Θεού ουδείς ώφειλε νοθεύειν διά την ιδίαν αμέλειαν , αλλ’ ομολογείν μεν την εαυτού ασθένειαν , μη αποκρύπτειν δε την του Θεού αλήθειαν , ίνα μή υπόδικοι γενώμεθα , μετά της των εντολών παραβάσεως , και της του λόγου του Θεού παρεξηγήσεως …

Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής p.g.90,1069.360



Η ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

ΚΑΤΕΔΙΚΑΣΕΝ ΤΗΝ ΝΕΟΕΙΚΟΝΟΜΑΧΙΚΗΝ

ΑΙΡΕΣΙΝ ΑΠΟ ΤΗΣ ΕΜΦΑΝΙΣΕΩΣ ΤΗΣ



Αι, περί καταδίκης τής Νεοεικονομαχίας, θέσεις και πράξεις τής Γνησίας Ορθοδόξου Εκκλησίας, καταχωρούνται εις την συνέχειαν, συντόμως και περιληπτικώς προς ενημέρωσιν τών ενδιαφερομένων, αλλά και διά τήν ιστορίαν, επειδή οι αιρετικοί αυτοί, διατείνονται και διαδίδουν, ότι «δέν υπήρξεν εικονομαχία, ούτε εικονομάχοι».

            Ιδού, λοιπόν, ωρισμέναι από τάς ενεργείας τής Γνησίας Ορθοδόξου Εκκλησίας, τάς οποίας έχει καταγράψει η αδιάψευστος Ιστορία.

1)      Εις τό περιοδικόν «Κ.Γ.Ο.» τού μηνός Οκτωβρίου 1977, και εις τό άρθρον τό αναφερόμενον εις τήν καθαίρεσιν τού πρώην Επισκόπου Κορινθίας Καλλίστου, έχει γραφή, ότι ο πρώτος λόγος καθαιρέσεώς του, ήτο: «Επί καταστροφή τής εικόνος τής Αγίας Τριάδος».

2)      Εις τό περιοδικόν «Κ.Γ.Ο.», Ιανουάριος 1978, δημοσιεύεται η εικών τής Αγίας Τριάδος και δισέλιδον άρθρον υπέρ αυτής, μέ τίτλον: «ΔΙΑΤΙ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΟΥΝ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ;».  Χαρακτηρίζεται δέ, η κίνησις αυτή, εις τήν Μονήν Ταξιαρχών Αθηκίων Κορινθίας, ως «...εικονομαχική στάσις (=επανάστασις)...πλάνη, κ.λπ.» Εν συνεχεία, παρατίθεται, η εκ τού Ι. Πηδαλίου, γνώμη τού Αγίου Νικοδήμου (Πηδαλ. Σελ. 320).

3)      Εις τό περιοδικόν «Κ.Γ.Ο.», Μάρτιος 1978, δημοσιεύεται απάντησις, εις τήν οποίαν, εκ σαφεστάτων μαρτυριών, αποδεικνύεται, ότι η εικών τής Αγίας Τριάδος, υπάρχει από τόν 10ο αιώνα, καθώς καί όσα η Αγία Γραφή αναφέρει περί Θεού σωματικώς, είναι εικόνες, τύποι καί σύμβολα, (Ιωαν. Δαμασκ., Βιβλ. Α’ Περί Ορθοδόξου Πίστεως).

4)      Απόφασιν τής Ιεράς Συνόδου, Πρακτικόν 91/24.11.1983. διά τής οποίας καθορίζεται, ότι αι αμφισβητούμεναι υπό τών εικονομάχων εικόνες, προσκυνούνται, καθώς έχομεν παράδοσιν μέχρι σήμερον.

5)      Τήν ιστορικήν απόφασιν, τής Ιεράς Συνόδου τής Ιεραρχίας τών Γ.Ο.Χ. Ελλάδος, κατά τήν 19.9.1991, διά τής οποίας διακηρύσσει, ότι εμμένει εις τάς μέχρι σήμερον παραδοθείσας ιεράς εικόνας καί προτρέπει νά προσκυνούνται αδιακρίτως αι, βυζαντινής ή κλασσικής τεχνοτροπίας, τοιαύται, ιδιαιτέρως δέ, αι υπό τών εικονομάχων χαρακτηριζόμεναι ως αιρετικαί, όπως η Αγία Τριάς, η Ανάστασις τού Χριστού εκ τού Τάφου καί αι λοιπαί.  Η απόφασις αύτη επικαλείται τό Πρακτικόν 91/24.11.83).

6)      Τήν σηματικήν Απόφασιν, τής Γενικής Πανελλαδικής Συνελεύσεως, τού Ι. Φιλανθρ. Συνδέσμου Κληρικών τής Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ελλάδος, κατά τήν 30-10-1991, δι ής εγένετο ομοφώνως αποδεκτή, η Ιστορική Απόφασις τής Ιεραρχίας, τήν 19-9-1991 καί μάλιστα υπεγράφη υφ’ όλων τών μελών. Βλέπε σχετικόν Πρακτικόν (2546/24-10-91)

7)      Τήν Α’ Ποιμαντορικήν Εγκύκλιον, τής Ι. Συνόδου τής Ιεραρχίας τής Γνησίας Ορθοδ. Εκκλησίας, υπ’ αριθμ. 2566/23.1.1992, δι’ ής καθορίζεται, οριστικώς, η θέσις τής Εκκλησίας περί όλων τών αμφισβητουμένων εικόνων, εξ αιτίας τών αιρετικών συγγραμμάτων, τά οποία εδημοσίευσαν κληρικοί καί μοναχοί τού πρώην Αρχιεπισκόπου Ανδρέου.

8)      Τήν απόφασιν τής Ι. Συνόδου τής Ιεραρχίας τής Γνησίας Ορθοδόξου Εκκλησίας, ΠΡΑΚΤΙΚΟΝ τής 19.8.1992, εις τήν οποίαν τονίζεται ότι, «ο σάλος ο οποίος ταράσσει τήν Εκκλησίαν προέρχεται από τήν Νεοεικονομαχικήν αίρεσιν» καί ακόμη ότι: «αι φήμαι περί ανατροπής τού Αρχιεπισκόπου οποθενδήποτε προέρχονται, είτε από κληρικούς, ή μοναχούς είτε από λαϊκούς, εϊναι σατανική διαβολή πρός διάσπασιν τής ενότητος τής Ιεραρχίας...».

9)      Τόν αφορισμόν, ο οποίος υπεγράγη τήν 22.10.92 υφ’ όλης τής Ι. Συνόδου τής Ιεραρχίας, εναντίον αυτών οι οποίοι διέδιδον καί διαδίδουν ανωνύμως, ότι δέν υπάρχη θέμα εικόνων, αλλά θέμα ανατροπής τού Αρχιεπισκόπου.

10)  Τήν Β’ Ποιμαντροικήν Ιστορικήν Εγκύκλιον, υπ’ αριθμ. 2660/26.2.1993, τής Ιεράς Συνόδου τής Ιεραρχίας.  Δι’ αυτής κατακικάζονται καί αναθεματίζονται όλα τά αιρετικά συγγράμματα, φυλλάδια καί λοιπά έντυπα, τά αιρετικά συγγράμματα, φυλλάδια καί λοιπά έντυπα, τά οποία εκυκλοφόρησαν κατά τήν τελευταίαν 20ετίαν, είτε από μέλη τής Εκκλησίας τών Γ.Ο.Χ., είτε εκτός Αυτής, υβρίζοντα τάς εν λόγβ Ι. Εικόνας, ή αμφισβητούντα αυτάς, καθ’ οιονδήποτε τρόπον.

11)  Τό Φθινόπωρον τού 1993, ο πρώην Πειραιώς Νικόλαος εκδίδει βιβλίον περί τών Αγίων Εικόνων, τό οποίον προλογίζουν ο πρώην Αρχιεπ. Ανδρέας μετά τού Κυρύκου Κοντογιάννη.  Εις τό βιβλίον αυτό καί εις τήν σελίδαν (10) χαρακτηρίζεται η κίνησις αυτή, ως εικονομαχική στάσις, (δηλ. Εικονομαχική επανάστασις, κατά τών Αγίων Εικόνων...).  Παρόμοια αναφέρουν εις τους Προλόγους των καί, ο τοτέ Αρχιεπ. Ανδρέας, καθώς καί ο Κήρυκος Κοντογιάννης.  Τοιουτοτρόπως μόνοι των μαρτυρούν, ότι υπήρξε καί υπάρχει Νεοεικονομαχική αίρεσις.

12)  Τάς αποφάσεις τής Ι. Σνόδου τής Ιεραρχίας, διά τών οποίων οι αιρετικοί Ιερομ. Αμφιλόχιος καί Κασσιανός, παραπέμπονται εις Συνοκικόν Δικαστήριον καί επιβάλλεται εις αυτούς αργία επ’ αόριστον από πάσης ιεροπραξίας καί εντέλλονται οι ιερείς νά μη μεταδίδουν τά Θεία Μυστήρια, εις τούς έχοντας επικοινωνία μετά τών ανωτέρω αιρετικών Ιερομόναχων.  Αι εν λόγω Αποφάσεις τής Ιεραρχίας υπεγράφησαν εις τά πρακτικά 1) 2706/3.12.93, διότι οι κληρικοί αυτοί επέμειναν εις τάς αιρετικάς θεωρίας των, πιστεύοντας ότι τά συγγράμματά των, τά κατά τών Ιερών Εικόνων, είναι ορθόδοξα καί απεκήρυξαν τήν Σύνοδον ως αιρετικήν.

13)  Τήν Διευκρίνισιν – Απόφασιν τής Ιεράς Συνόδου, κατά τήν 22.10.93, εις τήν οποίαν τονίζεται, ότι διά τής Β’ Ποιμαντορικής Ιστορικής Εγκυκλίου, υπ’ αρ. 2660/26.2.93, κατεδικάσθη καί ανεθεματίσθη η Νεοεικονομαχική Αίρεσις.  Ακόμη τονίζεται, ότι δέν υπήρξεν σχέδιον ανατροπής τού Αρχιεπισκόπου καί ότι ο Ε. Γκουτζίδης είναι ο εγκέφαλος τού βδελυρού μηχανισμού καί τού επεβλήθη ο Κανονισμός, νά απέχη τού λοιπού τής Θείας Κοινωνίας καί απηγορεύθη εις αυτόν, νά κηρύττη εις τούς Ι. Ναούς.

14)  Τάς Συνοδικάς αποφάσεις τής Ιεραρχίας, αι οποίαι κατεδίκασαν τήν εν λόγω αίρεσιν καί έτυχον τής αμέσου αποδοχής από ολόκληρον τό πλήρωμα τών Ορθοδόξων κλήρον καί λαόν.  Ορισμένοι εξ αυτών κληρικοί, μοναχοί ή λαϊκοί, εδημοσίευσαν μελέτας καί κριτικάς, εναντίον τών αιρετικών συγγραμμάτων, αποδεικνύοντες μέ συντριπτικά επιχειρήματα Αγιογραφικά καί Αγιοπατερικά, τήν σατανικήν πλάνην τής Νεοεικονομαχίας.

15)  Σύσσωμος ο μοναχισμός τού Αγίου Όρους, πολλάκις εγγράφως κατεδίκασεν τήν κίνησιν αυτήν, χαρακτηρίζων αυτήν ως Νεοεικονομαχικήν Αίρεσιν καί μέ τά συγγράμματά του διεφώτισεν τό Ορθόδοξον Πλήρωμα.

16)  Τέλος, ολόκληρον τό πλήρωμα τής Εκκλησίας τών Γ.Ο.Χ. κλήρος καί λαός καί Ιεραί Μοναί αντέδρασαν ακαριαίως καί κατεδίκασαν τήν αίρεσιν ταύτην.

Οι μόνοι οι οποίοι έμειναν αμετανόητοι, όπως ο διάβολος, είναι οι αρχηγοί τής αιρέσεως, οι οποίοι ενώ διακηρύσσουν ότι είναι Ορθόδοξα τά κείμενά των, τά απορρίπτοντα τάς Ι. Εικόνας, υποκριτικώς λέγουν, (επειδή φοβούνται τόν λαόν), ότι δέχονται καί προσκυνούν αυτάς.

17)  Τήν Κυριακήν 31ην Ιανουαρίου 1994, κατά τήν Λειτουργίαν, ανετέθη υπό τού τότε Αρχ/που Ανδρέου, εις τόν Ιερομ. Νεόφυτον Τσακίρογλου, νά ομιλήση εναντίον τού Σεβ/του Μεσσηνίας κ. Γρηγορίου, με σκοπόν νά συμπαρασύρη τό Εκκλησίασμα, εναντίον τού επισκόπου.  Τούτο απέβλεπεν, εις τό νά δικαιολογήση τήν άρνησίν του, νά προσέλθη εις τήν ιεραρχίαν.  Παρά ταύτα όμως ο πιστός λαός ομοφώνως, αντέδρασεν, διέκοψε τόν αμιλητήν καί ηξίωσεν από τόν Ανδρέαν νά προσέλθη, οπωσδήποτε εις τήν Σύνοδον, πρός λύσιν τών προβλημάτων.  Αυτός ηναγκάσθη νά συμφωνήση, πλήν όμως δέν επραγματοποίησεν σύγκλησιν Συνόδου, αλλά παράνομον καί αντισυνοδικόν Συλλείτουργον.

18)  Η Ιερά Μονή Ευαγγελισμού – Παναγουλάκη Καλαμών, τού Σεβ/του Μεσσηνίας κ. Γρηγορίου, μέ φυλλάδιόν της «ΔΙΑΚΗΡΥΞΙΣ – ΑΝΑΦΟΡΑ» Μάρτιος 1994, κατεδίκασεν καί ανεθεμάτισεν τήν Αίρεσιν τής Νεοεικονομαχίας καί τούς Νεοεικονομάχους.

19)  Τάς ομοφώνους αποφάσεις τών Ορθοδόξων Μοναχών τού Αγίου Όρους, οι οποίοι διακηρύσσουν, ότι αποδέχονται ως Ορθοδόξους τάς Αποφάσεις τής Ιεράς Συνόδου τής Ιεραρχίας, περί καταδίκης τής Νεοεικονομαχικής Αιρέσεως καί ιδιαιτέρως τάς δύο ιστορικάς Εγκυκλίους, υπ’ αριθ. 2566/23.1.92 καί 2660/26.2.93.

Αι διακηρύξεις αυταί, εδημοσιεύθησαν εις δεκάδες φυλλάδια, εκ τών οποίων αναφέρομεν τά:

1.      «Απαραιτητον καί επιβεβλημένον αίτημα τών Γ.Ο.Χ.» ‘Αγιον Όρος, ‘Ανοιξις 1995.

2.      «Καταδίκη τού νεοσυστάτου Ανδερεϊκού Νεοεικονομαχικού σχίσματος». ‘Αγιον Όρος 8.9.95.

20)  Τήν Κυριακήν τής Ορθοδοξίας (27.9.95) ο Σεβ/τος Μεσσηνίας, εις τήν Ι. Μονήν Ευαγγελισμού Καλαμών, μετά τήν ανάγνοσιν τού Συνοδικού τής Ορθοδοξίας, κατεδίκασεν καί ανεθεμάτισεν τήν αίρεσιν τής Νεοεικονομαχίας καί ονομαστικώς τούς πρώτους Αιρεσιάρχας:  Κασσιανόν, Αμφιλόχιον, Χρυσάφιον, Ε. Γκουτζίδην, Μάχιμον, Στέφανον, Νεόφυτον καί Κήρυκον, δι’ εγγράφου, τό οποίον ανεγνώσθη ενώπιον κλήρου καί λαού καί φέρει τήν επιγραφήν, «ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΘΕΜΑΤΙΣΜΟΜΣ ΤΗΣ ΝΕΟΕΙΚΟΝΟΜΑΧΙΚΗΣ ΑΙΡΕΣΕΩΣ», 27.2.95.

21)  Τήν Κυριακήν τής Ορθοδοξίας 27.2.95 ο Σεβ/τος Κοζάνης κ. Τίτος, εις τό τέλος τής Θείας Λειτουργίας καί μετά τό πέρας τής περιφοράς τών Αγίων Εικόνων, ωμιλήσας καταλλήλως, κατεδίκασεν καί ανεθεμάτισεν τήν αίρεσιν τής Νεοεικονομαχίας.  Εν συνεχεία ενώπιον κλήρου καί λαού, κατέκαυσεν τά συγγράμματα τών Νεοεικονομάχων, παραδώσας αυτά εις τό πύρ καί τό αιώνιον ανάθεμα.

22)  Τήν Κυριακήν τής Ορθοδοξίας (19.2.96), ο Σεβ/τος Θεσς/νίκης κ. Χρυσόστομος ωμιλήσας σχετικώς περί τής Εορτής, ανεφέρθη καί εις τήν αίρεσιν τής Νεοεικονομαχίας καί ενώπιον κλήρου καί λαού, ανεθεμάτισεν καί κατέκαυσεν τά αιρετικά συγγράμματα αυτών, αντιφωνούντος τού λαού ΑΝΑΘΕΜΑ.

23)  Παρόμοιαι αντιδράσεις, συνέβησαν καί εις άλλας Μητροπόλεις καί ενορίας τής Ελλάδος, κατά τής Αιρέσεως ταύτης, όπως εις Πάτραν κ.λπ.



Τά ανωτέρω, αποτελούν ελάχιστον μόνο δείγμα, τής επί 20ετίαν αντιδράσεως καί καταδίκης κατά τής Νεοεικονομαχίας από τήν Ιεράν Σύνοδον, τόν κατώτερον Κλήρον, τά μοναχικά τάγματα καί τόν πιστόν λαόν, τόν φύλακα τής Ορθοδόξου Πίστεως.,

            Πάντα ταύτα, πρός απόδειξιν κατά τών αιρετικών, ότι υπήρξεν η Νεοεικονομαχία καί Εικονομάχοι.

