ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΖΩΗΣ
ΛΟΓΟΣ
ΠΡΩΤΟΣ
1. Ἡ ἐν Χριστῷ ζωῇ φυτρώνει βέβαια σ᾿ αὐτὸν τὸν βίο καὶ ἀπὸ αὐτὸν λαμβάνει τὴν ἀρχή της, ὁλοκληρώνεται ὅμως στὸ μέλλον, ὅταν φθάσουμε σ᾿ ἐκείνη τὴν ἡμέρα, καὶ οὔτε ὁ παρὼν βίος μπορεῖ νὰ τὴν ἐντυπώσει τελείως μέσα στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων, οὔτε ὁ μελλοντικός, ἂν δὲν λάβει ἀπὸ ἐδῶ τὶς ἀρχές. Γιατί στὴν παροῦσα ζωὴ τὴν σκοτίζει ἡ σάρκα καὶ ἡ προερχόμενη ἀπὸ αὐτὴν καταχνιὰ καὶ φθορά, ποὺ δὲν θὰ κληρονομήσει τὴν ἀφθαρσία· γι’ αὐτὸ ὁ Παῦλος θεώρησε ὅτι ὁ θάνατος συμβάλλει πολὺ στὴ συνύπαρξη μὲ τὸν Χριστὸ· γιατί λέγει: «το νὰ πεθάνω καὶ νὰ βρεθῶ μὲ τὸν Χριστὸ εἶναι πολὺ πιὸ ἀνώτερο» [βλ. Φιλιπ.1,23:
«Συνέχομαι δὲ ἐκ τῶν δύο, τὴν ἐπιθυμίαν ἔχων εἰς τὸ ἀναλῦσαι καὶ σὺν Χρὶστῷ εἶναι, πὸλλῷ γὰρ μᾶλλον κρεῖσσον(:Και τὰ δύο μὲ συνεπαίρνουν καὶ μὲ συνέχουν, καὶ ἡ ἐπιθυμία τῆς ζωῆς καὶ ἡ ἐπιθυμία τοῦ θανάτου. Καὶ ὑπερισχύει ἡ ἐπιθυμία νὰ φύγω ἀπ’ τὴ ζωὴ αὐτὴ καὶ νὰ εἶμαι μαζὶ μὲ τὸν Χριστό. Διότι αὐτὸ εἶναι ἀσυγκρίτως καλύτερο γιὰ μένα)»], καὶ ἡ μέλλουσα ζωὴ αὐτοὺς ποὺ θὰ παραλάβει χωρὶς νὰ ἔχουν τὶς δυνάμεις ποὺ χρειάζονται γιὰ ἐκείνη τὴ ζωή, δὲν θὰ μπορέσει νὰ τοὺς βοηθήσει καθόλου γιὰ τὴν εὐδαιμονία, ἀλλὰ ὡς νεκροὶ καὶ ἄθλιοι θὰ κατοικήσουν τὸν μακάριο ἐκεῖνο καὶ ἀθάνατο κόσμο.2.
Καὶ ὁ λόγος εἶναι, ὅτι τὸ φῶς βέβαια ἀνατέλλει καὶ ὁ ἥλιος παρέχει καθαρὴ τὴν ἀκτῖνα,
ὁ ὀφθαλμὸς ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ πλασθεῖ τότε· καὶ ἡ εὐωδία, βέβαια, τοῦ
Πνεύματος ἐκχύνεται πλούσια καὶ πλημμυρίζει τὰ πάντα, ὄσφρηση ὅμως δὲν μπορεῖ
κάποιος νὰ λάβει ἂν δὲν τὴν ἔχει. Καὶ οἱ φίλοι τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ μποροῦν ἀσφαλῶς
νὰ γίνουν κοινωνοὶ τῶν μυστηρίων μαζί Του τὴν ἡμέρα ἐκείνη καὶ νὰ μάθουν ἀπὸ Ἐκεῖνον
ὅσα ἄκουσε Αὐτὸς ἀπὸ τὸν Πατέρα, πρέπει ὅμως νὰ φθάσουν ἐκεῖ ὄντας εἶναι φίλοι
καὶ ἔχοντας αὐτιὰ γιὰ νὰ ἀκούουν. Γιατί δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ συναφθεῖ ἐκεῖ φιλία
καὶ νὰ ἀνοιχθεῖ αὐτὶ καὶ νὰ κατασκευαστεῖ νυφικὸ ἔνδυμα καὶ νὰ ἑτοιμασθοῦν τὰ ἄλλα,
τὰ ὁποῖα χρειάζονται σ’ ἐκεῖνον τὸν νυμφῶνα, ἀλλά, ἐργαστήριο ὅλων αὐτῶν εἶναι
αὐτὸς ὁ βίος καὶ ἐκεῖνοι ποὺ δὲν τ’ ἀπέκτησαν πρὶν φύγουν ἀπὸ ἐδῶ, δὲν ἔχουν
τίποτε τὸ κοινὸ μὲ ἐκείνη τὴ ζωή. Καὶ μάρτυρες εἶναι οἱ πέντε
παρθένες[Ματθ.25,1 κ.ε.] καὶ ἐκεῖνος ποὺ προσκλήθηκε στὸν γάμο [Μάτθ. 22,1-14],
ποὺ δὲν μπόρεσαν ν’ ἀποκτήσουν οὔτε λάδι οὔτε ἔνδυμα, ἐπειδὴ προσῆλθαν χωρὶς νὰ
τὰ ἔχουν αὐτά.
3.
Γιατί βέβαια τὸν ἐσωτερικὸ ἄνθρωπο, τὸν καινούργιο, ποὺ κτίζεται σύμφωνα μὲ τὸ
θέλημα τοῦ Θεοῦ [Ἐφ. 4, 24: «Καὶ ἐνδύσασθαι τὸν καῖνὸν ἄνθρωπον, τὸν κατὰ Θὲὸν
κτισθέντα ἐν δικαιοσὺνῃ καὶ ὁσιότητι τῆς ἀληθείας(:Και νὰ ντυθεῖτε τὸν νέο ἄνθρωπο,
ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ νέα δημιουργία ποὺ δημιουργήθηκε σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ,
γιὰ νὰ ζεῖτε καὶ νὰ συμπεριφέρεστε μὲ δικαιοσύνη πρὸς τοὺς ἀνθρώπους καὶ μὲ ἀφοσίωση
καὶ ὁσιότητα πρὸς τὸν Θεό, δηλαδὴ μὲ ἀρετὲς ποὺ ἀποτελοῦν καρπὸ τῆς εὐαγγελικῆς
ἀλήθειας)»], τὸν κυοφορεῖ ὁ κόσμος αὐτός, καὶ ἀφοῦ αὐτὸς πλασθεῖ ἐδῶ καὶ πάρει
τὴ μορφή του, τότε γεννιέται τέλειος στὸν τέλειο ἐκεῖνο καὶ ἀγέραστο κόσμο. Ὅπως,
δηλαδή, τὸ ἔμβρυο ὅσο βρίσκεται μέσα στὸν σκοτεινὸ καὶ κολυμβητικὸ βίο, ἡ φύση
τὸ προετοιμάζει γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ φωτὸς καὶ τὸ διαπλάθει σὰν σὲ κανόνα γιὰ τὸν βίο
ποὺ θὰ ὑποδεχθεῖ, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο τὸ πρᾶγμα συμβαίνει στοὺς ἁγίους· καὶ αὐτὸ
σημαίνει ἐκεῖνο ποὺ εἶπε ὁ Παῦλος γράφοντας στοὺς Γαλάτες: «Τεκνία μου, ὁὓς
πάλιν ὠδίνω, ἄχρις ὁὗ μορφωθῇ Χρὶστὸς ἐν ὑμῖν(:Παιδάκια μου, ποὺ σᾶς ἀναγέννησα
πνευματικῶς καὶ ποὺ ξαναδοκιμάζω τώρα πόνους καὶ ὠδίνες γιὰ τὴν ἀναγέννησή σας,
μέχρι νὰ σχηματισθεῖ μέσα σας ὁ χαρακτῆρας καὶ ἡ μορφὴ τοῦ Χριστοῦ)»[Γαλ.4,19].