            Σημείωσις:  Αποτελεί παράδοσιν εις τήν Εκκλησίαν, η ρήψις τών αιρετικών συγγραμμάτων εις τό πύρ.  Παραδείγματα αναφέρονται από αρχαιοτάτων χρόνων, όπως συνέβη μέ τά συγγράμματα τών αιρετικών Νεστορίου, Σεβήρου, τού Ουμβέρτου τό έγγραφον υπό τού Πατρ. Μιχαήλ Κυρουλαρίου, καθώς καί τών Βαρλαάμ καί Ακινδύνου κ.λπ. (βλ. Πηδάλιον 60ος Κανών Αγ. Αποστόλων καί σημειώσεις).
ΤΑ ΑΙΡΕΤΙΚΑ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΑ
ΤΩΝ ΝΕΟΕΙΚΟΝΟΜΑΧΩΝ

ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΚΑΤΕΔΙΚΑΣΕΝ ΚΑΙ ΑΝΕΘΕΜΑΤΙΣΕΝ Η

ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ





Τά, υπό τής Γνησίας Ορθοδόξου Εκκλησίας, καταδικασθέντα καί αναθεματισθέντα αιρετικά συγγράμματα, είναι κατά χρονολογικήν σειράν από τής εμφανίσεώς των:



1)          «Μελέτη ενορίας Αγ. Ιωάννου Θεολόγου»,  Θεσσαλονίκη 1976, τού Αλεξ. Καλομοίρου.



2)          «Η εικονογραφική παρουσίαση τού Θεού Πατέρα», τού Ιερομον. Κασσιανού Μπράου, Αθήναι 1989.



3)          Μελέτη τού Ιερομον. Αμφιλοχίου Ταμπουρά, Ιούνιος 1990.



4)          «Απαγορευμένες απεικονίσεις», τού Γ. Γαβριήλ, Θεσς/νίκη 1990.



5)          «Περί Εικονογραφίας», τού μον. Χρυσαφίου, Άνοιξις 1990, καθώς καί εικονομαχικαί επιστολαί αυτού.



6)          «Περί τού Παλαιού τών ημερών εις τό όραμα τού προφήτου Δανιήλ», τού Κασσιανού Μπράου, 3.10.1991.



7)          Τεύχη, Υπομνήματα, φυλλάδια καί επιστολαί τού Ελευθ. Γκουτζίδη σχετικά μέ τήν Νεοεικονομαχίαν, κατά τήν πενταετίαν 1990-95.



8)          Επιστολαί καί Πόρισμα τού αιρεσιάρχου Μαξίμου Τσακίρογλου.



9)          Επιστολαί, γνωμαδοτήσεις καί πόρισμα, τών Στεφάνου καί Νεοφύτου αδελφών Τσακίρογλου.



10)      Γνωμοδότησις καί απιστολαί, τού Ευσταθίου Τουρλή.



11)      Γνωμοδοτήσεις, ενστάσεις, γυλλάδις, επιστολαί καί πόρισμα, τού Κηρύκου Κοντογιάννη.



12)      Επιστολαί, φυλλάδια, γνωμοδήησις καί πόρισμα, τού Δημητρίου Κάτσουρα.



13)      Γνωμοδοτήσεις καί επιστολάς, εκτός τών ανωτέρω Αρχηγών καί Αιρεσιαρχών, εδημοσίευσαν καί άλλοι αντιγράφοντες αυτούς, ή υπογράφοντες τά έτοιμα κείμενα, τά οποία τούς έδιδον οι ανωτέρω αρχηγοί των, αιρεσιάρχαι Νεοεικονομάχοι.



Επλισης, εις τήν αυτήν καταδίκην καί τόν αναθεματισμόν, συμπεριλαμβάνονται καί όσοι έτεροι συνέγραψαν ή δημοσίευσαν παρομοίας αιρετικάς θεωρίας καί δέν περιήλθον εις γνώσιν τής Ιεράς Συνόδου τής Ιεραρχίας, διά νά συμπεριληφτούν φανερώς καί επισήμως μέ τούς ανωτέρω Νεοεικονομάχους.
ΑΠΟΚΟΠΗ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ΕΚ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΩΝ ΑΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΥ Γ.Ο.Χ.


Εἶναι γνωστόν ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία κατά τήν πορείαν της ἀνά τούς αἰῶνας ἀντιμετώπιζε πάντοτε προβλήματα Σχισμάτων καί Αἱρέσεων, τά ὁποῖα δέν προήρχοντο μόνον ἐκ τῶν ἔξω ἀλλά κυρίως ἐκ τῶν ἔσω, π.χ. τό Σχίσμα τῶν Παπικῶν τό 1054, τό Σχίσμα τῶν Νεοημερολογιτῶν τό 1924, τό Σχίσμα τῶν Φλωρινικῶν τό 1937, καί παλαιότερον αἱ Αἱρέσεις τῶν Εἰκονομάχων, τῶν Μονοθελητῶν, τῶν Μονοφυσιτῶν, τῶν Νεστοριανῶν, τῶν Ἀρειανῶν, τῶν Μανιχαίων, τῶν Γνωστικῶν, τῶν Μοντανιστῶν, τῶν Μαρκιωνιστῶν, καί τόσων ἄλλων ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμός.

Οὕτω συνέβη καί εἰς τήν πρόσφατον πορείαν τῆς Ἐκκλησίας. Εἰς τούς κόλπους τῶν ἀπό Βρεσθένης Ματθαίου προερχομένων Γ.Ο.Χ., προεκλήθησαν ἀνόσια Σχίσματα καί Αἱρέσεις τό 1977, τό 1995 καί τό 2002.

Τό 1977, ὁ διά τῶν χειρῶν τοῦ Βρεσθένης λαβών τήν Ἀρχιερωσύνην Κορινθίας Κάλλιστος Μακρῆς, ἀπεσκίρτησεν ἐκ τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας καί ηὐτομόλησεν πρός τήν ΟΥΝΙΑΝ τῶν Φλωρινοσεραφειμικῶν.

Ἀπεμπόλησε τήν Ὀρθόδοξον Πίστιν καί Ὁμολογίαν του καί ἀνεκίνησε θέμα Εἰκονομαχίας κατά τῆς Ἱερᾶς Εἰκόνος τῆς Ἁγίας Τριάδος, παρασυρθείς ὑπό τοῦ ἀνευθύνου περιβάλλοντός του καί ἄλλων ἐξωεκκλησιαστικῶν παραγόντων, ἐγκαθέτων τοῦ Νέου Ἡμερολογίου καί τῶν Φλωρινοσεραφειμικῶν, πρός ἐξυπηρέτησιν προσωπικῶν καί ἰδιοτελῶν σκοπῶν.

Προσεχώρησεν εἰς τήν παράταξιν τοῦ Αὐξεντίου, εἰς τήν καθαίρεσιν τοῦ ὁποίου τό 1949 εἶχεν ὁ ἴδιος συμμετάσχει καί ὑπογράψει. Ἡ Ἱερά ἡμῶν Σύνοδος τότε τόν καθῄρεσε διά ἕξι συνολικῶς λόγους τόν Ὀκτώβριον τοῦ 1977.

Εἰς τήν συνέχειαν ὡδηγήθη εἰς Πραξικοπηματικάς χειροτονίας καί εἰς τήν δημιουργίαν ἰδίας ὁμάδος Ἐπισκόπων ὑπό τήν προεδρίαν του, δι᾽ ὅ καί καθῃρέθη ὑπό τῶν Αὐξεντιανῶν τόν Φεβρουάριον τοῦ 1979.

Ἐν συνεχείᾳ, προσπαθῶν νά ἐπανορθώσῃ τό λάθος τῆς συμπροσευχῆς του μετά χορωδίας Νεοημερολογιτῶν ψαλτῶν, ἐξέδωσε φυλλάδιον κατά τοῦ Νέου Ἡμερολογίου, δι᾽ ὅ τόν Ὀκτώβριον τοῦ 1983 ἐτέθη εἰς ἰσόβιον Ἀργίαν ὑπό τῆς νέας Συνόδου του καί ἐν συνεχείᾳ ἐξεδιώχθη καί ἀπό τήν Μονήν Ταξιαρχῶν Ἀθηκίων Κορινθίας, τῆς ὁποίας ἦτο ὁ ἀναστηλωτής καί πνευματικός ἡγέτης. Ἔκτοτε ἀπεσύρθη εἰς τήν Μονήν Ἁγίας Μαρίνης Σοφικοῦ Κορινθίας, ἡ ὁποία ἀνῆκεν εἰς ἀκέφαλον παραφυάδα τῶν Φλωρινοσεραφειμικῶν καί διοικεῖτο ὑπό τῶν κατά σάρκα ἀδελφῶν του, Νικοδήμου Ἀρχιμανδρίτου καί Στεφάνου Διακόνου.

Ἐκεῖ ἀπεβίωσε τήν 12ην Σεπτεμβρίου 1986 μόνος του, χωρίς ἐπικοινωνίαν μεθ᾽οὐδενός Ἐπισκόπου, ὡς ἄγονος Φλωρινική παραφυάς. Ἀδίστακτοι καιροσκόποι καί τυχοδιῶκται, ἀφοῦ τόν ἐχρησιμοποίησαν πρός ἐξυπηρέτησιν τῶν προσωπικῶν των φιλοδοξιῶν, παραπλανῶντες αὐτόν κάθε φορά ὅτι θά γίνῃ Ἀρχιεπίσκοπος διά νά ὑπακούῃ εἰς τά σκοτεινά καί ἀπαίσια σχέδιά των, τόν ἀπέρριψαν εἰς τό τέλος σκαιοτάτῳ τῷ τρόπῳ ὡς ἄχρηστον καί ἀξιοκαταφρόνητον.

Ὁ Κορινθίας Κάλλιστος ἐπρόδωσεν ὅσους τόν ἐνεπιστεύθησαν ὡς διάδοχον τοῦ Βρεσθένης Ματθαίου καί ἐπίστευσεν τούς Φλωρινικούς, ὅσους ἐπολέμησαν τήν Ἀποστολικήν Πίστιν καί Διαδοχήν τοῦ Βρεσθένης Ματθαίου. Οἱ δέ Φλωρινικοί, ἀφοῦ τόν ἐχρησιμοποίησαν ἰταμῶς, τόν ἐπέταξαν εἰς τόν κάλαθον τῶν ἀχρή στων, χωρίς σπλάχνα οἰκτιρμῶν, ὅπως ὁ Διάβολος ὅσους ποιοῦν τό θέλημά του.

Τό 1995, ὁ διά τῶν χειρῶν τοῦ Βρεσθένης λαβών τήν Ἀρχιερωσύνην Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας Ἀνέστης, ἡγήθη τῆς Αἱρετικῆς φατρίας τῶν Νέων Εἰκονομάχων τοῦ 20οῦ αἰῶνος καί προέβη μετά τοῦ Πειραιῶς Νικολάου καί τοῦ Ἀργολίδος Παχωμίου εἰς ἀντικανονικάς καί πραξικοπηματικάς χειροτονίας Ἐπισκόπων. Οὕτω προεκάλεσε Πόλεμον ἐν καιρῷ εἰρήνης, Σχίσμα ἀθεράπευτον ἐν καιρῷ ἑνότητος εἰς τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.

Οὗτος ἐδέχθη νά χαρακτηρισθοῦν Αἱρετικαί καί Εἴδωλα, καί νά καταργηθοῦν, ἀκόμη καί νά καταστραφοῦν, Ἱεραί Εἰκόναι ἀποδεκταί ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί προσκυνηταί ἀπό αἰώνων, καί ἐπέτρεψε νά κηρυχθοῦν Αἱρετικοί, Εἰδωλολάτραι, Παγανισταί καί Λατινόφρονες οἱ προσκυνοῦντες αὐτάς.

Ἀποδεχόμενος τάς Αἱρετικάς, Παραλόγους, Ἀστηρίκτους, Ἀντιφατικάς, Φρενοβλαβεῖς καί Σχιζοφρενικάς θεωρίας τῶν Ἀρχιαιρεσιαρχῶν Νεοεικονομάχων τούς ὁποίους περιέθαλπεν, ἀπέρριψε τήν ΣΥΜΒΟΛΙΚΗΝ εἰκόνισιν τοῦ ἀοράτου, ἀΰλου, ἀσωμάτου, ἀπεριγράπτου, ἀσχηματίστου πνευματικοῦ κόσμου, τήν ὁποίαν ἀποδέχεται καί διδάσκει ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐπί 2000 ἔτη διά τῶν Ἁγίων, ὅπως ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ  Δαμασκηνός καί λοιποί, καί ἔφθασεν εἰς τό σημεῖον νά ὁδηγῇ εἰς τήν καταστροφήν τό 90% τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων.

Οἱ Αἱρετικοί Νεοεικονομάχοι ἀρνοῦνται τήν εἰκονογράφισιν τῶν Θεοφανειῶν τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἐναντιούμενοι εἰς τήν Ἁγίαν Ζ´ Οἰκουμενικήν Σύνοδον ἡ ὁποία τάς δέχεται. Οὗτοι διά τῶν βλασφήμων Αἱρέσεών των διεκήρυξαν ὅτι:

1) ΕΚΤΟΣ ΤΗΣ ΣΑΡΚΩΣΕΩΣ ΟΥΔΕΜΙΑ ΕΙΚΟΝΙΣΙΣ ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ.
2) Ο,ΤΙ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΥΛΙΚΟΝ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΝ ΕΙΝΑΙ ΕΙΔΩΛΟΝ ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΙΚΟΝΙΖΕΤΑΙ.
3) ΑΙ ΚΛΑΣΣΙΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΑΛΛΑ ΚΑΚΕΚΤΥΠΑ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ.
4) ΔΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΕΙΚΟΝΙΖΕΤΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΩΣ ΘΕΑΝ ΘΡΩΠΟΣ, ΕΝΩ ΔΙΑ ΤΗΣ ΚΛΑΣΣΙΚΗΣ ΜΟΝΟΝ ΩΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ !!! (Δι᾽ αὐτοῦ ὁδηγοῦνται εἰς τήν εἰκονολατρείαν καί Βυζαντινολατρείαν ἀποδίδοντες εἰς αὐτήν ὑπερφυσικάς Θεϊκάς Δυνάμεις.)
5) ΟΣΟΙ ΕΙΚΟΝΙΖΟΥΝ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΛΑΣΣΙΚΗΝ ΤΕΧΝΗΝ ΤΟΝ ΧΩΡΊΖΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΘΕΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΑΙΡΕΤΙΚΟΙ ΝΕΣΤΟΡΙΑΝΟΙ !!!
6) Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΔΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ ΤΟ ΔΟΓΜΑ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΕΝΣΑΡΚΩΣΕΩΣ ΕΝΩ ΔΙΑ ΤΗΣ ΚΛΑΣΣΙΚΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ ΤΗΝ ΑΠΛΗΝ ΠΑΙΔΟΥΛΑΝ ΤΗΣ ΝΑΖΑΡΕΤ.
7) Η ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΕΚ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΥΠΟΘΕΤΙΚΟΝ ΓΕΓΟΝΟΣ. (Διότι πιστεύουν ὅτι ὁ Χριστός Ἀνεστήθη ἀπό τόν  Ἅδην καί ὄχι ἀπό τόν Τάφον, καί θεωροῦν «Δογματικόν Λάθος καί Αἵρεσιν τήν ιατύπωσιν Ἔνσωμος Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ ἐκ τοῦ Τάφου».)
8) Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΑΝΕΣΤΗΘΗ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΔΗΝ. (Δηλαδή αὐτοί πιστεύουν ὅτι ἀνεστήθη ἡ τεθεωμένη καί ἀθάνατος καί ἀναμάρτητος ψυχή τοῦ Χριστοῦ!!!)
9) ΔΕΝ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΟΥΝΤΑΙ ΑΙ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑΙ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ.
10) ΕΙΣ ΤΑΣ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑΣ ΔΕΝ ΕΝΕΦΑΝΙΣΘΗ Ο ΠΑΤΗΡ, ΑΛΛΑ Ο ΥΙΟΣ.

Ἐπολέμησαν δολίως τήν εἰκονογράφησιν τοῦ Θεοῦ Πατρός μέ τήν διαστροφικήν διδασκαλίαν ὅτι οὕτω ἐπιχειρεῖται ἡ εἰκόνισις τῆς Θείας φύσεως
 Τό ὀραθέν  εἰκονίζεται, καί τό κατά συγκατάβασιν Θεοῦ ὀραθέν ἐνέργεια ἐστί Θεοῦ καί οὐχί φύσις.
Ἡ Ἐκκλησία διά τῶν Ἁγίων μᾶς διδάσκει ὅτι δέν εἶναι δυνατόν νά εἰκονισθῇ οὔτε τοῦ Θεοῦ ἡ οὐσία οὔτε τῶν Ἀγγέλων οὔτε τῶν δαιμόνων οὔτε τῆς ψυχῆς. Ἀλλ᾽ οὔτε καί τοῦ ἀνθρώπου ἡ φύσις ὡς φύσις εἰκονίζεται: «Παντός εἰκονιζομένου, οὐχ ἡ φύσις, ἀλλ᾽ ἡ ὑπόστασις εἰκονίζεται» (Ἅγιος Θεόδωρος Στουδίτης, Λόγος Ἀντιρρητικός Γ´, P.G. 99, 405Α καί 392). Ὁ προσκυνῶν καί τιμῶν τήν Εἰκόνα, προσκυνεῖ ἐν αὐτῇ τοῦ ἐγγραφομένου τήν ὑπόστασιν, κατά τήν Ἁγίαν Ἑβδόμην Οἰκουμενικήν Σύνοδον, καί οὐχί τήν φύσιν. «Οἴδαμεν οὖν, ὅτι οὔτε Θεοῦ, οὔτε ψυχῆς, οὔτε δαίμονος δυνατόν θεαθῆναι φύσιν, ἀλλ᾽ ἐν μετασχηματισμῷ τινί θεωροῦνται ταῦτα, τῆς Θείας Προνοίας τύπους καί σχήματα περιτιθείσης τοῖς ἀσωμάτοις καί ἀτυπώτοις . . . . Μή θέλων οὖν ὁ Θεός παντελῶς ἀγνοεῖν ἡμᾶς τά ἀσώματα, περιέθηκεν αὐτοῖς τύπους, καί σχήματα, καί εἰκόνας κατά τήν ἀναλογίαν τῆς φύσεως ἡμῶν . . . Καί ταῦτασχηματίζομεν καί εἰκονίζομεν», καθώς ἐπίσης ὅτι, «’Αλλά καί ΘΕΟΥ ΣΧΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑΣ ἡ Γραφή ἔχει», κα_ «Δυνάμεθα ποιεῖν εἰκόνας πάντων τῶν ΣΧΗΜΑΤΩΝ ὦν εἴδομεν», (Ἅγιος Ἰωάννης Δαμασκηνός, P.G. 94, 1344-1345).

Ἡ εἰκών ἔχει ὁμοιότητα πρός τήν ὑπόστασιν, ἀπεικονίζουσα ἐξωτερικά τινα σχήματα καί χρώματα τῆς ὑποστάσεως. Δέν ἔχει ὅμως ὁμοουσιότητα μέ τό εἰκονιζόμενον διότι διαφέρει εἰς τήν οὐσίαν (Ἅγ. Θεόδωρος Στουδίτης, P.G. 99, 1640).
«Οἱ Χριστιανοί οὔτε τήν ἐν Πνεύματι καί Ἀληθείᾳ προσκύνησιν ταῖς Εἰκόσιἀπένειμαν, οὔτε τῆς Ἀοράτου καί Ἀκαταλήπτου Φύσεως εἰκόνα ποτέ πεποιήκασιν» (Πρακτικά Οἰκουμενικῶν Συνόδων, Τόμ. Γ´ σελ. 47/847).
«Οὐδέ γάρ τῆς Ἀοράτου Θεότητος Εἰκόνα ἤ ὁμοίωμα ἤ σχῆμα ἤ μορφήντινά ἀποτυποῦμεν» (Πρακτικά Οἰκουμενικῶν Συνόδων, Τόμ. Γ´ σελ. 297/797).
«Οἱ ἐν τῇ Καθολικῇ Ἐκκλησίᾳ ὡς τέκνα γνήσια γεννηθέντες . . . τάς σεπτάς Εἰκόνας ἀποδεχόμεθα, εἰκόνας μόνον καί οὐδέν ἕτερον αὐτάς γινό- σκοντες, καθό τοῦ πρωτοτύπου τό ὄνομα μόνον ἐχούσας καί οὐχί τήν οὐσίαν» (Πρακτικά Οἰκουμενικῶν Συνόδων, Τόμ. Γ´ σελ. 342/842).

Τό ὄνομα μόνον ἔχει κοινόν ἡ εἰκών μετά τοῦ πρωτοτύπου, οὐχί δέ καί τάἰδιώματα τῆς φύσεως.

Οἱ ὑπό τόν Ἀρχ/πον Ἀνδρέαν Ἀνέστη Αἱρετικοί Νεοεικονομάχοι ἀπεδείχθησαν λοιπόν πολέμιοι καί συγκεκριμένων τεχνοτροπιῶν, ὅπως ἡ Κλασσική, καί συγκεκριμένων εἰκόνων, ὅπως:
Ἡ Συμβολική Εἰκών τῆς Ἁγίας Τριάδος, Πατρός Υἱοῦ καί Ἁγίου Πνεύματος.
Τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ἐκ τοῦ Τάφου, διότι πιστεύουν εἰς τήν Ἀνάστασιν τῆς Ψυχῆς τοῦ Χριστοῦ ἐκ τοῦ Ἅδου.
Τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ ἄνευ μαιῶν καί λουτροῦ.
Τῆς Πεντηκοστῆς μετά τῆς Θεοτόκου, προτιμῶντες νά συμπεριλαμβάνουν τόν Ἀπόστολον Παῦλον, τόν τότε ὄντα Διώκτην, καί τούς Εὐαγγελιστάς Μάρκον καί Λουκᾶν, τούς μή ὄντας ἐκ τῶν Δώδεκα.
Τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐν εἴδει Περιστερᾶς, ἀλλά καί ὅλων τῶν εἰκόνων πάσης μή Βυζαντινῆς τεχνοτροπίας καθώς καί ὅλων τῶν ἐπί χάρτου τυπωμένων εἰκόνων. Ἐδημοσίευσαν πολλά αἰσχρά καί ἀηδῆ κατά τῆς εἰκόνος τοῦ Θεοῦ Πατρός, τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τοῦ ἐκ Τάφου Ἀναστάντος Χριστοῦ. Πολεμοῦντες δέ τάς Ἱεράς Εἰκόνας ἐγένοντο πολέμιοι καί τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ, καί τῆς Ἱερᾶς Διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ, καί αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ, ὅς κατηξίωσεν ἡμᾶς διά Θεοφανειῶν γνωρῖσαι Αὐτόν.
Ἐγένοντο οὕτω οὐχί μόνον Εἰκονομάχοι ἀλλά καί Ἁγιομάχοι καί Ἐκκλησιομάχοι καί Θεομάχοι.
ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ: Πρέπει νά ἀναφερθῇ ὅτι εἰς τήν Ἀναφυεῖσαν Αἵρεσιν τῶν Νεοεικονομάχων συμμετεῖχεν ἀπολύτως μετά τῶν Πρωτεργατῶν αὐτῆς καί τῶν Ἀρχιαιρεσιαρχῶν ὁ Κιτίου Κύπρου Ἐπιφάνιος, ἀποδεχθείς τά Αἱρετικά αὐτῶν φρονήματα καί διατηρῶν μετ᾽ αὐτῶν πλήρη Πνευματικήν καί Ἐκκλησιαστικήν Ἐπικοινωνίαν μέχρι τοῦ θανάτου του τό 2005. Πάντες οὗτοι κατεδικάσθησαν καί καθῃρέθησαν ὑπό τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τόν Ἰούνιον τοῦ 1995 καί συνεκατεριθμήθησαν μετά τῶν ἀπ᾽ αἰώνων Αἱρετικῶν.

Τό 2002, ὁ ἀπό τό 1958 χειροτονηθείς διά τήν Μητρόπολιν Μεσσηνίας Γρηγόριος Ρούσσης ἤ Βενιζέλος ἡγήθη τῆς πλέον Ἀντιθέου, Θεομάχου καί Ἀντιχρίστου Σατανικῆς Αἱρέσεως τῶν Ἐκκλησιομάχων, Χριστομάχων καί Τριαδομάχων. Ἀπεδέχθη Αἱρέσεις τάς ὁποίας ὄχι μόνον οἱ Νεοημερολογῖται δέν ἔχουν, ἀλλ᾽ οὔτε καί οἱ Αἱρετικοί ΠΑΠΙΚΟΙ. Αἱ Αἱρέσεις τάς ὁποίας διεκήρυξεν εἶναι τό συνονθύλευμα ὅλων τῶν ἐπί δύο χιλιάδας ἔτη  ἐμφανισθέντων

Αἱρέσεων, τῶν ἤδη καταδικασθέντων ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Οὗτος, ἐνῶ δέν ἦτο μόνος, διότι ὑπῆρχεν καί ἄλλος Ἐπίσκοπος τῆς αὐτῆς Συνόδου τόν ὁποῖον ἠγνόησε, προέβη μόνος του εἰς Ἀντικανονικάς καί Πραξικοπηματικάς χειροτονίας Ἐπισκόπων, καί προεκάλεσεν ἐν καιρῷ εἰρήνης νέον ἀθεράπευτον ΣΧΙΣΜΑ εἰς τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, δημιουργῶν Σατανικῶς νέαν Θεοστυγῆ ΑΙΡΕΤΙΚΗΝ ἐκκλησίαν.

Τό Σχίσμα τοῦ πρώην Μεσσηνίας Γρηγορίου εἶναι διά δύο λόγους ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΟΝ καί ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΣΜΕΝΟΝ.

α) Διότι ἐκήρυξεν Ἀντιχρίστους καί Πρωτοφανεῖς Σατανικάς ΑΙΡΕΣΕΙΣ, ἐνῶ εἶχε παραλάβει ἀνόθευτον τήν Ὀρθόδοξον Διδασκαλίαν τῆς Ἐκκλησίας διά τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου καί ὑπό τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.
β) Διότι προέβη μόνος του εἰς Ἀντικανονικάς καί Πραξικοπηματικάς χειροτονίας Ἐπισκόπων, παραβαίνων τούς σχετικούς Ἱερούς Κανόνας, ἐνῶ ὑπῆρχε καί ἄλλοςἘπίσκοπος τῆς αὐτῆς Συνόδου, ὁ Θεσσαλονίκης Χρυσόστομος (Μητρόπουλος),ὅστις παρέμεινεν καί παραμένει εἰς τήν παρά τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου παραδοθεῖσαν Ὀρθόδοξον Πίστιν, Ὁμολογίαν καί Ἐκκλησιολογίαν, ἤτοι, τήν Πίστιν περί τῆς Ἁγίας Τριάδος, περί Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, περί τῆς Ἐκκλησίας καί περί τῶν Ἁγίων Εἰκόνων, ἥν παρέλαβεν ἐκ τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἡ ὁποία τόν ἀνέδειξεν Ἐπίσκοπον καί Μητροπολίτην.

Ἀποδεχόμενος ὁ Μεσσηνίας Γρηγόριος τάς Αἱρετικάς, Σατανικάς, Παραλόγους, Ἀντιφατικάς, Φρενοβλαβεῖς καί Σχιζοφρενικάς θεωρίας τῶν Ἀντιχρίστων Ἀρχιαιρεσιαρχῶν τούς ὁποίους καί αὐτός περιέθαλπεν, ἔφθασεν εἰς τό σημεῖον νά κηρύξῃ ἀλλοιωτόν τό Πρόσωπον τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, καί συνεπῶς ἀλλοιωτήν τήν Ἁγίαν Τριάδα. Ἐκήρυξε Διαφορετικόν τό Πρόσωπον τοῦ Υἱοῦ ἀπό τό Πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ. Ἐκήρυξε Διπλοῦν τό Πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ. Ἐκήρυξεν:
Ὅτι τό Πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι Προαιώνιον καί Ἄναρχον, ἀλλά ἔχει χρονικήν ἀρχήν ὑπάρξεως.
Ὅτι «ὁ Χριστός μόνον ὡς Σχέδιον εἰς τήν Βουλήν τοῦ Θεοῦ εἶναι Προαιώνιος», (ὑποβιβάζων οὕτω τήν Ὑπόστασιν τοῦ Χριστοῦ εἰς τήν τάξιν τῶν κτισμάτων).
Ὅτι «τήν Ἐκκλησίαν τήν οἰκοδόμησεν ὁ Χριστός καί ὄχι ἡ Ἁγία Τριάς, καί τοι ἡ Ἁγία Τριάς ταυτουργεῖ».
Ὅτι «Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός καί ὄχι ἡ Ἁγία Τριάς».
Ὅτι «βγάζουν τόν Χριστόν ἀπό Κεφαλήν τῆς Ἐκκλησίας καί βάζουν τήν ἉγίαΤριάδα».
Ὅτι «ὁ Χριστός δέν θά ἀφήσῃ τήν Ἐκκλησίαν Του νά περάσῃ εἰς τά χέρια τῆς Ἁγίας Τριάδος». (Δηλαδή, κατ᾽ αὐτούς, ὁ Χριστός εἶναι μία ἐξωαγιοτριαδική Ὑπόστασις, ἤτοι ἕνα ἄλλο τέταρτο πρόσωπον.)
Ὅτι «Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός καί ὄχι ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος δέν ὑπῆρξε ποτέ Κεφαλή καμμίας Ἐκκλησίας».
Ὅτι «ἡ Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι Θεϊκή, ἀλλά Κεφαλή εἶναι ἡ ἀνθρωπίνη φύσις τοῦ Χριστοῦ».
Ὅτι ἡ Ἐκκλησία, ὡς Κεφαλή καί Σῶμα, εἶναι κτιστή. (Δηλαδή, κατ᾽ αὐτούς, ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι Θεανθρώπινος Ὀργανισμός, ἀλλά μόνον ἀνθρώπινος, ἤτοι, ΑΘΕΟΣ.)
Ὅτι «ὅποιος πιστεύει ὅτι ὑπῆρχεν ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ πρό τῆς Γενννήσεως τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἐκ τοῦ Διαβόλου».

Ἐκτός αὐτῶν ἐκήρυξαν καί ἄλλα πολλά παρεμφερῆ Αἱρετικά, Παρανοϊκά, Φρενοβλαβῆ καί Σχιζοφρενικά, τά ὁποῖα μόνον ὁ Ἀντίχριστος θά διακηρύξῃ.
Χαρακτηριστικόν εἶναι τό ἐνώπιον δύο Ἀρχιερέων καί ἐν Συνάξει τριάκοντα
περίπου κληρικῶν, μοναχῶν καί λαϊκῶν μεγαλοφώνως ἐκστομιθέν ὑπό τοῦ Μεσσηνίας Γρηγορίου, «ΑΝΑΘΕΜΑ, ΑΝΑΘΕΜΑ, ΑΝΑΘΕΜΑ στίς Ἐκκλησίες τῶν Ἀγγέλων καί σ᾽ αὐτούς πού πιστεύουν σέ Ἐκκλησίες Ἀγγέλων. Αὐτοί εἶναι κάλτσες τοῦ Διαβόλου»
Οἱ Αἱρετικοί Νεοεικονομάχοι τοῦ 1995 καί οἱ Αἱρετικοί Ἐκκλησιομάχοι καί Θεομάχοι τοῦ 2002 ἐκήρυξαν Ἀντιχρίστους καί Πρωτοφανεῖς Αἱρέσεις, τάς ὁποίας ἐδέχθησαν ἐκ τῶν ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας Αἱρετικῶν, Νεοημερολογιτῶν καί Φλωρινοσεραφειμικῶν, Αἱρέσεις αἱ ὁποῖαι ἀντιβαίνουν πρός τήν Ὀρθόδοξον Διδασκαλίαν ἥν παρά τοῦ Ἀειμνήστου Ἀρχιεπισκόπου ΜΑΤΘΑΙΟΥ διδάχθησαν καί παρέλαβον ὡς παρακαταθήκην, τόσον περί τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων, ὅσον περί Χριστοῦ τοῦ ΘΕΟΥ ἡμῶν, ὅσον περί τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὅσον καί περί τῆς ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ τοῦ ΘΕΟΥ.

Ὁ Ἀείμνηστος Ἀρχιεπίσκοπος Ματθαῖος δέν ἐδίδαξεν οὐδεμίαν ἐκ τῶν Αἱρέσεων τάς ὁποίας ἐκήρυξαν οἱ περί τόν Ἀνδρέαν Νεο-εικονομάχοι ἤ οἱ περί τόν  Γρηγόριον Ἐκκλησιομάχοι - Χριστομάχοι καί Τριαδομάχοι.Πόθεν αὐτοί τάς ἐδιδάχθησαν; Ἐκεῖσε καί ὑπό τῆς Ἐκκλησίας ἐξεβλήθησαν.

Διά τῶν Ἀντιχρίστων αὐτῶν Αἱρέσεων, τάς ὁποίας ΕΚΗΡΥΞΑΝ ΔΗΜΟΣΙΩΣ καί ἐγγράφως, ΑΠΩΛΕΣΑΝ καί τήν Ἀποστολικήν Πίστιν καί τήν Ἀποστολικήν Διαδοχήν, καί συνεκατεριθμήθησαν μετά τῶν ἀπ᾽ αἰώνων Αἱρετικῶν.

Ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος τό 1948 ἐχειροτόνησεν Ἐπισκόπους ἐν τῇ Ἀποστολικῇ Πίστει, καί κατέλειπεν Ἐπισκόπους ἐν τῇ Ἀποστολικῇ Διαδοχῇ. Ὅπερ εἶχεν ἀκεραίως καί κανονικῶς παραλάβει, τήν Ὀρθόδοξον Πίστιν καί τήν Ἀρχιερωσύνην, αὐτό καί παρέδωκεν κανονικῶς καί ἀκεραίως. Διάδοχοι τοῦ Βρεσθένης Ματθαίου, τό μέν 1995 ὁ Ἀθηνῶν Ἀνδρέας μετά τοῦ Πειραιῶς Νικολάου, τοῦ Ἀργολίδος Παχωμίου καί τοῦ Κιτίου Κύπρου Ἐπιφανίου, τό δέ 2002 ὁ Μεσσηνίας Γρηγόριος, ἐχειροτόνησαν ἐπισκόπους ἐγκαταλείποντες καί ἀρνηθέντες τήν Ἀποστολικήν Ὀρθόδοξον Πίστιν καί τάς Ἱεράς Παραδόσεις, ἅς παρέλαβον παρά τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου καί παρά τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καί οὕτω ἀπώλεσαν τήν κανονικότητα τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς. Δι᾽ ὅ καί ὅ,περ εἶχον, τήν Ἀρχιερωσύνην, οὐ μόνον οὐ μετέδωσαν ἀλλά μᾶλλον καί ἐξ αὐτῶν ἀφῃρέθη.

Ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος τό 1948 ἐχειροτόνησεν Ἐπισκόπους καί ἥνωσεν, ἥνωσεν ἀνθρώπους μετά τοῦ Θεοῦ, ἥνωσε τάς ἑπομένας γενεάς μετά τῶν Ἀποστόλων ἐν τῇ ΕΚΚΛΗΣΙᾼ ΤΟΥ ΘΕΟΥ.

Διάδοχοι τοῦ Βρεσθένης Ματθαίου, τό 1995 καί τό 2002 ἐχειροτόνησαν ἐπσκόπους καί ἐχώρισαν, ἐχώρισαν ἀνθρώπους ἀπό τόν Θεόν, ἐχώρισαν ἐπερχομένας γενεάς ἀπό τούς Ἀποστόλους καί ἀπό τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ κατά τρόπον ἀθεράπευτον.
Ἐχειροτόνησεν Ἐπισκόπους τό 1948 ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος ἐπί τῆς γῆς καί ὁ Θεός ἐκύρωσεν τάς χειροτονίας ἐν Οὐρανοῖς. Ἐχειροτόνησεν καί ἥνωσεν. Ἐχειροτόνησεν καί ἥλκησεν τήν ἐπίσκεψιν τοῦ Θεοῦ εἰς τήν Ἄμπελον ἥν  ἐφύτευσεν ἡ Δεξιά τοῦ Κυρίου (Ψαλμ. ΟΘ/ 15-16).

Ἐχειροτόνησαν ἐπί τῆς γῆς ἐπισκόπους τό 1995 καί τό 2002 οἱ ἀνάξιοι φανέντες διάδοχοι τοῦ Βρεσθένης Ματθαίου καί ὁ Θεός ΑΚΥΡΩΣΕΝ τάς χειροτονίας ἐν Οὐρανοῖς. Ἐχειροτόνησαν καί ἔσχισαν.Ἐχειροτόνησαν καί ἥλκησαν ἐπί τῶν κεφαλῶν αὐτῶν τήν ΑΡΑΝ τοῦ Θεοῦ καί τό ΑΝΑΘΕΜΑ τῆς Ἐκκλησίας.