Τὰ ἔμβρυα, βέβαια, δὲν πρόκειται νὰ λάβουν ποτὲ αἴσθηση αὐτῆς τῆς ζωῆς, οἱ
μακάριοι ὅμως δέχονται κατὰ τὸν παρόντα βίο πολλὲς ἀναλαμπὲς τοῦ μελλοντικοῦ
βίου. Καὶ ἡ αἰτία εἶναι ὅτι στὰ ἔμβρυα δὲν εἶναι παρὼν αὐτὸς ὁ βίος, ἀλλὰ εἶναι
ἀκριβῶς ὁ μέλλων. Γιατί στὰ σκοτεινὰ ἐκεῖνα μέρη δὲν ἔφτασε ποτὲ ἀκτῖνα, οὔτε
τίποτε ἄλλο ἀπὸ αὐτὰ ποὺ συνιστοῦν αὐτὴ τὴ ζωή. Σὲ ἐμᾶς, ὅμως, δὲν συμβαίνει τὸ
ἴδιο, ἀλλὰ ὁ μελλοντικὸς ἐκεῖνος βίος ἐγχύθηκε κατὰ κάποιο τρόπο καὶ ἀναμίχθηκε
μὲ αὐτὸν τὸν παρόντα καὶ ὁ ἥλιος ἐκεῖνος ἀνέτειλε καὶ σ’ ἐμᾶς κατὰ τρόπο
φιλάνθρωπο, τὸ ὑπερουράνιο μύρο ἀδειάστηκε στοὺς βρωμεροὺς τόπους, καὶ ὁ ἄρτος
τῶν ἀγγέλων δόθηκε καὶ στοὺς ἀνθρώπους [βλ. Ψάλμ. 77, 25: «Ἄρτον ἀγγέλων ἔφαγεν
ἄνθρωπος· ἐπισιτισμὸν ἀπέστειλεν αὐτοῖς εἰς πλησμονήν(:Και ὁ εὐτελὴς ἄνθρωπος ἔφαγε
ἄρτο παρασκευασμένο ἀπὸ ἀγγέλους, ἄφθονο καὶ πλεονάζουσα διατροφὴ ἀπέστειλε σὲ
αὐτοὺς ὁ Θεός»].
4.
Γι' αὐτό, λοιπόν, οἱ ἅγιοι εἶναι δυνατό, ὄχι μόνο νὰ διευθετηθοῦν καὶ νὰ
προετοιμασθοῦν γιὰ τὴ ζωὴ ἐκείνη, ἀλλ’ ἤδη καὶ νὰ ζοῦν στὴν παροῦσα ζωὴ καὶ νὰ ἐνεργοῦν
σύμφωνα μὲ ἐκείνη τὴ ζωή. Γι’ αὐτὸ λέγει ὁ Παῦλος γράφοντας πρὸς τὸν Τιμόθεο: «Ἀγωνίζου
τὸν κὰλὸν ἀγῶνα τῆς πίστεως, ἐπιλαβοῦ τῆς αἰωνίου ζωῆς, εἰς ἣν καὶ ἐκλήθης(:Να ἀγωνίζεσαι
τὸν καλὸ ἀγῶνα στὸν ὁποῖο μᾶς καλεῖ ἡ πίστη. Πιάσε καλὰ καὶ κράτα σφιχτὰ τὴν αἰώνια
ζωή, τὴν ὁποία σὲ κάλεσε ὁ Θεὸς νὰ κληρονομήσεις, ἀλλὰ κι ἐσὺ πρὶν ἀπὸ τὸ
βάπτισμά σου ἔδωσες τὴν καλὴ ὁμολογία γι’ αὐτὴν μπροστὰ σὲ πολλοὺς
μάρτυρες)»[Α΄Τιμ.6,12], καί: «Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστὸς· ὃ δὲ νῦν
ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καὶ
παραδόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ(:Με τὸ βάπτισμα ἔχω σταυρωθεῖ κι ἔχω πεθάνει μαζὶ μὲ
τὸν Χριστό. Κι ἀφοῦ εἶμαι νεκρός, δὲν ἔχει πλέον καμία ἰσχὺ γιὰ μένα ὁ νόμος. Ἔγινα
κοινωνὸς τοῦ σταυρικοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ καὶ εἶμαι νεκρός. Λοιπὸν δὲν ζῶ
πλέον ἐγώ, ὁ παλαιὸς δηλαδὴ ἄνθρωπος, ἀλλὰ ζεῖ μέσα μου ὁ Χριστός. Καὶ τὴ φυσικὴ
ζωὴ ποὺ ζῶ μέσα στὸ σῶμα μου τώρα ποὺ ἐπέστρεψα στὸν Χριστό, τὴν ζῶ μὲ τὴν ἔμπνευση
καὶ τὴν κυριαρχία τῆς πίστεως στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος μὲ ἀγάπησε καὶ
παρέδωσε τὸν ἑαυτό Του γιὰ τὴ σωτηρία μου)»[Γαλ.2,20]· καὶ ὁ θεοφόρος Ἰγνάτιος
λέγει: «Ὕδὼρ ζῶν, ἀλλόμενον καὶ λαλοῦν ἐν ἐμοί (:Ὑπάρχει ζωντανὸ νερὸ ποὺ ἀναπηδάει
καὶ ποὺ ὁμιλεῖ μέσα μου)»[Προς Ρωμαίους, 7,2]· καὶ ἀπὸ πολλὰ τέτοια εἶναι
γεμάτη ἡ Γραφή.
Ἐκτός,
ὅμως, ἀπὸ ὅλα αὐτά, ὅταν αὐτὴ ἡ Ζωὴ ὑπόσχεται ὅτι θὰ συνυπάρχει μὲ τοὺς ἁγίους
γιὰ πάντα (γιατί λέγει ὁ Κύριος: «Καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως
τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος (:Καὶ ἰδού, Ἐγὼ ποὺ ἔλαβα κάθε ἐξουσία, θὰ εἶμαι
πάντα μαζί σας βοηθὸς καὶ συμπαραστάτης σας, μέχρι νὰ τελειώσει ὁ αἰῶνας αὐτός,
μέχρι δηλαδὴ τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου)»[Ματθ.28,20]), τί ἄλλο χρειάζεται νὰ
σκεπτόμαστε; Γιατί δὲν ἔφυγε ἀμέσως, μόλις ἔδωσε στὴ γῆ τὰ σπέρματα τῆς ζωῆς, ἔβαλε
τὴ φωτιὰ καὶ πῆρε τὴ μάχαιρα, ἀφήνοντας στοὺς ἀνθρώπους τὸ φύτρωμα καὶ τὴ
διατροφή, τὸ ἄναμμα καὶ τὴ χρήση, ἀλλ’ ὁ Ἴδιος εἶναι ἀληθινὰ παρών, «ἐνεργῶντας
μέσα μας», ὅπως λέγει ὁ Παῦλος, «τὴ θέληση καὶ τὴν ἐνέργεια»[ βλ. Φιλιπ.2,13:
«Θὲὸς γὰρ ἐστιν ὁ ἐνεργῶν ἐν ὑμῖν καὶ τὸ θέλειν καὶ τὸ ἐνεργεῖν ὑπὲρ τῆς εὐδοκίας
(:Ὁ Θεὸς καὶ ὄχι ἄνθρωπος εἶναι Αὐτὸς ποὺ ἐργάζεται ἀποτελεσματικὰ μέσα σας καὶ
τὸ νὰ θέλετε καὶ τὸ νὰ ἐνεργεῖτε τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας σας, ὥστε νὰ
πραγματοποιηθεῖ ἡ ἀγαθὴ Τοῦ θέληση νὰ σωθεῖτε. Ὁ Θεός, χωρὶς νὰ ἐκμηδενίζει τὴν
ἐλευθερία σας, δημιουργεῖ μέσα σας καὶ τὴν καλὴ θέληση καὶ τὴν ἀπόφαση καὶ τὴν
προθυμία, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ σᾶς ἐνισχύει νὰ ἐργασθεῖτε τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας
σας)»], Αὐτὸς ἀνάβει τὴ φωτιὰ καὶ τὴν καθοδηγεῖ, καὶ τὴ μάχαιρα Αὐτὸς εἶναι ποὺ
τὴν κρατᾶ. Καὶ γενικά, «οὔτε ἀξίνη δοξάζεται χωρὶς αὐτὸν ποὺ τὴ σηκώνει»[βλ. Ἠσ.