Ἐχειροτόνησεν Ἐπισκόπους τό 1948 ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος καί ἔφερεν Εἰρήνην εἰς τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καί Εὐλογίαν εἰς τά πιστά τέκνα Αὐτῆς.
Ἐχειροτόνησαν ἐπισκόπους τό 1995 καί τό 2002 οἱ ἀπό Ματθαίου προαναφερθέντες, μή σεβασθέντες τήν Ὀρθόδοξον Πίστιν καί τάς Ἱεράς Παραδόσεις ἅς παρέλαβον παρά τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου, καί ἐν καιρῷ εἰρήνης εἰς τήν Ἐκκλησίαν τοῦ ΘΕΟΥ ἔφερον πόλεμον κατ᾽ αὐτῆς, ἐκήρυξαν Ἀντιχρίστους Αἱρέσεις, ἐδημιούργησαν Σχίσματα καί ἥλκυσαν κατάραν ἐπί πολλῶν κεφαλῶν.

Οὗτοι «ἐξ ἡμῶν ἐξῆλθον, ἀλλ᾿ οὐκ ἦσαν ἐξ ἡμῶν• εἰ γὰρ ἦσαν ἐξ  ἡμῶν, μεμενήκεισαν ἂν μεθ᾿ ἡμῶν• ἀλλ᾿ ἵνα φανερωθῶσιν ὅτι οὐκ εἰσὶ πάντες ἐξ ἡμῶν» (Α´ Ἰωάν. Γ´ 19). Ἐξεπλήρωσαν καί αὐτοί τόν προφητικόν λόγον τοῦ Ἀποστόλου Παύλου λέγοντος, «καὶ ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα τοῦ ἀποσπᾶν τοὺς μαθητὰς ὀπίσω αὐτῶν» (Πράξ. Κ/ 30).

Αἱ Χειροτονίαι Ἐπισκόπων ὑπό τοῦ Βρεσθένης Ματθαίου τό 1948 συνιστοῦν νέον μέτρον μετρήσεως τοῦ Ὀρθοδόξου φρονήματος. Καί εἶναι νέον τό μέτρον, ὄχι διότι ἔχει διαφορετικόν μέγεθος καί ζυγοστάθμιον ἀπό τό μέτρον τῆς Πίστεως τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Προφητῶν καί τοῦ Πατριάρχου Ἀβραάμ.
Εἶναι νέον διότι τό αὐτό μέγεθος καί ζυγοστάθμιον τῆς ἐκείνων ἀρχαίας Πίστεως ἐφαρμόζεται μέ ἐξ ἴσου σταθεράν χεῖραν εἰς τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ κατά τάς τρικυμιώδεις περιστάσεις τῆς γενικῆς ἀποστασίας τοῦ ὀγδόου αἰῶνος.

Εἶναι νέον καί ξένον συγκρινόμενον πρός τό ἦθος τοῦ αἰῶνος τούτου τοῦ ἀπαταιῶνος, διότι εἶναι ἐκ Θεοῦ καί ὄχι ἐκ τῆς ἁμαρτίας καί τῆς πλάνης, εἶναι ἐκ τῆς Νύμφης τοῦ Χριστοῦ, τῆς Ἐκκλησίας, ἥτις ἀείποτε νεανίζει καί ζωοποιεῖ.
 http://www.egoch.org/Neo-Iconoclasm/Scanned-Documents/ENCYCLICAL_A.pdf
http://www.egoch.org/Neo-Iconoclasm/Scanned-Documents/ENCYCLICAL_%20B.pdf
 http://www.egoch.org/Neo-Iconoclasm/Scanned-Documents/Encyclical_16.pdf
 http://www.egoch.org/Neo-Iconoclasm/Scanned-Documents/TO_ANDREIKON_SXISMA.pdf
http://www.egoch.org/archives.html

http://www.egoch.org/files/38211052.pdf

Μ. Βασίλειος : «Πρέπει οι ακροαταί να είναι εκπαιδευμένοι

Μ. Βασίλειος :
«Πρέπει οι ακροαταί να είναι εκπαιδευμένοι στις Γραφές και να κρίνουν αν τα λεγόμενα των διδασκάλων είναι σύμφωνα με τις Γραφές. Κι όσα είναι ξένα να τα αποβάλλουν και εκείνους που επιμένουν σ’ αυτά να τους αποστρέφωνται δυνατά»


Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης :

Αν ο προεστώς σου είναι σφαλερός εις την πολιτείαν και τα έργα του, μη περιεργάζεσαι. Αν όμως είναι σφαλερός κατά την πίστιν, φεύγε και παραίτησέ τον, όχι μόνο αν είναι άνθρωπος, αλλά κάν άγγελος είναι από τον ουρανόν»

(Άγ. Νικόδημος Αγιορείτης, Περί συνεχούς Μεταλήψεως, σ. 175).

Ο ψευδοεπίσκοπος δεν αποτελεί το κέντρον της Ευχαριστιακής Συνάξεως

Ο ψευδοεπίσκοπος δεν αποτελεί το κέντρον της Ευχαριστιακής Συνάξεως. Δεν θα πρέπει να αγνοηθή η θεμελιώδης εκκλησιολογική αρχή, ότι τα θεμέλια της ενότητος της Εκκλησίας δεν είναι διοικητικά/θεσμικά, αλλά ευχαριστιακά και χαρισματικά· δεν είναι δυνατόν ο κηρύττων αίρεσιν επίσκοπος, χαρακτηριζόμενος πλέον ως «ψευδοεπίσκοπος» και «ψευδοδιδάσκαλος»(IE Kανών της AB Αγίας Συνόδου), να αποτελή ούτε το κέντρον της Ευχαριστιακής Συνάξεως, ούτε να επιτελή χρέη Ποιμένος, εφ΄ όσον ήδη είναι «λύκος». Μόνον υπό τοιαύτας προϋποθέσεις ήτο δυνατόν ο Άγιος Κύριλος Αλεξανδρείας προ ακόμη της Γ΄ Αγίας Οικουμενικής Συνόδου, να προτρέπη το Ορθόδοξο Ποίμνιο της Κωνσταντινουπόλεως: «Ασπίλους και αμώμους εαυτούς τηρήσατε, μήτε κοινωνούντες τω μνημονευθέντι (Νεστορίω), μήτε μην ως διδασκάλω προσέχοντες, ει μένει λύκος αντί ποιμένος»

(Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, PG τ. 99 στλ. 1645D)

Τα σαθρά επιχειρήματα,για να αναπαύσουν την συνείδησί τους οι ψευτο-πνευματικοί πατέρες

Τα σαθρά επιχειρήματα,για να αναπαύσουν την συνείδησί τους οι ψευτο-πνευματικοί πατέρες

Για να αναπαύσουν την συνείδησί τους οι πνευματικοί πατέρες, αλλά και τους πιστούς που ανησυχούν και τους…ενοχλούν, έχουν βρη ένα πολύ κακόηχο τροπάρι: «Αργότερα, λέγουν, θα αντιδράσουμε, όταν θα έχη έλθει ο κατάλληλος καιρός· ας έλθουν στο κοινόν ποτήριον με τον Πάπα και τότε θα δήτε αν θα προδώσουμε την πίστι μας». Που και από ποιόν εδιδάχθησαν οι πνευματικοί καθοδηγητές, ότι δεν πρέπει να πολεμούμε και να αποτειχιζόμεθα από τους κακοδόξους ποιμένας, παρά μόνον όταν έλθουν στο κοινό ποτήριον με τον αρχηγόν της αιρέσεως που επιδέξια προβάλλουν οι του Φαναρίου ως … «σεβάσμιον αδελφόν» και «πρώτον εν τη καθόλου Εκκλησία του Χριστού»; Αυτό είναι σατανικόν όχι μόνο σαν σκέψι αλλά περισσότερο σαν σύστημα αποκοιμήσεως της ορθοδόξου συνειδήσεως. Μοιάζει με την άλλη τέχνη του διαβόλου που συνεχώς ψιθυρίζει στο αυτί του αμαρτωλού: «αύριο μετανοείς» · «αργότερα, έχεις ακόμα καιρό» · «στα γεράματά σου, καλλίτερα, για να μη ξαναμαρτήσης», για να φύγη τελικά από τον κόσμο αυτόν προτού προλάβη την σωτήρια εξαγόρευση. Έτσι και εδώ. Ποιος τους εγγυάται ότι θα ζήσουν μέχρι το κοινό ποτήριο, ή ότι με την τακτική τους αυτή εξασφαλίζουν την σωτηρία τους, αφού γίνονται αιτία να προχωρά το κακό και να χάνωνται καθημερινώς ψυχές για τις οποίες Χριστός απέθανε; Και όταν είπε ο Κύριος, ότι αυτός που θα φανή πιστός στο λίγο θα φανή δόκιμος και στο πολύ, αυτό δεν ήθελε να διδάξη, ότι δηλαδή μόνον αυτός που πολεμά αμέσως και χωρίς αναβολές το οποιοδήποτε κακό, θα φανή τελικά ο νικητής του; Γιατί λησμονούν τους λόγους του χρυσού κήρυκος της Εκκλησίας, του θείου Χρυσοστόμου; «Διότι εάν, γράφει ο μέγας πατήρ, οι τολμώντες να καταλύσουν τους θείους θεσμούς και παραδόσεις, έστω και κατά μικρόν, εδέχοντο εγκαίρως τον αρμόδιον έλεγχον, δεν θα εγίνετο η παρούσα συμφορά, ουδέ θα κατελάμβανε την Εκκλησίαν τέτοιος χειμώνας· και τούτο διότι, ο ανατρέπων και το ελάχιστον της ορθής πίστεως, καταστρέφει το όλον». Δυστυχώς έχουν δημιουργήσει μία νέα εκκλησιολογία, κατά την οποίαν μπορεί ο επίσκοπος να έχη διαφορετική πίστι από τον πατριάρχη του, και ο πρεσβύτερος από τον επίσκοπόν του, αλλά να μη γίνεται αυτό αιτία σχίσματος, προκειμένου να διατηρηθή η ενότης! Μια τέτοια όμως ενότης δεν είναι του Θεού, αλλά της παπωσύνης, άνευ δηλαδή αληθείας και Πνεύματος Αγίου!http://orthodox-voice.blogspot.gr/
Hλίας Μηνιάτης, Κυριακή των Βαΐων

Πῶς δεῖ τιμᾶν τά Ἅγια Πάθη
«Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος
ἐν ὀνόματι Κυρίου, Βασιλεύς
τοῦ Ἰσραήλ».’Ἱωάνν. ιβ’ 13)
Ὅταν ἐγώ βλέπω τόν Ἰησοῦν Χριστόν νά ἐμβαίνῃ μέ τόσην τιμήν, μέ τόσην δοξολογίαν, μέ τόσον θρίαμβον μέσα εἰς τήν Ἱερουσαλήμ, ἠμπορῶ νά λογιάσω μέ δίκαιον λόγον, πώς ἀπό τόν φθόνον καί μῖσος τῶν ἀρχιερέων, τῶν πρεσβυτέρων καί γραμματέων δέν ἔχει πλέον νά φοβῆται κανένα κακόν. Ὦ πόλις ἁγία, ὄντως πόλις τοῦ Θεοῦ Ἱερουσαλήμ! «δεδοξασμένα ἐλαλήθη περί σοῦ» εἰς τούς περασμένους αἰῶνας, δεδοξασμένα θέλουσι λαληθῇ περί σοῦ καί εἰς τούς αἰῶνας τούς μέλλοντας, διά τήν εὐχαριστίαν καί ἀγάπην, ὅπου δείχνεις πρός τόν θεῖον σου εὐεργέτην! Εὐγνώμονες παῖδες Ἑβραίων, ἐπαινῶ τήν ἀγαθήν σας διάθεσιν· ἐσεῖς τώρα πιάνετε κλάδους ἐλαιῶν καί βαΐα φοινίκων, σύμβολα νίκης, μέ τά ὁποῖα προαπαντᾶτε, ὡς βασιλέα τοῦ Ἰσραήλ, τόν θαυματουργόν τοῦτον υἱόν Δαυΐδ· δείχνετε μίαν καρδίαν πώς εἶσθε ἕτοιμοι νά πιάσετε καί τά ὅπλα, διά νά τόν φυλάξετε κάθε καιρόν ἀπό τῶν ἐχθρῶν του τά μηχανήματα.
Ἰησοῦ μου, ἐδῶ μέσα εἰς τήν Ἱερουσαλήμ ἐσύ πλέον δέν φοβεῖσαι· οὗτος δι᾽ ἐσέ εἶναι τόπος καταφυγῆς· καί ἄν ἐσείσθη ὅλη ἡ πόλις διά τήν εἴσοδόν σου, θέλει σεισθῇ πάλιν ὅλη ἡ πόλις διά τήν φύλαξίν σου. Γραμματεῖς, πρεσβύτεροι καί ἀρχιερεῖς τῶν Ἰουδαίων, εἰς μάτην κοπιάζετε· τί συμβουλεύεσθε εἰς τά συνέδρια; τί μελετᾶτε εἰς τάς συναγωγάς, ἐσεῖς δέν ἔχετε καμμίαν δύναμιν νά κακοποιήσετε τοῦτον τόν Ναζωραῖον, τόν ὁποῖον ἕνας ἀναρίθμητος λαός ὑποδέχεται μέ τόσην πανήγυριν· «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, Βασιλεύς τοῦ Ἰσραήλ».
Μά τί λέγω ἐγώ; ὦ ἀκατάστατοι διαλογισμοί τῶν ἀνθρώπων! ὤ ψευδής ἐπίδειξις τῆς μιαιφόνου πόλεως! ὤ προσωρινή περιποίησις τοῦ ἀχαρίστου λαοῦ! ἡ πόλις Ἱερουσαλήμ, ὅπου σήμερον εἶναι θέατρον τόσον λαμπρᾶς ἑορτῆς, εἰς ὀλίγας ἡμέρας θέλει γένει θέατρον τῆς φρικτῆς τραγῳδίας. Αὐτή, ὅπου τόν δέχεται ὡς βασιλέα τοῦ Ἰσραήλ, θέλει τόν προσηλώσει εἰς ἕνα ξύλον, ὡς ἕνα κατάδικον· αὐτός ὁ λαός, ὅπου τώρα σείει τά βαΐα, θέλει πελεκήσει τόν Σταυρόν· αὐτός, αὐτός ὅπου τώρα φωνάζει τό: Ὡσαννά, θέλει φωνάζει τό σταυρωθήτω. Καί λοιπόν σήμερον τόση τιμή εἰς ὀλίγας ἡμέρας τόση καταφρόνησις; αὐτοί οἱ ἴδιοι, ὅπου τώρα τόν προσκυνοῦσαν, εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ἴδιοι, ὅπου τόν σταυρώνουσι; ναί. Τοῦτο ἔπαθε τότε ὁ Χριστός ἀπό τούς Ἑβραίους καί τοῦτο τό ἴδιον παθαίνει τώρα ἀπό τούς Χριστιανούς, ὅπου ταύταις ταῖς ἁγίαις ἡμέραις μέ τά λόγια τόν προσκυνοῦσι, μέ τά ἔργα τόν σταυρώνουσι· μέ τήν ἐξωτερικήν ἐπίδειξιν «Ὡσαννά», μέ τήν ἐσωτερικήν διάθεσιν «σταυρωθήτω». Τοῦτο θέλει εἶσθαι τῆς σημερινῆς διδαχῆς ἡ ὑπόθεσις, ἤγουν: μέ ποῖον τρόπον πρέπει οἱ Χριστιανοί νά τιμῶσι τά πάθη τοῦ Χριστοῦ εἰς ταύτας τάς ἁγίας ἡμέρας.
ΜΕΡΟΣ Α’
Ἀφοῦ ἔκαμε τό δεῖπνον τό Μυστικό ὁ Ἰησοῦς Χριστός, συντροφιασμένος μέ τούς μαθητάς του, ἔρχεται πέραν τοῦ χειμάρρου τῶν κέδρων, εἰς τό χωρίον Γεθσημανῆ· ἦτον εἰς τήν ἀρχήν τῆς νυκτός καί, ἀφήνοντάς τους ἐκεῖ παίρνει μαζῆ του τούς τρεῖς, Πέτρον καί Ἰάκωβον καί Ἰωάννην. Παραμερίζει νά προσευχηθῇ καί, στοχαζόμενος τό πάθος του, περίλυπος ἔγεινεν ἡ ψυχή του ἕως θανάτου. Καλή καρδία, ὦ Ἰησοῦ, μή λυπᾶσαι· ἐγώ βλέπω ἕνα πλῆθος ἀνθρώπων, ὅπου ἔρχεται πρός σέ μετά φανῶν καί λαμπάδων· αὐτοί πρέπει νά εἶναι καλοί ἄνθρωποι, διατί ἀλλέως δέν ἐπεριπατοῦσαν τήν νύχτα μέ τό φῶς. Βλέπω καί περιπατεῖ ἔμπροσθεν τους ἕνας ἄνθρωπος, ὅπου ἀπό τό σχῆμα μέ φαίνεται ἕνας σου μαθητής. Βλέπω καί ἐκεῖνοι σιμώνουσιν, ἐτοῦτος σέ χαιρετᾷ: «χαῖρε Ραββί»· μάλιστα σέ φιλεῖ «καί κατεφίλησεν αὐτόν». Ἐκεῖ ὅπου εἶναι φιλήματα, ἐκεῖ ὅπου εἶναι χαιρετισμοί, ἐκεῖ, ὅπου εἶναι ἕνας μαθητής, ἐκεῖ, ὅπου εἶναι φανοί καί λαμπάδες, ἠμπορεῖ νά εἶναι κανένα κακόν; καλή καρδία, ὦ Ἰησοῦ, μή φοβεῖσαι. Μά τέλος πάντων τί γίνεται; ἐκεῖνοι οἱ λαμπαδοφόροι ἄνθρωποι εἶναι σπεῖρα στρατιωτῶν, εἶναι πλῆθος ὑπηρετῶν, ὅπου ἔρχονται διά νά πιάσωσι τόν Ἰησοῦν καί νά τόν σύρουσιν εἰς τόν θάνατον· ἐκεῖνος ὁ μαθητής εἶναι ὁ προδότης Ἰούδας, ὅπου τόν ἐπώλησε διά τριάκοντα ἀργύρια, καί τώρα ἔρχεται νά τόν παραδώσῃ· ἐκεῖνος ὁ χαιρετισμός εἶναι δόλιος, ἐκεῖνο τό φίλημα εἶναι τό σημεῖον τῆς προδοσίας· «ὅν ἄν φιλήσω αὐτός ἐστι, κρατήσατε αὐτόν». Ὥστε ὅπου ἄλλα εἶναι τά φαινόμενα καί ἄλλα τά γινόμενα; βέβαια ὤ μεγάλη συμφορά τοῦ Ἰησοῦ! δίκαιον ἔχει, δίκαιον ἔχει νά λέγῃ: «περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου». Ἕνα ὅμοιον πρᾶγμα συμβαίνει τήν ἡμέραν τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, ὅταν γίνεται ἡ ἀνάμνησις τῶν ἁγίων καί φρικτῶν παθῶν τοῦ Σωτῆρος. Πλῆθος πολύ, ἡ πρόοδος τῶν Σταυρῶν καί τῶν ἁγίων Τάφων κρατεῖ ἀπό τό ἕνα ἕως τό ἄλλο ἄκρον τῆς πόλεως, συνδρομή ἀναρίθμητος ἱερωμένων καί λαϊκῶν, καί ἰδιωτῶν μεγάλων καί μικρῶν, ὅπου προάγονται καί ἀκολουθοῦσι τήν ἱεράν λιτανείαν· στενοχωροῦνται εἰς κάθε τόπον κάθε ἡλικίας ἄνθρωποι, ὅπου συντρέχουσιν εἰς τό θέαμα· κρέμονται ἀπό τά παράθυρα ἄνδρες καί γυναῖκες, νέοι καί παιδιά καί γέροντες, διά νά ἰδοῦσι τήν σεβασμίαν παράταξιν. Φωτοχυσία μεγάλη φανῶν καί λαμπάδων, εἰς τρόπον ὥστε λάμπει μία ἡμέρα εἰς τό σκότος τῆς νυχτός· εἶναι ὅλα σημεῖα μιᾶς ἐξαιρέτου θερμῆς εὐλαβείας. Ὅποιος ἰδῇ τί γίνεται καί μέσα εἰς τάς ἐκκλησίας καί ἔξω εἰς τάς πλατείας καί τάς ὁδούς, θέλει λογιάσει πώς ὅλη ἡ πόλις, ὡσάν ἡ Νινευή, ὅταν ἔκαμεν ἐκείνην τήν δημοσίαν μετάνοιαν διά νά ἐξιλεώσῃ τόν Θεόν, εἶναι ὅλη πόνος, συντριβή, κατάνυξις· καί πῶς, ἄν ὅλαις ταῖς ἡμέραις τοῦ χρόνου ἐστάθημεν ἁμαρτωλοί, τήν Μεγάλην Παρασκευήν ἡμεῖς εἴμεσθεν ἀληθινά μετανοημένοι; Μ᾽ ὅλον τοῦτο, ἄλλα εἶναι τά φαινόμενα καί ἄλλα τά γινόμενα· ἡ μεγάλη ἐκείνη παρρησία δέν εἶναι ἄλλο παρά μία ἐπίδειξις θεατρική· ἀπό ἐκεῖνο τό πολύ πλῆθος, ὅπου συντρέχει διά νά ἑορτάση τά πάθη τοῦ Χριστοῦ, μερικοί ὁλότελα δέν ἐμετανόησαν· βλέπουσιν τόν Χριστόν εἰς τόν Σταυρόν καί ἐκεῖνος δέν ἐχωρίσθη ἀκόμη ἀπό τήν πόρνην· τοῦτος δέν ἐπέστρεψεν ἀκόμη τό ξένον πρᾶγμα, οὗτος ὁ ἄλλος ἀκόμη δέν ἐσυγχώρησεν τόν ἐχθρόν του, δέν ἄφησε τήν κακήν του συνήθειαν καί δέν ἔχει γνώμην νά κάμῃ καμμίαν διόρθωσιν τῆς ζωῆς του· ἄλλοι ἐμετανόησαν, μά πρός ὥρας ἐμετανόησαν πώς ἥμαρτον, μετ᾽ ὀλίγον θέλουσι μετανοήσει πώς ἐμετανόησαν: ἄλλοι ἔχουσι γνώμην νά ἐξομολογηθῶσι, μά ἔχουσι καί γνώμην εὐθύς, ὅπου ἀναστηθῇ ὁ Χριστός, πάλιν νά τόν ξανασταυρώσουσιν: «ἀνασταυροῦντες ἑαυτοῖς τόν υἱόν τοῦ Θεοῦ καί παραδειγματίζοντες», καθώς λέγει ὁ μακάριος Παῦλος.
Ὦ Θεέ! καί οἱ Χριστιανοί τιμῶσι τόν Χριστόν εἰς τά πάθη του μόνον μέ τά χείλη, μά ἡ καρδιά τους εἶναι πολλά μακράν, ἔτσι ἐπαραπονεῖτο ὁ Θεός, μέ τό στόμα τοῦ Ἡσαΐου, καί αὐτός ὁ Χριστός εἰς τό ἱερόν Εὐαγγέλιον: «Ὑποκριταί, καλῶς προεφήτευσε περί ὑμῶν Ἡσαΐας, λέγων ἐγγίζει μοι ὁ λαός οὗτος τῷ στόματι αὑτῶν καί τοῖς χείλεσί με τιμᾷ· ἡ δέ καρδία αὐτῶν πόρρω ἀπέχει ἀπ᾽ ἐμοῦ». Τέτοιας λογῆς ἀνίσως καί τήν μεγάλην ἐκείνην Παρασκευήν μίαν φοράν ἐσταυρώθη ὁ Χριστός ἀπό τούς Ἰουδαίους, κάθε μεγάλην Παρασκευήν ξανασταυρώνεται ὁ Χριστός ἀπό τούς Χριστιανούς, διατί ἄλλα εἶναι τά φαινόμενα καί ἄλλα τά γινόμενα· καί μ᾽ ὅλον τοῦτο· τότε ἔπρεπε μάλιστα οἱ Χριστιανοί νά φαίνωνται πλέον εὐλαβεῖς καί πλέον εὐχάριστοι.
Ἀποστάτησεν ὁ λαός τῆς Ἀντιοχείας καί Σέλευκος ὁ Βασιλεύς μετά βίας ἐλυτρώθη ἀπό τάς χεῖρας τῶν ἀποστατῶν, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νά τοῦ πάρωσι καί τήν ζωήν, ἀφ᾽ οὗ τοῦ ἐπήρασι τήν βασιλείαν. Μοναχός φεύγει κρυφίως ἀπό τά βασίλεια, ἐβγαίνοντας ἀγνώριστος ἀπό τήν χώραν, περιπατεῖ ὅλην τήν νύκτα καί πρός τήν αὐγήν φθάνει εἰς μίαν παραθαλασσίαν, ὅπου κάθεται νά πάρῃ ὀλίγην ἀναπνοήν. Κουρασένος εἰς τό κορμί διά τόν κόπον, περίλυπος εἰς τήν ψυχήν διά τήν καταστροφήν, καί μέ πολλούς ἀναστεναγμούς στέκει καί συλλογίζεται τήν συμφοράν του. Μά οἱ ἀποστάται, ὅπου τόν ἤθελον ἀποθαμένον, ἀκολουθοῦσι τά ἴχνη του· φθάνουσι καί αὐτοί εἰς τόν ἴδιον τόπον· τόν ξανοίγουσι μακρόθεν, τόν γνωρίζουσι· τρέχουσι τότε μέ ὅλον τόν θυμόν εἰς τό πρόσωπον, μέ τάς ρομφαίας εἰς τάς χεῖρας, καί ὁρμοῦσι καταπάνω του, διά νά πίωσι τό αἷμα του. Πλησιάζουσι· καί ἐδῶ, βλέποντες ἕνα Βασιλέα, τόν ἴδιόν τους Βασιλέα, μοναχόν, χωρίς καμμίαν συντροφίαν, τεθλιμμένον, χωρίς καμμίαν παρηγορίαν, γυμνόν ἀπό κάθε βασιλικήν στολήν, κείμενον εἰς τήν γῆν, ὅλον περιχυμένον ἀπό τά δάκρυα, κρατοῦσιν εἰς τό πρῶτον τόν θυμόν καί τάς χεῖρας, τόν λυποῦνται, μετανοοῦσιν εἰς τήν ἀποστασίαν ὅπου ἔκαμαν· τόν παρηγοροῦσιν μέ λόγια συμπαθητικά· τόν σηκώνουσιν ἀπό τήν γῆν· τόν προσκυνοῦσι πάλιν διά βασιλέα ζητοῦσι συγχώρησιν εἰς τά περασμένα· τόν συντροφεύουσιν εἰς τήν πόλιν· τόν ἀνεβάζουσιν εἰς τόν θρόνον καί τοῦ ὀμνύουσιν εἰς τό ἐρχόμενον πίστιν καί ὑπακοήν! Τόσον ἴσχυσεν εἰς καρδίας καί βαρβάρων καί ἀποστατῶν ἡ ὄψις δυστυχισμένου βασιλέως.
Αἴ, χριστιανοί, ἐκεῖνος, τόν ὁποῖον τήν μεγάλην Παρασκευήν βλέπομεν καρφωμένον εἰς ἕνα σταυρόν, στεφανωμένον μέ ἀκάνθας, ἄμορφον ἀπό τά ραπίσματα, ὅλον αἱματωμένον ἀπό τάς πληγάς, εἶναι ὁ βασιλεύς τῆς Δόξης, εἶναι ὁ βασιλεύς ἡμῶν, εἰς τοῦ ὁποίου τό ὄνομα ἐβαπτίσθημεν, τοῦ ὁποίου τό εὐαγγέλιον πιστεύομεν, τοῦ ὁποίου τήν βασιλείαν ἐλπίζομεν. Αἱ ἁμαρτίαι μας τόν ἔφεραν εἰς μίαν κατάστασιν τόσον ἐλεεινήν· καί λοιπόν ἐκείνην τήν ὥραν, ὅπου τόν βλέπομεν, εἶναι τόσον πέτριναι αἱ καρδίαι μας, καί δέν συτρίβονται ἀπό τόν πόνον; τότε ἔπρεπε νά λέγωμεν, μά νά τό λέγωμεν ἐκ καρδίας καί μέ ὅλην τήν συντριβήν: Ἰησοῦ μου, Λυτρωτά μου, εἶναι δίκαιον Ἐσύ νά εἶσαι προσηλωμένος εἰς ἕνα Σταυρόν καί ἐγώ νά κείτωμαι ἀκόμη εἰς τόν κράββατον μέ τήν πόρνην! Ἐσύ νά φορῇς τόν ἀκάνθινον στέφανον καί ἐγώ νά ἔχω τόσους κακούς λογισμούς εἰς τήν κεφαλήν! Ἐσύ νά ἔχῃς ἀνοικτήν τήν πληγωμένην πλευράν καί ἐγώ νά κρατῶ εἰς τήν καρδίαν κατά τοῦ πλησίον μου μῖσος αἰώνιον! Ἐσύ νά ἔχῃς καρφωμένα χέρια καί πόδια καί ἐμέ τά χέρια μου νά εἶναι γεμᾶτα ἀδικίας, τά πόδια νά τρέχουσιν εἰς τήν ἀπώλειαν! Ἐσύ νά ἔχῃς καταξεσχισμένας τάς καθαρωτάτας σάρκας ἀπό τάς μάστιγας καί ἐγώ νά ἔχω τήν σάρκα μου μολυσμένην ἀπό τόσας ἀκαθαρσίας! Ἐγώ ἔπρεπε νά βαστῶ τοιοῦτον σταυρόν· ἐγώ νά λάβω τόσα πάθη· ἐγώ νά ὑποφέρω τοιοῦτον θάνατον· μά, ἄν δέν ἠμπορῶ νά ἀποθάνω διά ἐσέ, κἄν ἄς μετανοήσω· ἄν δέν ἠμπορῶ νά χύσω τό αἷμα μου, κἄν ἄς χύσω τά δάκρυά μου· ἄν δέν ἠμπορῶ νά δώσω τήν ζωήν μου διά τήν ζωήν σου, κἄν ἄς δώσω τήν ἀγάπην μου διά τήν ἀγάπην σου. Ἐσύ, ὁ ἀναμάρτητος Θεός, ἔκαμες τόσα δι᾽ ἐμέ τόν ἁμαρτωλόν ἄνθρωπον, καί ἐγώ τί ὀλιγώτερον ἠμπορῶ νά κάμω διά ἐσέ, παρά νά σέ ἀγαπῶ, παρά πλέον νά μήν πταίσω; Καί λοιπόν ἐγώ μετανοῶ, ἐγώ ἀθετῶ τά περασμένα μου σφάλματα καί ἁμαρτίας καί ὀμνύω ἀπ᾽ ἐδῶ καί ἐμπρός αἰώνιον ἀγάπην εἰς τό ὄνομα σου καί ὑπακοήν εἰς τόν νόμον σου.
Ἔτσι ἔπρεπε νά λέγωμεν, ἔτσι νά κάμωμεν τήν μεγάλην Παρασκευήν· καί αὐτός εἶναι ὁ σκοπός τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας, ὅπου διά τοῦτο κάθε χρόνον μᾶς ἐνθυμίζει τοῦ Χριστοῦ τό πάθος καί θάνατον. Ἡ ἑορτή τῶν χριστιανῶν, λέγει ὁ θεῖος Χρυσόστομος, ἐξόχως εἰς τάς ἁγίας ταύτας ἡμέρας νά εἶναι «ἀγαθῶν ἔργων ἐπίδειξις, ψυχῆς εὐλάβεια, πολιτείας ἀκρίβεια». Ἐπίδειξις ἀγαθῶν ἔργων, ὄχι μόνον φανῶν καί λαμπάδων· εὐλάβεια ψυχῆς, ὄχι μόνον κατ᾽ ἐπιφάνειαν· πολιτείας ἀκρίβεια, ὄχι μόνο θεατρική παρρησία. Ἀλλέως, ὅταν ἄλλα εἶναι τά φαινόμενα καί ἄλλα τά γινόμενα, ἠξεύρετε τί ἦτον καλλίτερον νά κάμωμεν; ἀκούσατέ το. Εἰς τόν πόλεμον ὅπου ἔκαμεν ὁ βασιλεύς Σαούλ ἐναντίον τῶν Φιλισταίων, ἀπέθανεν ἐσφαγμένος μέ τήν ἴδιαν του δεξιάν· ὅταν τό ἤκουσεν ὁ Δαυΐδ, ἔσχισε τά ἱμάτιά του, ἔκαμε θρῆνον μέγαν καί εἶπεν πρός ὅλον τόν λαόν· ἄνδρες Ἰσραηλῖται, ὁ βασιλεύς Σαούλ ἀπέθανε· σιωπή τό λοιπόν, δέν θέλω τινάς νά τό φανερώσῃ, διά νά μή τό ἀκούσωσι καί χαροῦσιν οἱ ἐχθροί· «μή ἀπαγγείλατε ἐν Γάθ, μηδέ εὐαγγελίσησθε ἐν ἐξόδοις Ἀσκάλωνος, ἵνα μή εὐφρανθῶσι θυγατέρες ἀλλοφύλων». Ἔρχεται ἡ ἁγία καί μεγάλη Παρασκευή καί ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία μᾶς ἐνθυμίζει, πώς ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς, ὁ Βασιλεύς ὑμῶν, ἀπέθανεν ἐπάνω εἰς ἕνα Σταυρόν διά τήν ἀγάπην μας· καί λοιπόν σιωπή· σφαλίξατε, ὦ ἱερεῖς τάς ἐκκλησίας, κρύψατε εἰς τά ἐνδότερα τοῦ θυσιαστηρίου τόν Ἐσταυρωμένον καί τόν Σταυρόν· μή ἀκουσθῇ, μή φανῇ τοιοῦτον πρᾶγμα, καί χαροῦσιν οἱ ἐχθροί τῆς πίστεως. Μά πῶς; νά φέρωμεν ἀπό τό ἕνα εἰς τό ἄλλο ἄκρον τῆς πόλεως τόν Σταυρόν, νά σύρωμεν ἀπό τάς ὁδούς καί ἀπό τάς πλατείας τόν Ἐσταυρωμένον, νά κηρύττωμεν φανερά πώς ἐκεῖνος ἔλαβε τοιοῦτον ἐπώδυνον καί ἐπονείδιστον θάνατον διά ἡμᾶς, καί ἡμεῖς ὡς τόσον, ἔξω ἀπό ἐκείνην τήν φαινομένην παρρησίαν, νά μή δείχνωμεν πρός αὐτόν κανένα σημάδι πόνου καρδιακοῦ, εὐλαβείας ἀληθινῆς, ἀγάπης καί εὐχαριστίας; Τί θέλουσι λέγει τότε οἱ Ἑβραῖοι, ὅπου τόν ἐσταύρωσαν; θέλουσι λέγει: οἱ Χριστιανοί πιστεύουσι πώς ἐκεῖνος εἶναι υἱός τοῦ Θεοῦ· οἱ Χριστιανοί ὁμολογοῦσι, πώς ἐκεῖνος ἐσταυρώθη διά τήν ἀγάπην τους, καί οἱ Χριστιανοί τόσον μόνον κάνουσι διά τόν εὐεργέτην τους; ἕνα ἀπό τά δύο, ἤ δέν εἶναι ἔτσι, καθώς οἱ Χριστιανοί πιστεύουσιν, ἤ καί αὐτοί οἱ Χριστιανοί ἀληθινά δέν τόν πιστεύουσιν. «Εἰ υἱός ἐστι τοῦ Θεοῦ καταβάτω νῦν ἀπό τοῦ σταυροῦ, καί πιστεύσομεν εἰς αὐτόν»· ἔτσι θέλουσι βλασφημεῖ καί τώρα οἱ Ἑβραῖοι, καθώς καί τότε εἰς τό πάθος τοῦ Χριστοῦ· ἔτσι θέλουσι περιγελᾷ τήν ὑπόκρισιν τῶν Χριστιανῶν. Ὅθεν διά τό καλλίτερον σφαλίσατε – λέγω πάλιν - ἱερεῖς, τάς ἐκκλησίας, κρύψατε τόν Σταυρόν καί τόν Ἐσταυρωμένον· μή φανῆ, μήν ἀκουσθῇ τοιοῦτον πρᾶγμα, διά νά μή χαροῦσιν οἱ ἐχθροί τῆς πίστεως: «ἵνα μή εὐφρανθῶσι θυγατέρες ἀλλοφύλων».
Καί λοιπόν δέν ἔχει νά γενῇ τήν μεγάλην Παρασκευήν ἡ συνηθισμένη πρόοδος, ἡ λιτανεία καί παρρησία, ὅπου γίνεται κάθε χρόνον; τό εἶπα· πλήν, ἐπειδή καί ἔτσι θέλετε, ἄς γένῃ· μά ἄς γένῃ καθώς πρέπει· καθώς εἶναι τά φαινόμενα, ἔτσι ἄς εἶναι καί τά γινόμενα· καθώς εἶναι ἡ ἐξωτερική, ἔτσι ἄς εἶναι καί ἡ ἐσωτερική εὐλάβεια. Μέ τούς φανούς καί μέ τάς λαμπάδας, ἄς ἀνάπτη μέσα εἰς τήν καρδίαν μας ἡ ἀγάπη πρός Ἐκεῖνον, ὅπου διά τήν ἀγάπην μας ἀπέθανε· ἀπό τόν ἀκάνθινόν του στέφανον, ἄς πάρωμεν κατάνυξιν καί συντριβήν· ἀπό τάς πληγάς του, ἄς παρακινηθῶμεν νά σκληραγωγοῦμεν τήν σάρκα· ἀπό τόν Σταυρόν του, ἄς μάθωμεν τήν ὑπομονήν· ἀπό τόν θάνατόν του, ἄς καταλάβωμεν πόσον μέγα κακόν εἶναι ἡ ἁμαρτία· ἡ ἡμέρα τῆς μεγάλης Παρασκευῆς, ἄς εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς μετανοίας μας, ἄς εἶναι ἡ λιτανεία «ἀγαθῶν ἔργων ἐπίδειξις, ψυχῆς εὐλάβεια, πολιτείας ἀκρίβεια» καί ἄς γένῃ.