10,15: «Μὴ καυχήσεται ἀξίνη ἄνευ τοῦ κόπτοντος ἐν αὐτῇ; ὑψωθήσεται πρίων ἄνευ
τοῦ ἕλκοντος αὐτόν;(:Μήπως ὁ πέλεκυς θὰ δοξασθεῖ, σὰν νὰ μποροῦσε νὰ κατορθώσει
κάτι χωρὶς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος κόβει μέσῳ αὐτοῦ τὸ ξύλο; Ἢ μήπως μπορεῖ νὰ ὑψωθεῖ
τὸ πριόνι χωρὶς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τὸ σύρει καὶ τὸ κινεῖ;)»], καὶ σ’ ἐκείνους ποὺ
δὲν παραβρίσκεται ὁ Ἀγαθὸς κανένα ἀγαθὸ δὲν μπορεῖ νὰ συμβεῖ σ’ αὐτούς.
Καὶ
ὅμως ὁ Κύριος δὲν ὑποσχέθηκε μόνο ὅτι θὰ παραβρίσκεται στοὺς ἁγίους, ἀλλὰ καὶ ὅτι
θὰ μένει μαζί τους καί, αὐτὸ ποὺ εἶναι ἀνώτερο ἀπὸ αὐτό, θὰ κατασκευάσει τόπο
διαμονῆς μέσα σ’ αὐτούς[βλ. Ἰω14,23: «Ἐἄν τις ἀγαπᾷ με, τὸν λόγον μου τηρήσει,
καὶ ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν, καὶ πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα καὶ μὸνὴν παρ’ αὐτῷ
ποιήσομεν(:Όποιος μὲ ἀγαπᾶ, θὰ φυλάξει τὸν λόγο μου, καὶ ὁ Πατὴρ θὰ τὸν ἀγαπήσει,
καὶ θὰ ἔλθουμε σ’ αὐτὸν Ἐγὼ καὶ ὁ Πατέρας μου καὶ θὰ κατοικήσουμε μόνιμα μέσα
του, μεταβάλλοντας τὴν καρδιά του σὲ ἔμψυχο καὶ ζωντανὸ ναό μας)»]. Καὶ γιατί
λέγω αὐτό, τὴ στιγμὴ ποὺ καὶ ἑνώνεται μαζὶ τοὺς τόσο φιλάνθρωπα, ὥστε νὰ
γίνεται ἕνα πνεῦμα μ’ αὐτούς; Γιατί λέγει: «Ὁ κολλώμενος τῷ Κυρίῳ ἓν πνεῦμὰ ἐστιν(:Εκείνος
ποὺ προσκολλᾶται στὸν Κύριο, γεμίζει ὁλόκληρος καὶ διευθύνεται ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ
Κυρίου καὶ γίνεται ἕνα πνεῦμα μὲ Αὐτόν)»[Α΄Κορ.6,17], καί, σύμφωνα μὲ τὸν λόγο
τοῦ Παύλου, «γιὰ νὰ εἶστε ἕνα σῶμα καὶ ἕνα πνεῦμα, ἔτσι ὅπως γεννηθήκατε»[
βλ.Εφ.4,4: «Ἓν σῶμα καὶ ἓν πνεῦμα, καθὼς καὶ ἐκλήθητε ἐν μὶᾷ ἐλπίδι τῆς κλήσεως
ὑμῶν(:Αποτελείτε ἕνα σῶμα, τὴν Ἐκκλησία, κι ἕνα Πνεῦμα ζωοποιεῖ τὸ σῶμα αὐτό, ἀφοῦ
καὶ ὅλοι σας κληθήκατε μὲ μία ἐλπίδα τῆς κλήσεώς σας. Διότι ὁ Θεὸς γιὰ μία καὶ
τὴν ἴδια Βασιλεία καὶ γιὰ τὰ ἴδια ἀγαθὰ σᾶς κάλεσε ὅλους)»].
5.
Ὅπως δηλαδὴ ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀνέκφραστη καὶ ἡ ἀγάπη Τοῦ πρὸς τὸ
γένος μας ὑπερβαίνει τὸν ἀνθρώπινο λόγο καὶ ταιριάζει μόνο στὴ θεία ἀγαθότητα
(γιατί αὐτὴ εἶναι «ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ, ποὺ ὑπερβαίνει κάθε νοῦ»[βλ. Φιλιπ.4,7:
«Καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ ἡ ὑπερέχουσα πάντα νοῦν φρουρήσει τὰς καρδίας ὑμῶν καὶ τὰ
νοήματα ὑμῶν ἐν Χρίστῷ Ἰησοῦ(:κι ἔτσι, ὅταν διώχνετε κάθε μέριμνα καὶ ἐμπιστεύεστε
τὸν ἑαυτό σας στὴ θεία Πρόνοια, ἡ εἰρήνη ποὺ ἔχει ὁ Θεὸς καὶ τὴ μεταδίδει στοὺς
δικούς Του, τῆς ὁποίας τὴν τελειότητα δὲν μπορεῖ νὰ νιώσει κανένας νοῦς, εἴτε ἀνθρώπινος
εἴτε ἀγγελικός, θὰ φρουρήσει τὶς καρδιές σας καὶ τὶς σκέψεις σας, ἐφόσον μένετε
ἑνωμένοι μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό)»]), κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο εἶναι εὔλογο καὶ ἡ ἕνωση
πρὸς τοὺς ἀγαπωμένους νὰ εἶναι πάνω ἀπὸ κάθε ἕνωση ποὺ θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ
σκεφθεῖ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸ μὲ κανένα παράδειγμα νὰ διατυπωθεῖ. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ
Γραφὴ χρειάσθηκε πολλὰ παραδείγματα γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ἐκφράσει τὴ συνάφεια ἐκείνη,
ἐπειδὴ δὲν ἀρκοῦσε τὸ ἕνα, καὶ ἄλλοτε ἀναφέρει ἔνοικο καὶ οἰκία, ἄλλοτε ἄμπελο
καὶ κλήματα, ἄλλοτε γάμο, καὶ ἄλλοτε μέλη καὶ κεφαλή, ἀπὸ τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι
κανένα ἴσο μὲ ἐκείνη· γιατί δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ φθάσει κανεὶς ἀπὸ αὐτὰ ἀκριβῶς
στὴν ἀλήθεια.
6.
Κατὰ φυσική, βέβαια, ἀνάγκη ἡ φιλία ὡς ἐπακόλουθό της ἔχει τὴ συνάφεια, τί ὅμως
θὰ μποροῦσε νὰ ἐξισωθεῖ μὲ τὴ θεία ἀγάπη; Ἔπειτα καὶ αὐτὰ ποὺ θεωροῦνται ὅτι
κατ' ἐξοχὴν δείχνουν συνάφεια καὶ ἑνότητα, δηλαδὴ ὁ γάμος καὶ ἡ ἁρμονία τῶν μελῶν
πρὸς τὴν κεφαλή, πολὺ ὑπολείπονται καὶ ἀπέχουν πολὺ ἀπὸ τὸ νὰ δηλώσουν τὴν
πραγματικότητα. Καὶ πράγματι ὁ γάμος δὲν μπορεῖ νὰ συνάψει κατὰ τέτοιο τρόπο, ὥστε
οἱ συναπτόμενοι νὰ εἶναι καὶ νὰ ζοῦν ὁ ἕνας μέσα στὸν ἄλλο, πρᾶγμα ποὺ
συμβαίνει μὲ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία. Γι’ αὐτὸ ὁ θεῖος ἀπόστολος, ἀφοῦ εἶπε
γιὰ τὸν γάμο: «Τὸ μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστίν(:Και ἡ ἀλήθεια αὐτὴ γιὰ τὴν Ἐκκλησία
εἶναι ἕνα μυστήριο μεγάλης σημασίας, τὸ ὁποῖο, ἐνῷ ἦταν ἄγνωστο μέχρι τώρα, μᾶς
ἀποκαλύφθηκε ἀπ’ τὸν Θεό)», πρόσθεσε, «ἐγὼ δὲ λέγω εἰς Χρὶστὸν καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν(:Και
τὸ μεγάλο αὐτὸ μυστήριο ἀναφέρεται στὴν πνευματικὴ ἕνωση τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας.
Ὅ,τι δηλαδὴ εἶπε ὁ Θεὸς στὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας γιὰ τὸν ἄνδρα καὶ τὴ γυναῖκα,
τὸ ἴδιο ἐκπληρώθηκε καὶ πραγματοποιήθηκε μὲ τὴ μυστικὴ ἕνωση τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς
Ἐκκλησίας)»[Εφ.5,32], δείχνοντας ὄχι αὐτὸν τὸν φυσικὸ γάμο, ἀλλὰ θαυμάζοντας ἐκεῖνον
τὸν θεῖο γάμο.
Τὰ
μέλη πάλι τοῦ σώματος εἶναι βέβαια συνδεδεμένα μὲ τὴν κεφαλὴ καὶ μὲ τὴ σύναψη αὐτὴ
ζοῦν, ἐνῷ ἂν διασπασθοῦν, πεθαίνουν, φαίνονται, ὅμως, καὶ αὐτὰ συνενωμένα
στενότερα μὲ τὸν Χριστό, παρὰ μὲ τὴν κεφαλή τους, καὶ ζοῦν μᾶλλον μὲ Αὐτὸν ἑνωμένα,
παρὰ μὲ τὴν ἁρμονικὴ ἕνωσή τους μὲ τὴν κεφαλή. Καὶ αὐτὸ γίνεται φανερὸ ἀπὸ τοὺς
μακάριους μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι ὑπέμεναν βέβαια εὐχαρίστως τὸ ἕνα, δὲν ἀνέχονταν ὅμως
οὔτε κἂν ν’ ἀκούσουν γιὰ τὸ ἄλλο, καὶ ἀπέθεταν φυσικὰ μὲ ἡδονὴ τὴν κεφαλὴ καὶ τὰ
μέλη, ν’ ἀποστατήσουν, ὅμως, ἀπὸ τὸν Χριστὸ δὲν ἀνέχονταν οὔτε νὰ τὸ ἀκούσουν.
7.
Καὶ ἀναφέρω βέβαια τὸ θαυμαστότερο. Μὲ τί ἄλλο δηλαδὴ θὰ μποροῦσε νὰ συναφθεῖ
κάτι περισσότερο, παρὰ μὲ τὸν ἑαυτό του; Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ ἑνότητα ὑπολείπεται τῆς
συνάφειας ἐκείνης. Γιατί τὸ καθένα ἀπὸ τὰ μακάρια πνεύματα εἶναι βέβαια ἕνα καὶ
τὸ αὐτὸ πρὸς τὸν ἑαυτὸ τοῦ, ἀλλ’ εἶναι περισσότερο μὲ τὸν Χριστὸ συνενωμένο,
παρὰ μὲ τὸν ἑαυτό του· καὶ θὰ ἐπιβεβαιώσει τὸν λόγο ὁ Παῦλος ποὺ εὔχεται ν’ ἀποκοπεῖ
ἀπὸ τὸν Χριστὸ γιὰ χάρη τῆς σωτηρίας τῶν Ἰουδαίων[βλ. Ρώμ.9,3: «Ηὐχόμην γὰρ αὐτὸς
ἐγὼ ἀνάθεμα εἶναι ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μου, τῶν συγγενῶν μοῦ κατὰ
σάρκα(:Και θὰ εὐχόμουν ἐγώ, ποὺ τίποτε δὲν θὰ μποροῦσε νὰ μὲ χωρίσει ἀπὸ τὸν
Χριστό, νὰ χωρισθῶ ἀπ’ Αὐτὸν γιὰ πάντα, ἐὰν ἦταν δυνατὸν νὰ γίνει αὐτό, γιὰ
χάρη τῶν ἀδελφῶν μου Ἰουδαίων, οἱ ὁποῖοι εἶναι συγγενεῖς μου ἀπὸ σαρκικὴ
καταγωγή)»], γιὰ νὰ προστεθεῖ σὲ Ἐκεῖνον, τὸν Χριστό, δόξα. Καὶ ἂν τὸ φίλτρο τῶν
ἀνθρώπων εἶναι τόσο μεγάλο, τὸ πόσο εἶναι τὸ θεῖο δὲν μπορεῖ κανεὶς οὔτε νὰ τὸ
σκεφθεῖ. Γιατί, ἂν οἱ κακοὶ ἐπέδειξαν τόση εὐγνωμοσύνη, τί πρέπει νὰ ποῦμε γιὰ
τὴν ἀγαθότητα ἐκείνη; Ἀφοῦ λοιπὸν εἶναι τόσο ὑπερφυὴς ὁ ἔρωτας, κατ’ ἀνάγκη καὶ
ἡ συνάφεια πρὸς τὴν ὁποία ὁδηγεῖ τοὺς ἐραστὲς ὑπερβαίνει τὴν ἀνθρώπινη διάνοια,
ὥστε νὰ μὴν μπορεῖ οὔτε μὲ παράδειγμα ν’ ἀποδοθεῖ.
8,
Ἂς ἐξετάσομε, ὅμως, τὸ πρᾶγμα καὶ μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο. Ἐνῷ εἶναι πολλὰ τὰ
πράγματα μὲ τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνάγκη νὰ συνυπάρχομε στὴ ζωή, ὁ ἀέρας, τὸ φῶς, ἡ
τροφή, τὰ ἐνδύματα, κανένας δὲν συμβαίνει νὰ χρησιμοποιεῖ ὅλες αὐτὲς τὶς φυσικὲς
δυνάμεις καὶ τὰ στοιχεῖα πάντοτε καὶ γιὰ κάθε σκοπὸ καὶ νὰ συνυπάρχει μὲ αὐτά, ἀλλὰ
χρησιμοποιεῖ ἄλλοτε τὸ ἕνα καὶ ἄλλοτε τὸ ἄλλο, ἀνάλογα μὲ τὴ βοήθεια ποὺ
παρέχει τὸ καθένα στὴν παροῦσα κάθε φορὰ ἀνάγκη. Ἐνδυόμαστε δηλαδὴ τὸ ἔνδυμα,
τροφὴ ὅμως δὲν μπορεῖ νὰ γίνει αὐτό, καὶ ὅταν χρειαζόμαστε τράπεζα, εἶναι ἀνάγκη
νὰ ζητήσομε κάτι ἄλλο. Τὸ φῶς δὲν μποροῦμε νὰ τὸ ἀναπνεύσομε, ἐνῷ ὁ ἀέρας δὲν
μπορεῖ νὰ μᾶς ἀντικαταστήσει τὴν ἀκτῖνα· ἐπίσης δὲν ἔχομε πάντοτε, οὔτε
χρησιμοποιοῦμε πάντοτε τὶς ἐνέργειες τῶν αἰσθήσεων καὶ τῶν μελῶν, ἀλλὰ μερικὲς
φορὲς καὶ ὁ ὀφθαλμὸς καὶ τὸ χέρι εἶναι ἀδρανῆ· ὅταν χρειάζεται ν’ ἀκούσομε καὶ ὅταν
θέλομε νὰ ἀγγίζομε κάτι, εἶναι ἀρκετὸ τὸ χέρι, ὅταν ὅμως θέλομε νὰ ὀσφρανθοῦμε ἢ
νὰ ἀκούσομε ἢ νὰ δοῦμε, δὲν εἶναι κατάλληλο αὐτό, ἀλλ’ ἀφήνοντας αὐτό, ἀνατρέχουμε
πρὸς ἄλλο ὄργανο.