Η ομολογία ορθοδόξου πίστεως του Άρχοντος Χαρτοφύλακος Μανουήλ Γεδεών(1851-1943) ,και οι σύγχρονοι οικουμενιστές

Η ομολογία ορθοδόξου πίστεως του  Άρχοντος Χαρτοφύλακος Μανουήλ Γεδεών(1851-1943)  ,και οι σύγχρονοι οικουμενιστές 

Στο βιβλίο "Κανονικαί διατάξεις" του  Άρχοντος Χαρτοφύλακος Μανουήλ Γεδεών(1851-1943) διαβάζουμε (Β΄τόμος, σελ. 365) ένα Υπόμνημα του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Ανθίμου του Στ΄(γνωστού και από την καταδίκη της τετραφωνίας στις ακολουθίες), σχετικό με την επιστροφή στην Ορθοδοξία κάποιων ρωμαιοκαθολικών και το πώς πρέπει αυτή να γίνει. Αφού περιγράφει την κατάσταση, καθορίζει την τάξη για την εισδοχή αυτών στην Εκκλησία. Μέρος αυτής, εκτός των άλλων (βάπτιση σε όσους δεν έχουν βαπτιστεί κατά τον ορθόδοξο τύπο κτλ.), είναι και η παρακάτω ομολογία:



Προς την Μητέρα μου αγίαν του Χριστού Ανατολικήν Εκκλησίαν.


Ω παμφιλτάτη μου Μήτερ!


Ιδού σήμερον το ταπεινόν, ελάχιστον, και της ευθείας οδού αποπεπλανημένον τέκνον σου παρρησιάζομαι έμπροσθέν σου μετά θερμών δακρύων, ομολογούν σοι το ήμαρτον, και βαθυσεβάστως επικαλούμενον το μητρικόν έλεός σου, και στεντορία τη φωνή κηρύττον την ομολογίαν της ορθοδόξου πίστεως.


Α΄) Πιστεύω αδιστάκτως και ομολογώ τα εν τω ιερώ Συμβόλω της ορθοδόξου ημών πίστεως, άνευ τινός προσθήκης είτ΄ αφαιρέσεως.


Β΄) Πιστεύω, δοξάζω, σέβομαι και τιμώ όσα δογματίζει η ορθόδοξος του Χριστού ανατολική Εκκλησία.


Γ΄) Παραδέχομαι και ομολογώ όσα οι θείοι απόστολοι παρέδωκαν και οι ιεροί πατέρες της Εκκλησίας εις τας επτά οικουμενικάς αγίας Συνόδους συμφώνως εθέσπισαν. Έτι δε αυτάς τας αγίας επτά οικουμενικάς Συνόδους σέβομαι και τιμώ με όλον το ανήκον σέβας της ψυχής μου, απαρνούμενος την εν Φλωρεντία ογδόην ψευδοσύνοδον από ψυχής μου καθ΄ όλην την έκτασιν.


Δ΄) Αποστρέφομαι και αποποιούμαι τα εναντία των δογμάτων της ανατολικής Εκκλησίας, και ομολογώ αυτά ψευδή, αντίθεα και αντίχριστα.


Ε΄ ) Αποστρέφομαι και αποποιούμαι πάσας τας καινοτομίας της δυτικής Εκκλησίας, ως εναντίας της ορθοδόξου ομολογίας, και ομολογώ αυτάς εφευρέματα ματαίων ανθρώπων.


ς΄) Αποστρέφομαι ως δόξαν αντίθεον το αναμάρτητον του Πάπα της Ρώμης· ομολογώ αυτό πλάνην και απάτην. Προς τούτοις αποστρέφομαι και όσα παρ΄ αυτού επενοήθησαν εις ανασκευήν των ορθών δογμάτων της ανατολικής Εκκλησίας και των κανονικών παραδόσεων και εθίμων αυτής, και ενί λόγω αποποιούμαι και αποστρέφομαι όλον το σύστημα της δυτικής Εκκλησίας, ως σύστημα νεωτερισμού κατά της ορθοδόξου ανατολικής πίστεως.

Ταύτα πάντα εξομολογούμενος ενώπιον του Θεού, και ομολογών επί παρουσία της υμετέρας πανυπερσεβάστου και προσκυνητής μοι Παναγιότητος και της περί αυτήν αγίας και ιεράς Συνόδου, ικετεύω θερμώς, και δέομαι μετ΄ ευλαβείας της Μητρός μου αγίας του Χριστού ανατολικής Εκκλησίας, ίνα δεχθή ευμενώς την παρούσαν ομολογίαν της πίστεώς μου, την οποίαν οικειοθελώς και απαραβιάστως, με φρόνημα αληθές, στερεόν, βέβαιον και αμετάθετον εξέθεσα εγγράφως εις ένδειξιν της αληθείας των όσα αληθώς πιστεύω και ομολογώ με ειλικρινή και άδολον ψυχήν και καρδίαν ως ιερά και θεοπαράδοτα, και αποστρέφομαι τα τούτοις εναντία, και βδελύττομαι ως ψευδή εφευρέματα μεματαιωμένων ανθρώπων, γνωρίση δε με του λοιπού αναμφίβολον και γνήσιον τέκνον αυτής, επιδαψιλεύουσα και εις εμέ πάντοτε τας θείας και ιεράς αυτής ευχάς και ευλογίας και συναριθμούσα εις την μάνδραν του λογικού αυτής ποιμνίου, και έσομαι δια βίου αχώριστος μέχρι τέλους ζωής, εμμένων εις την αληθή ομολογίαν της πίστεώς μου.

Και αν μεν ο τότε ρωμαιοκαθολικός επίσκοπος Αμίδης Μακάριος εδέχθη αυτήν την ομολογίαν και μάλιστα ως λαϊκός προσεχώρησε στην Εκκλησία και αναχειροτονήθηκε, σήμερα δε οι κατ' όνομα ορθόδοξοι επίσκοποι, ως οικουμενιστές, πως θα αξιώσουν από τους ρωμαιοκαθολικούς να επιστρέψουν στην Ορθοδοξία, αφού ως ανάξιοι εκπρόσωποί της όχι μόνο δεν αποστρέφωνται, αλλά έχουν δεχτεί τόσο τις καινοτομίες τους, αλλά και αυτή την δυτική εκκλησία, ως αδελφή εκκλησία τη λογαριάζουν;

Οι σύγχρονοι οικουμενιστές λυκοποιμένες δεν ομολογούν όσα οι προκάτοχοί τους διεκήρυξαν, αλλά αντίθετα από αυτούς. Επομένως, επιβάλλεται η διακοπή κοινωνίας από τέτοιους επισκόπους και τους κοινωνούντας με αυτούς, ίνα μη μετ' αυτών κατακριθώμεν.
 






 



Η ΕΙΣ ΑΔΟΥ ΚΑΘΟΔΟΣ



 ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

 





«Ψυχή μου, ψυχή μου, ανάστα, τι καθεύδεις;»
Εἰσαγωγή στό Μέγα Κανόνα Ἀνδρέου Κρήτης


1. Ἡ δομή του
Τό πιό ἀξιόλογο καί περισσότερο γνωστό ἀπ᾿ ὅλα τά ἔργα τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα εἶναι ἀσφαλῶς ὁ Μέγας Κανών. Ξεχωρίζει ἀνάμεσα στούς πολλούς Κανόνες του γιά τήν πρωτοτυπία του καί τήν ἔκτασή του. Ἡ ἔκτασή του αὐτή εἶναι ᾿κείνη πού τοῦ ἔδωσε καί τήν ὀνομασία Μέγας. Ὁ Μέγας Κανών εἶναι ἕνα ἀπό τά εὐγενέστερα προϊόντα βαθιᾶς θρησκευτικῆς πείρας. Ἡ ἀξία του ἀπό πλευρᾶς θρησκευτικῆς καί αἰσθητικῆς εἶναι μεγάλη καί κατέχει ἐκλεκτή θέση στήν ὅλη ἐκκλησιαστική ποίηση καί τή λατρεία τῆς Ἐκκλησίας.
Ἀποτελεῖται ἀπό ἐννιά Ὠδές, ἀπό τίς ὁποῖες ἡ β´ καί ἡ γ´ ἔχουν ἀπό δύο Εἱρμούς καί ἡ ²´ διαιρεῖται σέ δύο τμήματα. Τό δεύτερο τμῆμα της δέν ἔχει δικό του Εἱρμό. ῎Ισως παλαιότερα νά εἶχε καί στόν τελικό καταρτισμό τοῦ Τριωδίου νά ἐξέπεσε. Μπροστά ἀπό κάθε τροπάριό του ἔχει τεθεῖ στίχος ἀπ᾿ τούς Μακαρισμούς. Σχετικά μέ τόν ἀριθμό καί τήν τάξη τῶν τροπαρίων πρέπει νά ποῦμε ὅτι ὑπάρχει μιά ποικιλία στά χειρόγραφα κι ἔτσι δέν μποροῦμε νά ξέρουμε ἀπόλυτα ποιά εἶναι γνήσια καί ποιά παρέμβλητα. Τά τροπάρια πού ἀναφέρονται στήν ὁσία Μαρία τήν Αἰγυπτία καί τόν ἴδιο τόν Ἅγιο εἶναι φανερό ὅτι δέν προέρχονται ἀπό τή γραφίδα τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα, ἀλλ᾿ ὅτι εἶναι μεταγενέστερα. (Στό συμπέρασμα αὐτό καταλήγουν ὅλοι οἱ ἐρευνητές, γι᾿ αὐτό κι ἐμεῖς τά παραλείψαμε στήν παρούσα ἐργασία). Σύμφωνα μέ τό Τριώδιο πού βρίσκεται στή λειτουργική χρήση τῆς Ἐκκλησίας, στό ὁποῖο κι ἐμεῖς στηριχτήκαμε (ἔκδοση Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 1960)*, ὁ ἀριθμός τῶν τροπαρίων ἔχει ὡς ἑξῆς· α´ 25, β´ 41, γ´ 28, δ´ 29, ε´ 23, ²´ 33, ζ´ 22, η´ 22, καί θ´ 27. Συνολικά δηλαδή ὁ Μέγας Κανών ἀποτελεῖται ἀπό 11 Εἱρμούς καί 250 τροπάρια. Κατά μιά ἐκδοχή ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ἔγραψε τόσα τροπάρια, ὅσοι εἶναι καί οἱ στίχοι τῶν ἐννιά βιβλικῶν ὠδῶν.
2. Τά περιστατικά τῆς συγγραφῆς
Τά περιστατικά κάτω ἀπ᾿ τά ὁποῖα ὁ ἅγιος Ἀνδρέας συνέθεσε τόν Κανόνα δέ μᾶς εἶναι γνωστά. Δέν ἔχουμε συγκεκριμένες μαρτυρίες, πού νά ἀναφέρονται στόν χρόνο, τόν τόπο καί τά πλαίσια τῆς συνθέσεώς του. Πρός τήν κατεύθυνση αὐτή μιά κάποια βοήθεια μᾶς δίνουν μερικά προσωπικά στοιχεῖα καί ἐνδείξεις τοῦ ἴδιου τοῦ Κανόνος. Ὁ ποιητής μερικές φορές ἀναφέρεται στήν ἡλικία του· «Ἐρριμμένον με, Σωτήρ, / πρό τῶν πυλῶν σου / κἄν ἐν τῷ γήρει... / ἀλλά πρό τοῦ τέλους / ...» (α´ 13)· «Ἐκ νεότητος, Σωτήρ, / τάς ἐντολάς σου ἐπαρωσάμην, / ὅλον ἐμπαθῶς, / ἀμελῶν, ραθυμῶν / παρῆλθον τόν βίον...» (α´ 20)· «Ὁ χρόνος ὁ τῆς ζωῆς μου / ὀλίγος...» (δ´ 23. Βλέπε καί δ´ 2, η´ 6 κ.ἄ.). Ἀπό τίς παραπάνω ἐνδείξεις πρέπει νά συμπεράνουμε ὅτι ὁ ποιητής συνέθεσε τόν Κανόνα σέ ἡλικία προχωρημένη.
Τό τελευταῖο τροπάριο τοῦ Μεγάλου Κανόνος μᾶς δίνει τή δυνατότητα γιά ἕνα ἀκριβέστερο καθορισμό τοῦ τόπου συγγραφῆς· «Τήν πόλιν σου φύλαττε, / Θεογεννῆτορ ἄχραντε· / ἐν σοί γάρ αὕτη / πιστῶς βασιλεύουσα, / ἐν σοί καί κρατύνεται / καί διά σοῦ νικῶσα...». Φαίνεται δηλαδή ὅτι ὁ ἅγιος Ἀνδρέας συνέγραψε τόν Κανόνα στήν Κωνσταντινούπολη εἴτε πρίν ἐκλεγεῖ ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης εἴτε μετά, σέ κάποιο ταξίδι του καί μάλιστα κοντά χρονικά σέ κάποια ἐπιτυχή ἀπόκρουση βαρβαρικῆς ἐπιδρομῆς («ἐν σοί κρατύνεται», «διά σοῦ νικῶσα», «τροποῦται πάντα πειρασμόν», «σκυλεύει πολεμίους»). ῎Ισως τῶν Ἀράβων τό 717.
3. Τό θέμα του
Τό Συναξάριο τῆς Πέμπτης τῆς ε´ ἑβδομάδας τῶν Νηστειῶν (τῆς ἡμέρας δηλαδή πού ψάλλεται ὁ Μέγας Κανών) ὡς ἑξῆς ἀναφέρεται στό θέμα, τό περιεχόμενο καί τούς σκοπούς τοῦ ποιήματος· «πᾶσαν γάρ Παλαιᾶς καί Νέας Διαθήκης ἱστορίαν ἐρανισάμενος καί ἀθροίσας, τό παρόν ἡρμόσατο μέλος, ἀπό Ἀδάμ δηλαδή μέχρι καί αὐτῆς τῆς Χριστοῦ Ἀναλήψεως καί τοῦ τῶν Ἀποστόλων κηρύγματος. Προτρέπεται γοῦν διά τούτου πᾶσαν ψυχήν, ὅσα μέν ἀγαθά τῆς ἱστορίας ζηλοῦν καί μιμεῖσθαι πρός δύναμιν, ὅσα δέ τῶν φαύλων ἀποφεύγειν, καί ἀεί πρός Θεόν ἀνατρέχειν διά μετανοίας, διά δακρύων καί ἐξομολογήσεως, καί τῆς ἄλλης δηλονότι εὐαρεστήσεως». Θέμα δηλαδή τοῦ Μεγάλου Κανόνος εἶναι ἡ παρουσίαση τῆς τραγικῆς καταστάσεως τοῦ ἀνθρώπου τῆς πτώσεως καί τῆς ἁμαρτίας καί ἡ θερμή παρακίνησή του νά μετανοήσει καί νά ἐπιστρέψει κοντά στόν ζώντα καί ἀληθινό Θεό.
Ἡ διαπραγμάτευση τοῦ θέματος εἶναι πρωτότυπη, ἔντονα δραματική καί πλαισιώνεται ἀπό τή χρήση ἑνός πλήθους παραδειγμάτων ἀποβλέπει στήν παρακίνηση τῆς ψυχῆς νά μιμηθεῖ τίς καλές πράξεις τῶν εὐσεβῶν καί ν᾿ ἀποφύγει τίς κακές τῶν ἀσεβῶν. Τά περισσότερα ἀπό τά βιβλικά παραδείγματα εἶναι παρμένα ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη. Αὐτό κυρίως γίνεται στίς πρῶτες ὀκτώ Ὠδές (ὅπου, βέβαια, ἀναφέρονται σποραδικά πρόσωπα καί γεγονότα καί τῆς Καινῆς Διαθήκης). Μᾶς τό ὑπογραμμίζει καί ὁ ἴδιος ὁ ποιητής στό τροπάριο θ´ 2· «Μωσέως παρήγαγον, /ψυχή, τήν κοσμογένεσιν / καί ἐξ ἐκείνου / πᾶσαν ἐνδιάθετον / γραφήν ἱστοροῦσάν σοι / δικαίους καί ἀδίκους, / ὧν τούς δευτέρους, ὦ ψυχή, / ἐμιμήσω, οὐ τούς πρώτους, / εἰς Θεόν ἐξαμαρτήσασα».
Τά βιβλικά πρόσωπα, πού χρησιμοποιοῦνται ἀπό τόν ποιητή, κρίνονται ἀνάλογα μέ τή συμπεριφορά τους πρός τόν Θεό καί τόν νόμο Του καί τή διαγωγή τους μές στήν Ἰσραηλιτική κοινωνία. ῎Ετσι προβάλλεται ἰδιαίτερα ἡ παιδαγωγική τους ἀξία. Τόσο τῶν θετικῶν παραδειγμάτων, πού θά πρέπει νά μιμηθεῖ ὁ πιστός, ὅσο καί τῶν ἀρνητικῶν, πού ὀφείλει ν᾿ ἀποφύγει.
Ὃ ἱερός Ἀνδρέας ἀντλεῖ τίς ὑποθέσεις του ἀπό διάφορα βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Οἱ περισσότερες εἶναι παρμένες ἀπό τή Μωσαϊκή Πεντάτευχο, δέν λείπουν ὅμως καί ἀπό ἄλλα βιβλία, ὅπως τοῦ ᾿Ιησοῦ τοῦ Ναυῆ, τῶν Κριτῶν, τῶν Βασιλειῶν, τῶν Ψαλμῶν, τοῦ ᾿Ιώβ, τοῦ ᾿Ιωνᾶ, τοῦ ῾Ιερεμία καί τοῦ Δανιήλ.
Ἡ θ´ Ὠδή εἶναι ἡ μόνη πού προέρχεται ἀπό τήν Καινή Διαθήκη (Λουκ. 1,46-55), γι᾿ αὐτό καί ὁ ἅγιος Ἀνδρέας τά παραδείγματα τῶν τροπαρίων της τά δανείστηκε ἀποκλειστικά ἀπ᾿ αὐτήν. Τό δηλώνει ἄλλωστε ὁ ἴδιος στό τέταρτο τροπάριό της, μέ τό ὁποῖο καί ἀρχίζει τή χρήση Καινοδιαθηκικῶν παραδειγμάτων· «Τῆς Νέας παράγω σοι / Γραφῆς τά ὑποδείγματα / ἐνάγοντά σε, / ψυχή, πρός κατάνυξιν· / δικαίους οὖν ζήλωσον, / ἁμαρτωλούς ἐκτρέπου...». Τά παραδείγματα αὐτά ἀναφέρονται κυρίως στόν Χριστό καί τά θαύματά Του καί εἶναι ὅλα παρμένα ἀποκλειστικά ἀπό τά ἱερά Εὐαγγέλια.
4. Ἡ χρήση του
Ὁ Μέγας Κανών ἀπό τήν ἀρχή, φαίνεται, προορίστηκε γιά τή λατρεία. Αὐτό συμπεραίνουμε ἀπ᾿ τό ποιητικό εἶδος του, τή σύνδεσή του μέ τίς Βιβλικές ὠδές, πού ἦταν στή λειτουργική χρήση τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, καί τήν ὅλη διάρθωσή του μέ τίς ἱκεσίες, τίς λατρευτικές ἐπικλήσεις καί τά ἄλλα λειτουργικά του στοιχεῖα. Ποῦ καί πότε ἀκριβῶς πρωτομπῆκε στή λειτουργική χρήση δέν μᾶς εἶναι γνωστό. ῎Ισως σέ Ἐκκλησίες τῆς Κρήτης, ὅταν ἀκόμη ζοῦσε καί ἐπισκόπευε ὁ Ἅγιος.
Σήμερα, στή λειτουργική πράξη πού ἐπικράτησε, ὁ Μέγας Κανών, ὅπως εἶναι γνωστό, ψάλλεται στόν ῎Ορθρο τῆς Πέμπτης τῆς ε´ ἑβδομάδας τῶν Νηστειῶν, γι᾿ αὐτό καί ἡ ἡμέρα ἐπικράτησε νά λέγεται «Πέμπτη τοῦ Μεγάλου Κανόνος». Στά μοναστήρια συνεχίζεται ἡ παλαιά τάξη νά ψάλλεται στόν ῎Ορθρο, ἐνῶ στούς ἐνοριακούς ναούς τῶν πόλεων τό ἀπόγευμα τῆς Τετάρτης μαζί μέ τό Μικρό Ἀπόδειπνο. Μαζί μέ τήν Ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου Κανόνος διαβάζεται ὁ βίος τῆς ἁγίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας καί ψάλλεται καί Κανόνας ἀφιερωμένος στήν Ὁσία μέ ἀκροστιχίδα· «Σύ ἡ ὁσία Μαρία βοήθει». Ἡ μνήμη τῆς ὁσίας Μαρίας ἑορτάζεται τήν 1η Ἀπριλίου καί τήν Ε´ Κυριακή τῶν Νηστειῶν. Ὁ συσχετισμός τοῦ βίου της μέ τόν Μεγάλο Κανόνα καί ἡ προσθήκη ἀργότερα καί ἰδιαίτερου Κανόνα, πού συντάχθηκε κάτω ἀπ᾿ τήν ἐπίδραση τοῦ πρώτου, ἔγινε προφανῶς διότι ἡ μεγάλη Ὁσία ἀποτελεῖ ἕνα ζωηρό ὑπόδειγμα εἰλικρινοῦς μετανοίας, τό ὁποῖο ἄριστα συνδυάζεται μέ τό πνεῦμα καί τούς σκοπούς τοῦ Μεγάλου Κανόνος. Ἡ σχετική τυπική διάταξη τοῦ Τριωδίου μᾶς λέγει τά ἑξῆς· «Τῇ Τετάρτῃ ἑσπέρας, περί ὥραν δ´ τῆς νυκτός σημαίνει. Καί συναχθέντες ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, εὐλογήσαντος τοῦ ἱερέως, μετά τόν Ἑξάψαλμον, τό Ἀλληλούϊα καί τά Τριαδικά... καί ἀναγινώσκομεν τόν βίον τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας εἰς δόσεις δύο. Εἶτα μετά τόν Ν´ Ψαλμόν, ἀρχόμεθα εὐθύς ψάλλειν τόν Κανόνα ἀργῶς καί ἐν κατανύξει, ποιοῦντες εἰς καθέν τροπάριον μετανοίας γ´ καί λέγοντες· Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, ἐλέησόν με».
Ἡ σημασία τοῦ Μεγάλου Κανόνος μές στή λειτουργική ζωή τῆς Ἐκκλησίας πιστοποιεῖται κι ἀπό δύο ἄλλα δεδομένα πού ἔχουμε· πρῶτον ὅτι ὁρίστηκε νά γίνεται τό πρωΐ τῆς Πέμπτης ἡ θεία Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων, δεῖγμα σεβασμοῦ τῆς λειτουργικῆς συνειδήσεως τῆς Ἐκκλησίας πρός τήν ἡμέρα πού ψάλλουμε τόν Μεγάλο Κανόνα, καί δεύτερον ὅτι διαιρέθηκε σέ τέσσερα μέρη καί τμηματικά ψάλλεται μαζί μέ τήν Ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου Ἀποδείπνου καί τίς πρῶτες τέσσερις ἡμέρες τῆς α´ ἑβδομάδας τῶν Νηστειῶν.
Ὁ Μέγας Κανών ψάλλεται σέ ἦχο πλάγιο τοῦ β´. Εἶναι ἦχος γλυκός, κατανυκτικός καί ἐκφραστικός ἰδιαίτερα τοῦ πένθους καί τῆς συντριβῆς τῆς ψυχῆς, γι᾿ αὐτό καί χρησιμοποιεῖται πολύ στήν ὑμνογραφία τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας. Ὁ γοργός μάλιστα εἱρμολογικός ρυθμός του, στόν ὁποῖο ψάλλονται τά τροπάρια τοῦ Μεγάλου Κανόνος, πέρα ἀπό τήν κατάνυξη καί τή συντριβή πού μεταδίδει, ἐκφράζει καί τήν ἱερή ἀνησυχία τῆς ὑπάρξεως νά ἐπιτύχει τήν ἐν Χριστῷ ἀπολύτρωσή της.
5. Τά ποιητικά στοιχεῖα του
Ὁ Μέγας Κανών εἶναι δημιούργημα ἐμπνευσμένου ποιητῆ μέ πλούσιο λυρισμό καί ἄφθονα ποιητικά στοιχεῖα. Οἱ ζωηρές περιγραφές, οἱ χτυπητές εἰκόνες, τό πλῆθος τῶν παραδειγμάτων, οἱ πετυχημένοι συμβολισμοί καί ἡ ζωντανή καί συνάμα ἁπλή γλώσσα σέ συνδυασμό καί μέ τήν κατανυκτική ψαλμωδία προσδίδουν μιά ξεχωριστή ὀμορφιά καί χάρη στό ποίημα καί αἰχμαλωτίζουν τό ἐνδιαφέρον τοῦ ἀκροατῆ ἤ καί τοῦ ἀναγνώστη. Πιό συγκεκριμένα γιά τά ποιητικά στοιχεῖα του παρατηροῦμε·
Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας τηρεῖ προσεκτικά τήν ἰσοσυλλαβία καί τήν ὁμοτονία μεταξύ εἱρμῶν καί τροπαρίων. Σπάνια πολύ διασπᾶται ἀπό δυσκολία τοῦ ποιητῆ νά εὕρει τήν κατάλληλη λέξη ἤ ἀπό σφάλματα τῶν ἀντιγραφέων. Συχνά συναντοῦμε τήν ὁμοιοκαταληξία, συχνότερα τήν παρήχηση καί ὄχι σπάνια τήν ἐπωδό. Ἡ χρήση ἐρωτήσεων καί ἡ εἰσαγωγή διαλόγων, στήν ὁποία καταφεύγει συχνά ὁ ποιητής, προσδίδει στόν Κανόνα ἔντονη δραματικότητα. Τό ὕφος τοῦ Κανόνος εἶναι ἰδιαίτερα ζωηρό καί ἐξωραϊσμένο. Τή ζωηρότητα δημιουργεῖ ἡ χρήση τοῦ κλιμακωτοῦ καί ἀσύνδετου σχήματος καί οἱ δυνατές ἀντιθέσεις σέ λέξεις καί ἔννοιες. Τή χάρη καί τήν ὀμορφιά ἐξασφαλίζουν οἱ ποιητικές εἰκόνες, οἱ παρομοιώσεις, τά ἐντυπωσιακά ἐπίθετα πού ἀφθονοῦν καί οἱ ὡραῖες σπάνιες λέξεις πού χρησιμοποιεῖ.