Ἀντίθετα
ὁ Σωτῆρας συνυπάρχει πάντοτε μὲ αὐτοὺς ποὺ ζοῦν μ’ Αὐτὸν πάντοτε μὲ κάθε τρόπο ἔτσι,
ὥστε παρέχει τὰ ἀναγκαῖα γιὰ κάθε ἀνάγκη καὶ εἶναι τὰ πάντα γι’ αὐτούς, καὶ δὲν
ἀφήνει νὰ κοιτάξουν πρὸς τίποτε ἄλλο, οὔτε νὰ ζητήσουν τίποτε ἀπὸ ἀλλοῦ. Γιατί
δὲν ὑπάρχει τίποτε ἀπὸ τὰ ἀναγκαῖα στοὺς ἁγίους ποὺ νὰ μὴν τοὺς εἶναι αὐτὸ Αὐτὸς·
γιατί καὶ γεννᾶ, καὶ αὐξάνει καὶ τρέφει καὶ φῶς εἶναι καὶ πνοή, διαπλάθει σ’ αὐτοὺς
ὀφθαλμὸ τὸν ἑαυτό Του, τοὺς φωτίζει ἐπίσης μὲ τὸν ἑαυτό Του καὶ τοὺς προσφέρει
τὸν ἑαυτό Του νὰ βλέπουν. Εἶναι συγχρόνως καὶ τροφέας καὶ τροφή, καὶ Αὐτὸς
βέβαια παρέχει τὸν Ἄρτο τῆς ζωῆς, Αὐτὸς ὅμως εἶναι αὐτὸ ποὺ παρέχει (ὁ Ἄρτος)·
εἶναι ζωὴ γι’ αὐτοὺς ποὺ ζοῦν, μύρο γι’ αὐτοὺς ποὺ ἀναπνέουν, ἔνδυμα γιὰ νὰ τὸ ἐνδυθοῦν
αὐτοὶ ποὺ θέλουν. Αὐτὸς ἐπίσης εἶναι Ἐκεῖνος μὲ τὸν Ὁποῖο μποροῦμε νὰ
βαδίζουμε, Αὐτὸς εἶναι ἡ ὁδός, καὶ ἐπιπλέον τὸ κατάλυμα τῆς ὁδοῦ καὶ τὸ τέρμα. Ἐμεῖς
εἴμαστε μέλη, Ἐκεῖνος ἡ κεφαλὴ· ὅταν χρειάζεται ν’ ἀγωνισθοῦμε ἀγωνίζεται μαζί
μας, ὅταν διεκδικοῦμε βραβεῖο εἶναι ὁ ἀγωνοθέτης· ὅταν νικοῦμε, ἀμέσως Ἐκεῖνος
γίνεται στεφάνι.
9.
Ἔτσι μᾶς ἑλκύει πρὸς τὸν ἑαυτό Του ἀπὸ παντοῦ καὶ δὲν μᾶς ἀφήνει νὰ
προσηλώνουμε τὸν νοῦ μας σὲ τίποτε ἄλλο, οὔτε νὰ δείξουμε ἔρωτα γιὰ ὁποιοδήποτε
ἀπὸ τὰ ὄντα. Ἂν νικήσουμε τὴν ἐπιθυμία πρὸς ἕνα πρᾶγμα, Αὐτὸς τὴ σταματᾶ καὶ τὴν
ἀναπαύει, ἂν τὴ νικήσουμε πρὸς κάποιο ἄλλο, πάλι Αὐτὸς παρών, καὶ ἂν πρὸς κάτι
διαφορετικό, καὶ αὐτὴν τὴν ὁδὸ τὴν ἐλέγχει καὶ συλλαμβάνει τοὺς διερχομένους.
Γιατί λέγει: «Ἐὰν ἀναβῶ εἰς τὸν οὐρανόν, σὺ ἐκεῖ εἶ· ἐὰν καταβῶ εἰς τὸν ᾅδήν,
πάρει. Ἐὰν ἀναλάβοιμι τὰς πτέρυγάς μου κατ’ ὄρθρον καὶ κατασκηνώσω εἰς τὰ ἔσχατα
τῆς θαλάσσης, καὶ γὰρ ἐκεῖ ἡ χείρ σου ὁδηγήσει μὲ καὶ καθέξει μὲ ἡ δεξιά σου(: Ἐὰν
ἀνέβω στὸν οὐρανό, Ἐσὺ εἶσαι ἐκεῖ· ἐὰν πεθάνω καὶ κατέβω στὸν Ἅδη, ἡ παρουσία
Σου καὶ ἐκεῖ ἐκτείνεται. Ἐὰν γινόμουνα πτερωτὸς καὶ ἔπαιρνα ἐπάνω μου δικά μου
φτερὰ ἐκεῖ, ὅπου ἀνατέλλει κατὰ τὰ βαθιὰ ξημερώματα ὁ ἥλιος, καὶ κατασκηνώσω στὰ
πιὸ ἀπόμακρα μέρη τῆς θάλασσας ὅπου γίνεται ἡ δύση, καὶ πετάξω λοιπὸν ἀπὸ τὴν ἀνατολὴ
ἕως τὴν δύση, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ τὸ στοργικὸ Σοῦ χέρι θὰ μὲ ὁδηγήσει καὶ θὰ μὲ
κρατήσει σφικτὰ ἡ δεξιά Σου)»[Ψαλμ.138,8-10]· μὲ κάποια θαυμαστὴ καὶ φιλάνθρωπη
τυραννίδα μᾶς ἑλκύει πρὸς τὸν ἑαυτό Του μόνο καὶ μᾶς συνενώνει μόνο μὲ τὸν ἑαυτό
Του.
Καὶ
μὲ αὐτὴν τὴν ἀνάγκη, νομίζω, συγκέντρωσε στὴν οἰκία καὶ στὸ συμπόσιο ἐκείνους
ποὺ προσκάλεσε, λέγοντας στὸν δοῦλο: «Ἔξελθε εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ φραγμοὺς καὶ ἀνάγκασον
εἰσελθεῖν, ἵνα γεμισθῇ ὁ οἶκός μου (:Βγὲς ἔξω ἀπ’ τὴν πόλη στοὺς δρόμους καὶ
στοὺς φράχτες τῶν κτημάτων, ὅπου συνήθως μαζεύονται οἱ περιπλανώμενοι, ποὺ δὲν ἔχουν
σπίτι καὶ μόνιμη κατοικία. Κι ἐπειδὴ αὐτοὶ θὰ διστάζουν ἀπὸ συστολὴ νὰ πάρουν
μέρος στὸ δεῖπνο μου, παρακίνησέ τους ἐπίμονα νὰ μποῦν ἐδῶ, γιὰ νὰ γεμίσει ὁ οἶκος
μου)»[Λουκά 14,23].
10.
Ἂς εἶναι. Ὅτι βέβαια ἡ κατὰ Χριστὸν ζωὴ εἶναι παροῦσα στοὺς ἁγίους ποὺ ζοῦν καὶ
ἐνεργοῦν σύμφωνα μ’ αὐτήν, ὄχι μόνο στὸ μέλλον, ἀλλὰ καὶ στὸ παρόν, γίνεται
φανερὸ ἀπὸ τὰ ὅσα ἔχουν λεχθεῖ. Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ ἐξετάσομε στὴ συνέχεια τὸν
τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο εἶναι δυνατὸ νὰ ζήσουν ἔτσι καί, ὅπως λέγει ὁ Παῦλος, «νὰ
ζήσουν μιὰ καινούργια ζωή» [βλ. Ρώμ.6.4: «Συνετάφημεν οὖν αὐτῷ διὰ τοῦ
βαπτίσματος εἰς τὸν θάνατον, ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χρὶστὸς ἐκ νεκρῶν διὰ τῆς δόξης
τοῦ Πατρός, οὕτω καὶ ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν(:Θαφτήκαμε, λοιπόν,
μαζὶ μ’ Αὐτὸν μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα, τὸ ὁποῖο μᾶς ἔκανε συγκοινωνοὺς τοῦ θανάτου
Του, μὲ ἀποτέλεσμα, ὅπως ἀκριβῶς ἀναστήθηκε ὁ Χριστὸς ἀπὸ τοὺς νεκρούς, μὲ τὴν ἔνδοξη
δύναμη τοῦ Πατρός, ἔτσι κι ἐμεῖς νὰ ἀναστηθοῦμε σὲ νέα ἐνάρετη καὶ ἁγία ζωὴ καὶ
νὰ συμμορφώσουμε τὴ διαγωγή μας σύμφωνα μὲ τὶς ἀπαιτήσεις τῆς ζωῆς αὐτῆς)»], ἐννοῶ
δηλαδὴ τί πρέπει νὰ κάνουν ὥστε, δὲν ξέρω πῶς πρέπει νὰ τὸ ὀνομάσω, νὰ συνενωθεῖ
καὶ νὰ προσφυτευθεῖ μαζί τους ὁ Χριστός.