Βιβλικά πρόσωπα σκιαγραφοῦνται μέ δύναμη καί χάρη καί ἱστορικά γεγονότα περιγράφονται μέ θαυμαστή παραστατικότητα καί ἐξαιρετική πυκνότητα. Δέν λείπουν βέβαια καί οἱ ἐπαναλήψεις, πού σέ πολλές περιπτώσεις εἶναι μονότονες καί κουραστικές, ὅπως καί μιά κάποια στερεοτυπία στή δόμηση τοῦ τροπαρίου, σύμφωνα μέ τήν ὁποία τό πρῶτο μέρος περιέχει τό παράδειγμα ἀπό τήν Ἁγία Γραφή καί τό δεύτερο τίς ἠθικές προεκτάσεις γιά μίμηση ἤ ἀποφυγή. ῞Ομως παρά τίς ἀτέλειές του αὐτές ὁ Μέγας Κανών εἶναι ἕνα ἰδιαίτερα κατανυκτικό λειτουργικό ποίημα, καρπός βαθιᾶς πνευματικῆς ἐμπειρίας καί δημιούργημα σπάνιας ποιητικῆς τέχνης.
Τελειώνοντας τή μικρή τούτη Εἰσαγωγή, νομίζουμε πώς ἐπιβάλλεται νά κάνουμε καί τήν ἀκόλουθη διευκρίνιση· Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁμιλεῖ σέ πρῶτο πρόσωπο. Περιγράφει μέ τά μελανότερα χρώματα τήν ψυχική του κατάσταση. Ἀποδίδει στόν ἑαυτό του εἰδεχθῆ ἐγκλήματα καί βαρύτατα ἁμαρτήματα. Διερμηνεύει ἄραγε τήν προσωπική του κατάσταση καί τόν τρόπο πού ἔζησε ἤ γιά λόγους διδακτικούς περιγράφει τήν κατάσταση γενικά τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἁμαρτίας; Ἀσφαλῶς θά πρέπει νά δεχτοῦμε τό δεύτερο. Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ἀφιερώθηκε στόν Θεό ἀπ᾿ τά νεανικά του χρόνια. Ὁλόκληρη ἡ ζωή του ἀναλώθηκε στή διακονία τῆς Ἐκκλησίας. Ἑπομένως ἀποκλείεται νά ἔζησε μιά κάποια περίοδο τῆς ζωῆς του σέ ἀποστασία ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί ὑποταγμένος στήν ἁμαρτία. Ἁπλῶς μέ τήν ἐλευθερία πού ἔχει ὡς ποιητής καί τήν ταπείνωση πού τόν διακρίνει μᾶς παρουσιάζει τόν ἄνθρωπο τόν ὑποδουλωμένο στήν ἁμαρτία σ᾿ ὅλο τό βάθος καί τήν ἔκταση τῆς διαφθορᾶς του καί ἀκόμη τήν ἐναγώνια προσπάθειά του νά ἐπιστρέψει μέσα ἀπ᾿ τό ἐπίπονο μονοπάτι τῆς μετανοίας κοντά στόν Θεό. Καί τό κάνει χρησιμοποιώντας στόν λόγο του πρῶτο πρόσωπο καί μιλώντας σάν νά πρόκειται γιά τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του.
6. Βιβλιογραφία
Γιά τόν ἀναγνώστη πού θά ἤθελε μιά κάποια εὐρύτερη ἐνημέρωση γύρω ἀπό τή ζωή καί τό ἔργο τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα σημειώνουμε ἐδῶ τίς πιό βασικές εἰδικές μελέτες, πού ὑπάρχουν στά ἑλληνικά καί πού εἴχαμε κι ἐμεῖς ὑπόψη μας.

Οἱ περισσότερες ἐκδεδομένες ὁμιλίες του καί ἀρκετοί ὕμνοι του βρίσκονται στή σειρά J.-Ρ. Migne, Patrologia Graeca 97, 805-1444.

«Βίος τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Ἀνδρέου τοῦ ῾Ιεροσολυμίτου, ἀρχιεπισκόπου Κρήτης, συγγραφείς παρά Νικήτα τοῦ πανευφήμου πατρικίου καί κυέστορος». Ἐκδόθηκε ἀπό τόν Ἀθ. Παπαδόπουλο - Κεραμέα στά Ἀνάλεκτα ῾Ιεροσολυμιτικῆς Σταχυολογίας, τόμ. 5ος, Πετρούπολη 1898, σ. 169-179.

Μακαρίου τοῦ Μακρῆ, «Βίος τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου, ἀρχιεπισκόπου Κρήτης, τοῦ ῾Ιεροσολυμίτου». Ἐκδόθηκε ἀπό τόν Βασίλειο Λαούρδα στά Κρητικά Χρονικά Ζ´ (1953), σ. 63-74. (Παράφρασή του βλέπε στό ἔργο τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, Νέον Ἐκλόγιον, Κωνσταντινούπολις 1863, σ. 151-155).

Εὐστρατιάδου Σωφρονίου, «Ἀνδρέας ὁ Κρήτης ὁ ῾Ιεροσολυμίτης», Νέα Σιών ΚΘ´ (1934), σ. 673-688 καί Λ´ (1935) σ. 3-10, 147-153, 209-217, 269-283, 321-342 καί 462.

Θέμελη Χρυσοστόμου (Μητροπολίτου Μεσσηνίας), «Ὁ Μέγας Κανών» (εἰσαγωγικά τινα), Διδαχή Α´ (1947), σ. 44-66.

Τοῦ ἴδιου, «Σχόλια εἰς τόν Μέγαν Κανόνα Ἀνδρέου Κρήτης», Ἁγιορειτική Βιβλιοθήκη ΙΣΤ´ (1951), σ. 46 - ΚΑ´ (1956), σ. 352. (Πολύ σημαντική καί κοπιώδης ἐργασία, ἡ ὁποία μᾶς βοήθησε οὐσιαστικά).

Λαούρδα Βασιλείου, «Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ ἐν τῇ Κρίσει καί ἡ Κρήτη ἐπί εἰκονομαχίας», Κρητικά χρονικά Ε´ (1951), σ. 41-49.

Νέλλα Παναγιώτου, «Τά ἀνθρωπολογικά καί κοσμολογικά πλαίσια τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Μεγάλου Κανόνα», Κοινωνικά ΚΑ´ (1978), σ. 21-29 καί 117-136, καθώς καί στή μελέτη του, Ζῶον θεούμενον, Προοπτικές γιά μιά ὀρθόδοξη κατανόηση τοῦ ἀνθρώπου, Ἐποπτεία, Ἀθήνα 1979, σ. 183-224.

Ξύδη Θεοδώρου, «Ἀνδρέας ὁ Κρήτης ὁ πρῶτος Κανονογράφος», Νέα Ἑστία ΜΕ´ (1949), σ. 292-298 καί στό ἔργο του Βυζαντινή ῾Υμνογραφία, Ἀθῆναι 1978, σ. 52-67.

Παπαδοπούλου - Κεραμέως Ἀ., «Ὁ Μέγας Κανών Ἀνδρέου τοῦ Κρήτης», Ἐκκλησιαστικός Φάρος Γ´ (1910), σ. 501-513.

Τωμαδάκη Νικολάου, «Ἀνδρέας ὁ Κρήτης», στή Θ.Η.Ε., τόμ. 2 (Ἀθῆναι 1963), στ. 674-693.

Χρήστου Παναγιώτου, «Ὁ Μέγας Κανών Ἀνδρέου τοῦ Κρήτης», Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ΛΓ´ (1950), σ. 217-222 καί 277-285, ΛΔ´ (1951) σ. 25-33 καί ΛΕ´ (1952), σ. 11-21 καί 86-96· καί Ἀνάτυπο, Θεσ/νίκη 1952 (μελέτη πολύ ἀξιόλογη).