11.
Αὐτό, λοιπόν, εἶναι κατὰ ἕνα μέρος δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ κατὰ τὸ ἄλλο ἐξαρτᾶται ἀπὸ
τὴ δική μας προσπάθεια, καὶ τὸ πρῶτο μέρος εἶναι καθαρὰ ἔργο Ἐκείνου, ἐνῷ τὸ ἄλλο
χρειάζεται τὸν δικό μας ἀγῶνα. Ἤ, καλύτερα, ἀπὸ ἐμᾶς τόσο λίγο μόνο
προσφέρεται, ὅσο χρειάζεται τὸ νὰ ὑπομείνομε τὴ χάρη καὶ νὰ μὴ προδώσομε τὸν
θησαυρό, οὔτε καὶ νὰ σβήσομε τὴ λαμπάδα ποὺ ἤδη εἶναι ἀναμμένη, ἐννοῶ δηλαδὴ νὰ
μὴ φέρομε μαζί μας τίποτε ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ εἶναι ἐναντίον τῆς ζωῆς καὶ τὰ ὁποῖα
γεννοῦν τὸν θάνατο· γιατί κάθε ἀνθρώπινο ἀγαθὸ καὶ κάθε ἀρετὴ ὁδηγεῖ σ’ αὐτό,
στὸ νὰ μὴν ὠθήσομε τὸ ξίφος ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ μας, οὔτε ν’ ἀποφύγομε τὴν εὐδαιμονία
καὶ νὰ ρίξομε ἀπὸ τὸ κεφάλι μας κάτω τὰ στεφάνια, καθ' ὅσον τὴν οὐσία τῆς ζωῆς
τὴ φυτεύει στὶς ψυχές μας μὲ ἀνέκφραστο τρόπο ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός. Γιατί
παραβρίσκεται ἀληθινὰ καὶ βοηθάει μὲ τὶς ἀρχὲς τῆς ζωῆς ποὺ πρόσφερε Αὐτὸς μὲ τὸν
ἐρχομό Του στὴ γῆ.
Καὶ
παραβρίσκεται, ὄχι ὅπως τὴν πρώτη φορά, μετέχοντας μαζί μας σὲ τροφὲς καὶ
συλλόγους καὶ συναναστροφές, ἀλλὰ κατὰ ἕναν τρόπο διαφορετικὸ ἀπὸ ἐκεῖνον καὶ
τελειότερο, κατὰ τὸν ὁποῖο γινόμαστε σύσσωμοι μὲ Αὐτὸν καὶ σύζωοι καὶ μέλη, καὶ
ὁτιδήποτε ἄλλο ποὺ ὁδηγεῖ σ’ αὐτό. Γιατί, ὅπως ἡ φιλανθρωπία Του εἶναι ἀνέκφραστη,
ἀπὸ τὴν ὁποία παρακινήθηκε ν’ ἀγαπήσει τόσο πολὺ τοὺς τόσο αἰσχροὺς καὶ νὰ τοὺς
καταστήσει ἀξίους τόσο μεγάλων δωρεῶν, καὶ ἡ συνάφεια μὲ τὴν ὁποία συνδέεται μὲ
αὐτοὺς ποὺ ἀγαπᾶ νικᾶ κάθε περιγραφὴ καὶ κάθε ὀνομασία, ἔτσι καὶ ὁ τρόπος μὲ τὸν
ὁποῖο συνυπάρχει καὶ εὐεργετεῖ εἶναι θαυμαστὸς καὶ ταιριάζει μόνο σ’ αὐτὸν ποὺ
πράττει θαυμαστὰ ἔργα. Γιατί ἐκείνους ποὺ τὸν θάνατό Του, τὸν ὁποῖο ὑπέστη ἀληθινὰ
γιὰ χάρη τῆς δικῆς μας ζωῆς, μιμοῦνται μὲ σύμβολα σὰν ἰχνογραφήματα, τοὺς ἀνακαινίζει
μὲ τὰ ἴδια τὰ πράγματα, τοὺς ἀναπλάθει καὶ τοὺς καθιστᾶ κοινωνοὺς τῆς ζωῆς Του.
12.
Πράγματι, ἰχνογραφῶντας μὲ τὰ μυστήρια Τοῦ τὴν ταφή Του καὶ διακηρύσσοντας τὸν
θάνατό Του, γεννιόμαστε μέσῳ αὐτῶν καὶ πλαθόμαστε καὶ συνενωνόμαστε κατὰ τρόπο ὑπερφυσικὸ
μὲ τὸν Σωτῆρα· γιατί αὐτὰ εἶναι ἐκεῖνα μὲ τὰ ὁποῖα ζοῦμε μέσα σ’ Αὐτόν, ὅπως
λέγει ὁ Παῦλος, καὶ κινούμαστε καὶ ὑπάρχουμε[βλ. Πράξ.17,28: «Ἐν αὐτῷ γὰρ ζῶμεν
καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμὲν· τοῦ γὰρ καὶ γένος ἐσμέν. (:Εἶναι πολὺ κοντά μας ὁ
Θεός, διότι μέσα σὲ Αὐτὸν καὶ μέσα στὴ δική Του πνευματικὴ παρουσία ζοῦμε καὶ
κινούμαστε καὶ ὑπάρχουμε, ὅπως καὶ μερικοὶ ἀπὸ τοὺς δικούς σας ποιητὲς ἔχουν πεῖ:
Διότι καὶ δική Του γενιὰ εἴμαστε. Εἴμαστε γενιά Του ἐπειδὴ μᾶς ἔπλασε κατ’ εἰκόνα
Του καὶ μᾶς ἀγάπησε ὡς δικούς Του)»]. Καθ' ὅσον τὸ Βάπτισμα μᾶς δίνει τὴν ὕπαρξη
καὶ γενικὰ τὴν κατὰ Χριστὸν ὑπόσταση, γιατί, παραλαμβάνοντάς μας νεκροὺς καὶ
διεφθαρμένους, μᾶς εἰσάγει γιὰ πρώτη φορὰ στὴ ζωὴ· ἡ Χρίση μὲ τὸ μύρο
τελειοποιεῖ τον νεογεννημένο, βάζοντας μέσα του τὴν ἐνέργεια ποὺ ταιριάζει στὴ
ζωὴ αὐτή, ἐνῷ ἡ Θεία Εὐχαριστία συντηρεῖ καὶ συγκρατεῖ αὐτὴ τὴ ζωὴ καὶ τὴν ὑγεία·
γιατί τὸ νὰ διατηρηθοῦν τα ἀποκτηθέντα καὶ νὰ παραμείνουν ζωντανοὶ οἱ μέτοχοι τῆς
ζωῆς τὸ προσφέρει ὁ Ἄρτος τῆς ζωῆς. Γι’ αὐτὸ ζοῦμε μὲ αὐτὸν τὸν Ἄρτο,
κινούμαστε μὲ τὸ Μύρο, ἔχοντας λάβει τὴν ὕπαρξη ἀπὸ τὸ Βάπτισμα.
13.
Καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ζοῦμε μέσα στὸν Θεό, μεταθέτοντας τὴ ζωὴ ἀπὸ αὐτὴν τὴ
βλεπόμενη, πρὸς ἐκεῖνον τὸν μὴ βλεπόμενο κόσμο, ἀλλάζοντας ὄχι τὸν τόπο, ἀλλὰ τὸν
βίο καὶ τὴ ζωή. Γιατί δὲν κινηθήκαμε οὔτε ἀνεβήκαμε ἐμεῖς πρὸς τὸν Θεό, ἀλλ’ Αὐτὸς
ἦρθε καὶ κατέβηκε σ’ ἐμᾶς. Γιατί δὲν Τὸν ζητήσαμε, ἀλλὰ ζητηθήκαμε, γιατί δὲν ἀναζήτησε
τὸ πρόβατο τὸν ποιμένα καὶ ἡ δραχμὴ τὸν οἰκοδεσπότη[βλ. Λουκᾶ 15,4-9], ἀλλ’ Αὐτὸς
ἔσκυψε στὴ γῆ καὶ βρῆκε τὸ νόμισμα καὶ ἔφτασε στὸν τόπο ὅπου περιπλανιόταν τὸ
πρόβατο, τὸ φορτώθηκε στὸν ὦμο Του καὶ τερμάτισε τὴν περιπλάνησή του. Δὲν μᾶς
μετέστησε ἀπὸ ἐδῶ, ἀλλὰ μένοντας πάνω στὴ γῆ, μᾶς ἔκανε οὐράνιους καὶ ἔβαλε
μέσα μας τὴν οὐράνια ζωή, χωρὶς νὰ μᾶς ἀνεβάσει στὸν οὐρανό, ἀλλὰ κλίνοντας καὶ
κατεβάζοντας τὸν οὐρανὸ σ’ ἐμᾶς. Ὅπως δηλαδὴ λέγει καὶ ὁ προφήτης: «ἔκλινε τὸὺς
οὐρανοὺς καὶ κατέβη(: χαμήλωσε τοὺς οὐρανοὺς καὶ κατέβηκε στὴ γῆ)»[βλ.
Ψάλμ.17,10].
Μέσῳ,
λοιπόν, αὐτῶν τῶν ἱερῶν μυστηρίων μπαίνει σὰν ἀπὸ θυρίδες μέσα στὸν σκοτεινὸ αὐτὸ
κόσμο ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης καὶ θανατώνει τὴν ὅμοια μὲ αὐτὸν τὸν κόσμο ζωή, ἀνασταίνει
τὴν ὑπερκόσμια, καὶ τὸ φῶς τοῦ κόσμου νικᾶ τὸν κόσμο, πρᾶγμα ποὺ ὑπαινίσσεται ὁ
Χριστὸς λέγοντας: «Ἐν τῷ κὸσμῳ θλῖψιν ἕξετε· ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν
κόσμον (:Ἐφόσον εἶστε μέσα στὸν κόσμο, θὰ ἔχετε θλίψη. Ἀλλὰ ἔχετε θάρρος. Ἐγὼ ἔχω
νικήσει τὸν κόσμο. Καὶ μὲ τὴ νίκη μου αὐτὴ ἐξασφάλισα καὶ γιὰ σᾶς τὸν θρίαμβο
καὶ τὴ δόξα)»[Ιω.16,33], εἰσάγοντας στὸ θνητὸ καὶ πρόσκαιρο σῶμα τὴ μόνιμη καὶ ἀθάνατη
ζωή.
14.
Ὅπως, δηλαδή, ὅταν μπεῖ στὴν οἰκία ἡ ἡλιακὴ ἀκτῖνα, τὸ λυχνάρι δὲν φωτίζει
πλέον τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν ποὺ βλέπουν στρέφοντάς πρὸς τὸν ἑαυτό του, ἀλλ’ ὑπερνικᾶ
ἡ λαμπρότητα τῆς ἀκτῖνας καὶ τοὺς κατέχει, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ἡ λαμπρότητα
τῆς μέλλουσας ζωῆς, εἰσερχόμενη σ’ αὐτὴν τὴ ζωὴ μέσῳ τῶν μυστηρίων καὶ κατοικῶντας
μέσα στὶς ψυχές, νικᾶ τὴ σαρκικὴ ζωὴ καὶ τὸ κάλλος τοῦ κόσμου αὐτοῦ, καὶ
καλύπτει τὴ λαμπρότητά του, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ πνευματικὴ ζωή, ἀπὸ τὴν ὁποία
νικιέται κάθε ἐπιθυμία τῆς σάρκας, σύμφωνα μὲ τὸν λόγο τοῦ Παύλου: «Πνεύματι
περιπατεῖτε καὶ ἐπιθυμίαν σὰρκὸς οὐ μὴ τελέσητε(:Πρέπει νὰ συμπεριφέρεστε
σύμφωνα μὲ τὶς ἐμπνεύσεις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ τότε δὲν θὰ ἐκπληρώσετε τὴν ἐπιθυμία
τῆς σάρκας, καὶ συνεπῶς δὲν θὰ ὑπάρχει μῖσος μεταξύ σας)»[Γαλ.5,16].
Αὐτὴν
τὴν ὁδὸ χάραξε ὁ Κύριος ἐρχόμενος σ’ ἐμᾶς καὶ αὐτὴν τὴν θύρα ἄνοιξε εἰσερχόμενος
στὸν κόσμο καὶ ὅταν ἐπανῆλθε στὸν Πατέρα Του δὲν θέλησε νὰ τὴν κλείσει, ἀλλ’ ἔρχεται
ἀπὸ Ἐκεῖνον μέσῳ αὐτῆς στοὺς ἀνθρώπους· ἤ, καλύτερα, παραβρίσκεται πάντοτε καὶ
εἶναι μαζί μας καὶ θὰ εἶναι γιὰ πάντα, τηρῶντας ἐκεῖνες τὶς ὑποσχέσεις.
15.
Ἄρα λοιπὸν «αὐτὸ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ οἶκος τοῦ Θεοῦ καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ
πύλη τοῦ οὐρανοῦ» [βλ. Γέν.28,17: «Ὡς φοβερὸς ὁ τόπος ὁὗτος· οὐκ ἔστι τοῦτο ἀλλ’
ἢ οἶκος Θεοῦ, καὶ αὕτη ἡ πύλη τοῦ οὐρανοῦ(: Πόσο φοβερὸς εἶναι ὁ τόπος αὐτός! Ὁ
τόπος αὐτὸς δὲν εἶναι ἔρημος, ὅπως μοῦ φάνηκε στὴν ἀρχή. Αὐτὸς ἀσφαλῶς εἶναι οἶκος
καὶ σπίτι τοῦ Θεοῦ· καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ πύλη ποὺ συνδέει τὴ γῆ μὲ τὸν οὐρανό)»], ὅπως
εἶπε ὁ πατριάρχης Ἰακώβ, ἀπὸ τὴν ὁποία δὲν κατεβαίνουν μόνο ἄγγελοι στὴ γῆ
(καθ' ὅσον παραβρίσκονται στὸν καθένα ἀπὸ τοὺς πιστούς), ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ
Δεσπότης τῶν ἀγγέλων. Γι’ αὐτὸ ὅταν καταδέχθηκε νὰ λάβει καὶ ὁ Ἴδιος τὸ
βάπτισμα τοῦ Ἰωάννη, προεικονίζοντας, κατὰ κάποιο τρόπο, τὸ δικό Του βάπτισμα, ἀνοίγει
τὸν οὐρανό, δείχνοντας ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ πύλη μέσῳ τῆς ὁποίας θὰ δοῦμε τὸν οὐρανὸ·
ἀλλὰ καὶ μὲ ἐκεῖνα ποὺ ἀποφάνθηκε, ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ μπεῖ στὴ ζωὴ αὐτὸς ποὺ δὲν
βαπτίσθηκε, αὐτὸ ἀκριβῶς ὑπαινίσσεται, ὅτι τὸ βάπτισμα εἶναι εἴσοδος καὶ πύλη.