[Ἀπό τό βιβλίο: Μητρ. Νέας Σμύρνης Συμεών, Ἀδαμιαῖος θρῆνος. Ὁ Μέγας Κανών Ἀνδρέου τοῦ Κρήτης. Εἰσαγωγή - κείμενο - μετάφραση - σχόλια, 4η ἔκδ. (Ἀθήνα: Ἀποστολική Διακονία, 2009), 32-40].
(Αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων, Δ΄ Μυσταγωγική Κατήχηση)
Εγώ παρέλαβα από τον Κύριο, αυτό το οποίο σας παρέδωσα»


(Αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων, Δ΄ Μυσταγωγική Κατήχηση)

Α’.Και μόνη αυτή η διδασκαλία του μακάριου Αποστόλου Παύλου είναι αρκετή και μπορεί να σας ενημερώσει για τα θεία Μυστήρια, τα οποία σας αξίωσε η Χάρη του Θεού να λάβετε και έτσι να γίνετε σύσσωμοι και σύναιμοι του Χριστού. Γιατί, λίγο πριν, ο Απόστολος Παύλος μας είπε μεγαλόφωνα ότι: «Κατά τη νύχτα, κατά την οποία παραδόθηκε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, πήρε στα χέρια Του άρτο και αφού ευχαρίστησε το Θεό-Πατέρα, τον έκοψε σε κομμάτια και τον έδωσε στους μαθητές Του, λέγοντας: «Πάρτε και φάτε, γιατί αυτό εδώ είναι το Σώμα μου. Και μετά, πήρε το ποτήρι και αφού πάλι ευχαρίστησε το Θεό-Πατέρα, είπε: Πάρτε και πιέστε, γιατί αυτό εδώ είναι το Αίμα μου». Αφού λοιπόν 0 ίδιος ο Χριστός είπε ξεκάθαρα, γι’ αυτόν τον άρτο: «Αυτό εδώ είναι το Σώμα μου», ποιός θα τολμήσει στο εξής να αμφιβάλει; Και όταν ο ίδιος Αυτός βεβαίωσε και είπε; «Αυτό είναι το Αίμα μου», ποιός θα αμφισβητήσει και θα πει ότι δεν είναι αυτό το Αίμα Του;



Β’. Εκείνος που τον παλιό καιρό, στην πόλη Κανά της Γαλιλαίας, μ’ ένα Του νεύμα, μετέβαλε το νερό σε κρασί, δεν είναι και τώρα αξιόπιστος, που με την Αρχιερατική ευχή Του μετέβαλε το κρασί σε Αίμα; Εκείνος που, όταν προσκλήθηκε σε ανθρώπινο γάμο, έκανε αυτό το τόσο παράδοξο θαύμα, δεν είναι πολύ πιό εύλογο να ομολογείται ότι χάρισε στους υιούς του Νυμφώνα Του του πνευματικού, στα μέλη της Εκκλησίας Του, την απόλαυση του Σώματος και Αίματός Του;

Γ’. Ώστε λοιπόν με κάθε βεβαιότητα μεταλαμβάνουμε τον άρτο και τον οίνο, ως Σώμα και Αίμα Χριστού. Γιατί με τη μορφή του άρτου σου δίνεται το Σώμα του Χριστού και με τη μορφή του οίνου σου δίνεται το Αίμα Του. Ώστε, αφού μεταλάβεις το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, να γίνεις ένα σώμα και ένα αίμα με το Χριστό. Με τον τρόπο αυτό γινόμαστε και Χριστοφόροι, εφόσον έτσι διαδίδεται και κυκλοφορεί σ’ όλα τα μέλη του σώματός μας, το δικό Του Σώμα και το δικό Του Αίμα. Και, όπως λέει ο μακάριος Απόστολος Πέτρος, γινόμαστε «κοινωνοί της θείας φύσεως».

Δ’. Ο Χριστός, μιλώντας κάποτε στους Ιουδαίους, έλεγε: «Εάν δεν φάτε τη σάρκα και δεν πιείτε το αίμα μου, δεν θα έχετε μέσα σας ζωή». Εκείνοι, επειδή δεν κατάλαβαν το πνευματικό νόημα των λόγων Του, σκανδαλίστηκαν και έφυγαν γυρίζοντας πίσω, γιατί νόμισαν ότι ο Σωτήρας του κόσμου τους προέτρεπε να φανέ σάρκα ανθρώπου.

Ε’. Υπήρχαν και στην Παλαιά Διαθήκη οι άρτοι της προθέσεως. Αλλά εκείνοι οι άρτοι, επειδή ανήκανε στην Παλαιά Διαθήκη, έλαβαν τέλος. Στην Καινή Διαθήκη όμως υπάρχει ο ουράνιος Άρτος και το Ποτήριο που χαρίζει τη σωτηρία, τα οποία αγιάζουν και την ψυχή και το σώμα του ανθρώπου. Γιατί, όπως ο άρτος είναι κατάλληλος για τροφή του σώματος, έτσι και ο Θεός-Λόγος τρέφει και αγιάζει την ψυχή.

ΣΤ’. Μη λοιπόν, νομίζεις ότι ο Άρτος και ο Οίνος είναι απλώς ψωμί και κρασί. Αλλά, όπως ξεκάθαρα έχει αποφασίσει ο ίδιος ο Δεσπότης Χριστός, αυτά είναι το Σώμα και το Αίμα Του. Και αν η αίσθηση της γεύσεως σε κάνει να τα νιώθεις έτσι, όμως η πίστη να σε διαβεβαιώνει για την αλήθεια. Να μην κρίνεις το πράγμα από τη γεύση, αλλά να πληροφορείσαι και να διαβεβαιώνεσαι από την πίστη, ότι πραγματικά αξιώθηκες να λάβεις το Σώμα και το Αίμα του Χριστού.

Ζ’. Αυτού του μυστηρίου τη δύναμη στην εξηγεί ο μακάριος προφήτης Δαβίδ, λέγοντας: «Ετοίμασες και μου παρέθεσες πνευματικό τραπέζι, μπροστά στα μάτια εκείνων που με θλίβουν» (Ψαλμ. 22, 5). Αυτό που θέλει μ’ αυτό να πει ο προφήτης είναι τούτο: Πριν από τον ερχομό Σου στη γη, ω Δέσποτα, ετοίμαζαν οι δαίμονες στους ανθρώπους τραπέζι μολυσμένο, αμαρτωλό, γεμάτο από διαβολική δύναμη (Μαλ. 1, 7 και 12). Αλλά μετά την παρουσία Σου, ετοίμασες Εσύ για μένα Τράπεζα. Όταν ο άνθρωπος λέει στο Θεό «ετοίμασες για μένα Τράπεζα», τί άλλο σημαίνει αυτό, παρά το μυστικό και νοητό τραπέζι, το οποίο ο Θεός μας ετοίμασε κατά πρόσωπο του δαίμονα, αντί για εκείνο το τραπέζι που μας ετοίμαζαν, πριν τον ερχομό του Χριστού, οι δαίμονες; Και μάλιστα κάνει θαυμάσια ο προφήτης Δαβίδ αυτό το συσχετισμό. Γιατί εκείνη η τράπεζα είχε κοινωνία με τους δαίμονες, αυτή όμως η Αγία Τράπεζα έχει κοινωνία με το Θεό. Και συνεχίζει ο προφήτης Δαβίδ: «Άλειψες με μύρο το κεφάλι μου» (Ψαλμ. 22, 5). Άλειψε με μύρο το κεφάλι σου στο μέτωπο, για να σε σφραγίσει και να έχεις εκείνη τη σφραγίδα του Θεού. Κι έτσι να γίνεις αποτύπωμα της σφραγίδας, δηλαδή μέτοχος του Αγίου Πνεύματος, αγιασμένος από το Θεό. «Και το Ποτήρι Σου με μεθάει με μοσχομύριστο κι ευωδιαστό κρασί» (Ψαλμ. 22, 5). Βλέπεις ότι αυτό που εδώ ο Ψαλμωδός ονομάζει Ποτήρι, είναι εκείνο που πήρε ο Ιησούς στα χέρια Του και αφού πρόσφερε ευχαριστία στο Θεό-Πατέρα, είπε: «Αυτό εδώ είναι το Αίμα μου, το οποίο χύνεται για να σωθούν πολλοί και για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες τους».

Η’. Γι’ αυτό και ο Σολομώντας στο βιβλίο του Εκκλησιαστή, υπονοώντας αυτήν ακριβώς τη χάρη, έλεγε: «Έλα, λοιπόν, και φάε με ευφροσύνη τον άρτο σου». «Έλα»! Προσκαλεί, με τη σωτηριώδη κλήση, που γίνεται πρόξενος μακαριότητας. «Και πιες με αγαθή καρδιά τον οίνο σου», τον πνευματικό οίνο, «κι ας χυθεί λάδι πάνω στο κεφάλι σου». Βλέπεις πώς εδώ υπονοεί και το Μυστήριο του Χρίσματος; Και «ας είναι για πάντα λευκά τα ενδύματά σου, γιατί ο Κύριος ευαρεστήθηκε και αναπαύθηκε από τα έργα σου». Τώρα αναπαύθηκε και ευαρεστήθηκε ο Κύριος από τα έργα σου. Γιατί, πριν να προσέλθεις και να λάβεις τη Χάρη, με τα μυστήρια του Βαπτίσματος και του Χρίσματος, τα έργα σου ήταν «γεμάτα ματαιότητα και εξυπηρετούσαν μάταιους σκοπούς» (Εκκλ. 1, 2). Τώρα όμως έβγαλες τα παλαιά ενδύματα και αφού φόρεσες τα πράγματι λευκά, δηλαδή τα πνευματικά, πρέπει να είσαι έτσι λαμπροφορεμένος σ’ όλη σου τη ζωή. Λέγοντας βέβαια αυτό, δεν εννοώ ότι πρέπει να φοράς πάντοτε λευκά ρούχα, αλλά να περιβάλλεις το σώμα σου με την πραγματικά λευκή, λαμπρή και πνευματική περιβολή, για να λες, όπως και ο μακάριος προφήτης Ησαΐας είπε: «Ας γεμίσει από αγαλλίαση η ψυχή μου για τον Κύριό μου. Γιατί μ’ έντυσε με ένδυμα, που χαρίζει τη σωτηρία και με χιτώνα, που με γεμίζει ευφροσύνη» (Ησ. 61, 10).

Θ’. Τώρα λοιπόν που πληροφορήθηκες αυτά, ότι δηλαδή ο άρτος που βλέπουμε κατά τη θεία Μετάληψη, αν και είναι άρτος κατά τη γεύση, όμως δεν είναι απλό ψωμί, αλλά Σώμα Χριστού, και ο οίνος που μεταλαμβάνουμε, παρόλο που η γεύση του είναι τέτοια, όμως δεν είναι απλό κρασί, αλλά είναι Αίμα Χριστού και ότι, μιλώντας γι’ αυτά, έψαλλε παλιά ο Δαβίδ: «Και ο άρτος στηρίζει την καρδιά του ανθρώπου, ώστε να γίνει απαλό και ιλαρό το πρόσωπο που αλείφτηκε με λάδι» (Ψαλμ. 103, 15)· στηρίξου πνευματικά, καθώς μεταλαμβάνεις αυτό, ως πνευματικό άρτο και κάνε ιλαρό το πρόσωπο της ψυχής σου. Και ας σου χαρίσει ο Θεός αυτή τη δωρεά να έχεις το πρόσωπό σου πάντα ακάλυπτο, από την καθαρή συνείδηση, που θα σου χαρίζει την παρρη¬σία. Και να αντιφεγγίζεις τη δόξα του Κυρίου και να ανεβαίνεις από δόξα σε δόξα, ενωμένος με τον Κύριο μας Ιησού Χριστό, στον Οποίο ανήκει η δόξα, στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Αγ. Κυρίλλου Ιεροσολύμων, «Κατηχήσεις», εκδ. Ετοιμασία Ι.Μ.Τιμίου Προδρόμου – Καρέα, σ. 436-440)

ΦΕΤΟΣ  ΜΕ  ΤΟ ΝΕΟ ΠΑΠΙΚΟ  ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ  ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ  ΤΟΥ  ΑΓΙΟΥ  ΓΕΩΡΓΙΟΥ  ΤΗΝ  ΜΕΤΑΘΕΤΟΥΝ  13  ΗΜΕΡΕΣ  ΔΙΟΤΙ  ΤΟ  ΠΑΣΧΑ  ΜΕ  ΤΟ  ΝΕΟ ΠΑΠΙΚΟ  ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ  ΠΕΦΤΕΙ  5  ΜΑΪΟΥ  ΕΚΤΟΣ  ΟΡΙΩΝ  ΠΟΥ  ΕΧΟΥΝ  ΘΕΣΠΙΣΕΙ ΟΙ  ΑΓΙΟΙ  ΠΑΤΕΡΕΣ!  ΜΕ  ΣΥΝΕΠΕΙΑ  Η  ΚΥΡΙΑΚΗ  ΤΩΝ  ΑΓΙΩΝ  ΠΑΝΤΩΝ  ΝΑ  ΕΙΝΑΙ  ΣΤΙΣ  30  ΙΟΥΝΙΟΥ  ! ΑΠΟ  ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ  ΤΗΣ  ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ  ΕΩΣ  ΤΩΝ  ΑΓΙΩΝ  ΠΑΝΤΩΝ  Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ  ΟΡΙΣΕ  ΚΑΤΑΛΥΣΗ  ΕΙΣ ΠΑΝΤΑ  ! ΤΩΝ  ΑΓΙΩΝ  ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ  ΟΜΩΣ  ΕΙΝΑΙ  ΣΤΙΣ  29 ΙΟΥΝΙΟΥ  ΩΣ ΕΚ  ΤΟΥΤΟΥ ΜΕ ΤΟ ΝΕΟ ΚΑΤΑΡΓΟΥΝ  ΤΗΝ  ΝΗΣΤΕΙΑ ΤΩΝ  ΑΓΙΩΝ  ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ !  ΤΟ ΤΥΠΗΚΟ ΤΗΣ  ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ  ΓΙΝΕΤΑΙ  ΑΝΩ  ΚΑΤΩ ! ΤΙ  ΑΛΛΟ  ΠΡΕΠΕΙ  ΝΑ  ΔΕΙΤΕ  ΑΓΑΠΗΤΟΙ  ΜΟΥ  ΦΙΛΟΙ  ΓΙΑ  ΝΑ  ΚΑΤΑΛΑΒΕΤΑΙ  ΟΤΙ  ΒΡΗΣΚΕΣΤΑΙ  ΣΕ  ΜΙΑ  ΕΚΚΛΗΣΙΑ  ΠΟΥ ΚΑΤΗΡΓΗΣΕ  ΤΑ ΠΑΝΤΑ  ΚΑΙ  ΕΧΕΙ  ΦΕΡΕΙ  ΤΑ  ΑΝΩ ΚΑΤΩ  ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ  ΝΑ  ΚΑΝΗ  ΤΟ  ΘΕΛΗΜΑ  ΤΟΥ  ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ  ΠΑΠΑ!  
ΚΑΙ  ΚΑΛΑ  ΟΙ ΚΛΗΡΙΚΟΙ  ΔΕΝ  ΜΙΛΟΥΝ  ΔΙΟΤΙ  ΕΧΟΥΝ  ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥΣ  ΛΟΓΟΥΣ  , ΜΙΣΘΟΣ  ΘΕΣΕΙΣ , ΑΞΙΩΜΑΤΑ ,  ΑΛΛΑ  ΟΙ  ΛΑΪΚΟΙ  ΠΟΥ ΚΑΤΗΧΟΥΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ  ΓΙΑΤΙ  ΔΕΝ  ΛΕΝΕ  ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ  ΣΤΟ  ΛΑΟ  ???
ΤΟ  ΤΥΠΙΚΟ  ΤΗΣ  ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ  ΕΙΝΑΙ  ΑΙΩΝΙΟ (ΤΥΠΙΚΟ ΒΙΟΛΑΚΗ , ΑΙΩΝΙΟ  ΤΥΠΙΚΟ  ΤΗΣ  ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ  ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ) ΜΕ  ΤΟ ΝΕΟ  ΚΑΘΕ  ΧΡΟΝΟ  ΕΚΔΙΔΟΥΝ  ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ  ΤΥΠΙΚΟ  ΓΙΑ  ΕΝΑ  ΕΤΟΣ , ΔΙΑ  ΝΑ ΚΑΛΥΨΟΥΝ  ΤΙΣ  ΠΑΡΑΝΟΜΙΕΣ  ΤΟΥΣ ! ΤΙ  ΠΡΕΠΕΙ  ΝΑ  ΓΙΝΗ  ΑΚΟΜΑ  ΓΙΑ  ΝΑ  ΑΦΥΠΝΗΣΤΟΥΝ  ΟΙ  ΣΥΝΗΔΗΣΕΙΣ  ΟΣΩΝ  ΘΕΛΟΥΝ  ΝΑ  ΛΕΓΟΝΤΑΙ  ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ  !  ΔΕΝ  ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΤΑΙ  ΠΟΥ  ΣΑΣ  ΕΧΟΥΝ  ΟΔΗΓΗΣΕΙ  ΟΙ  ΕΠΙΣΚΟΠΟΙ  ΣΑΣ  ΠΟΥ  ΔΕΝ  ΣΕΒΟΝΤΑΙ  ΤΙΠΟΤΑ ΑΠΟ  ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ  ΤΗΣ  ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ???  ΑΛΛΑ  ΑΥΤΟΙ  ΕΧΟΥΝ  ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ  , ΤΑ ΟΠΟΙΑ  ΤΟΥΣ  ΕΧΟΥΝ  ΔΕΣΕΙ  ΜΕ  ΤΗΝ ΥΛΗ , ΕΚΤΟΣ  ΟΡΙΣΜΕΝΩΝ  ΠΟΥ  ΜΑΛΛΟΝ  ΦΟΒΟΥΝΤΑΙ !  ΟΙ  ΛΑΪΚΟΙ  ΚΑΤΗΧΗΤΕΣ  ΟΜΩΣ?? ΤΙ  ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ  ΕΧΟΥΝ  ΚΑΙ  ΔΕΝ  ΞΕΣΗΚΟΝΟΥΝ ΤΟΝ  ΛΑΟ  , ΝΑ ΑΠΕΤΕΙΣΕΙ  ΕΔΩ  ΚΑΙ  ΤΩΡΑ  ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ  ΣΤΗΝ  ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΠΑΡΑΔΟΣΗ  ΚΑΙ  ΕΚΚΛΗΣΙΑ  , ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΣΜΟ  ΚΑΘΕ  ΝΕΩΤΕΡΙΣΜΟΥ  ΚΑΙ  ΑΙΡΕΣΕΩΣ  ΩΣΤΕ  ΝΑ  ΓΙΝΟΥΝ  ΟΛΟΙ  ΟΙ  ΕΛΛΗΝΕΣ  ΕΝΑ , ΝΑ  ΧΑΘΟΥΝ  ΤΑ  ΣΧΙΖΜΑΤΑ  ΚΑΙ  ΝΑ  ΚΑΤΑΤΡΟΠΟΘΗ  Ο  ΔΙΑΒΟΛΟΣ  ΚΑΙ  ΤΑ  ΟΡΓΑΝΑ  ΤΟΥ  ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΕΣ  , ΝΕΩΤΕΡΙΣΤΕΣ, ΚΑΙ  ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΣΤΕΣ  ΘΕΟΛΟΓΟΙ  ΚΑΙ  ΕΠΙΣΚΟΠΟΙ!