Γιατί λέγει ὁ Δαβίδ, «ἀνοῖξτε μου τὶς πύλες τῆς δικαιοσύνης»[ βλ. Ψάλμ.117,19:
«Ἀνοίξατέ μοὶ πύλας δικαιοσύνης· εἰσελθὼν ἐν αὐταῖς ἐξομολογήσομαι τῷ Κυρίῳ(: Ἀνοῖξτε
μου, ἐσεῖς, οἱ ἱερεῖς τὶς πύλες τοῦ ναοῦ, στὸν ὁποῖο κατοικεῖ ὁ δικαιοκρίτης Θεὸς·
καὶ ἀφοῦ εἰσέλθω διαμέσου αὐτῶν μέσα στὸν ναό, θὰ ὑμνήσω καὶ θὰ εὐχαριστήσω μὲ
θερμὴ εὐγνωμοσύνη τὸν Κύριο)»], ἐπιθυμῶντας, νομίζω, ν’ ἀνοιγοὺν αὐτὲς οἱ
πύλες. Καθ' ὅσον αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ πολλοὶ προφῆτες καὶ βασιλεῖς ἐπιθύμησαν
νὰ δοῦν, τὸν τεχνίτη τῶν θρόνων αὐτῶν ἐρχόμενο στὴ γῆ. Γι’ αὐτὸ λέγει, ἂν
κατόρθωνε νὰ μπεῖ περνῶντας αὐτὲς τὶς πύλες, θὰ ὁμολογοῦσε χάριτες πρὸς τὸν Θεὸ
ποὺ ἀφαίρεσε τὸ τεῖχος. Γιατί λέγει: «Ἂν μπῶ ἀπὸ αὐτές, θὰ δοξολογήσω τὸν
Κύριο»[βλ. παραπάνω Ψάλμ.117,19], γιατί ἀπὸ αὐτὲς τὶς πύλες κατόρθωσε νὰ φθάσει
σὲ τελειότατη γνώση τῆς ἀγαθότητας καὶ φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸ ἀνθρώπινο
γένος.
16.
Τί δηλαδὴ θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρξει μεγαλύτερη ἀπόδειξη τῆς ἀγαθότητας καὶ
φιλανθρωπίας Του ἀπὸ τὸ νὰ ἀπαλλάσσει τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὸν ρύπο λούζοντάς την μὲ
νερό, καὶ χρίοντάς την μὲ μύρο νὰ τῆς δίνει τὴ δυνατότητα νὰ βασιλεύει στὴ
Βασιλεία τῶν οὐρανῶν, καὶ νὰ τὴν τρέφει παραθέτοντάς της τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα
Του; Ἐπίσης τί μπορεῖ νὰ ἐξισωθεῖ μὲ τὸ νὰ γίνονται ἄνθρωποι θεοὶ καὶ υἱοὶ τοῦ
Θεοῦ, ἡ φύση μας νὰ ἀπολαμβάνει τὴν τιμὴ τοῦ Θεοῦ, καὶ τὸ χῶμα νὰ ἔχει ἀνεβασθεῖ
σὲ τέτοιο ὕψος δόξας, ὥστε νὰ γίνει ἤδη ὁμότιμο μὲ τὴ θεία φύση καὶ ὀμόθεο;
Ποιά ὑπερβολὴ παραδοξότητας στερεῖται αὐτὸ τὸ πρᾶγμα; Αὐτό, νομίζω, εἶναι ἡ ἀρετὴ
τοῦ Θεοῦ ποὺ κάλυψε τοὺς οὐρανούς, ξεπέρασε κάθε κτίση καὶ κάλυψε κάθε ἔργο τοῦ
Θεοῦ, νικῶντας τὸ μὲ τὸ μέγεθος καὶ τὸ κάλλος της.
Γιατί
ἀπὸ ὅλα γενικὰ τὰ θεῖα ἔργα, ποὺ εἶναι τόσα πολλά, τόσο καλὰ καὶ μεγάλα, δὲν ὑπάρχει
κανένα ποὺ νὰ μὴν ὑπολείπεται τῆς σοφίας καὶ τῆς τέχνης τοῦ Δημιουργοῦ· καὶ θὰ
μποροῦσε μάλιστα νὰ παραγάγει ἔργα καλύτερα καὶ μεγαλύτερα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἔγιναν
καὶ ἀπὸ ὅσα θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ φαντασθεῖ. Καὶ ἂν ὑπάρχει κάποιο ἔργο τοῦ Θεοῦ
τόσο καλό, τόσο ἀγαθό, ὥστε νὰ συναγωνίζεται ἐκείνη τὴ σοφία καὶ τὴ δύναμη καὶ
τὴν τέχνη, καὶ ὅπως θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε, νὰ ἐξισωθεῖ μὲ τὴν ἀπειρία καὶ σὰν ἀποτύπωμα
νὰ παρουσιάσει ὅλο τὸ μέγεθος τῆς θείας ἀγαθότητας, αὐτὸ νομίζω θὰ εἶναι τὸ
νικηφόρο. Γιατί, ἂν αὐτὸ εἶναι τὸ παντοτινὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ, τὸ νὰ μεταδίδει ἀγαθό,
καὶ ὅλα τὰ κάνει γι’ αὐτό, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς αὐτῶν ποὺ ἤδη ἔγιναν καὶ ἐκείνων
ποὺ πρόκειται νὰ γίνουν στὸ μέλλον (νὰ διαχύνεται, λέγει, τὸ ἀγαθὸ καὶ νὰ
προχωρεῖ[βλ. Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου, «Περὶ θείων ὀνομάτων» 4]), καὶ κάμνοντας αὐτὸ
ὁ Θεός, μετέδωσε τὸ μέγιστο ἀπὸ ὅλα τὰ ἀγαθὰ καὶ μεγαλύτερο ἀπὸ αὐτὸ δὲν ἔχει νὰ
δώσει, αὐτὸ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι τὸ μέγιστο καὶ κάλλιστο ἔργο τῆς ἀγαθότητας καὶ
τὸ τελευταῖο ὅριο τῆς χρηστότητας.
17.
Τέτοιο εἶναι τὸ ἔργο τῆς οἰκονομίας ποὺ πραγματοποιήθηκε γιὰ χάρη τῶν ἀνθρώπων.
Γιατί ἐδῶ δὲν μετέδωσε ὁ Θεὸς στὴ φύση τῶν ἀνθρώπων ἁπλῶς ἕνα ὁποιοδήποτε ἀγαθό,
κρατῶντας τὰ περισσότερα γιὰ τὸν ἑαυτό Του, ἀλλ’ ἐναπέθεσε σ’ αὐτὸ ὁλόκληρο τὸ
πλήρωμα τῆς θεότητας, ὅλον τὸν φυσικὸ πλοῦτο. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Παῦλος εἶπε, ὅτι
στὸ Εὐαγγέλιο ἀποκαλύπτεται κατ' ἐξοχὴν ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ· γιατί λέγει:
«Δικαιοσύνη γὰρ Θεοῦ ἐν αὐτῷ ἀποκαλύπτεται (:Καὶ εἶναι τέτοια δύναμη τὸ Εὐαγγέλιο,
διότι μέσα ἀπὸ αὐτὸ φανερώνεται ὅτι ὁ Θεὸς δικαιώνει καὶ σώζει κάθε ἁμαρτωλὸ ποὺ
πιστεύει, τὸν ὁποῖο ἀνακηρύττει καὶ μεταβάλλει σὲ δίκαιο)»[Ρωμ.1,17]. Γιατί, ἂν
ὑπάρχει κάποια ἀρετὴ τοῦ Θεοῦ καὶ δικαιοσύνη, αὐτὸ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἡ
πλουσιοπάροχη μετάδοση τῶν ἀγαθῶν Τοῦ σὲ ὅλους καὶ ἡ κοινωνία τῆς μακαριότητάς
Του. Γι’ αὐτὸ τὰ ἱερότατα μυστήρια θὰ μποροῦσαν εὔλογα νὰ ὀνομασθοῦν «πύλες τῆς
δικαιοσύνης», γιατί ἡ ἔσχατη φιλανθρωπία καὶ ἡ ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸ ἀνθρώπινο
γένος, ποὺ εἶναι ἡ θεία ἀρετὴ καὶ ἡ δικαιοσύνη, μᾶς τὶς ἔκανε αὐτὲς εἰσόδους πρὸς
τὸν οὐρανό.
18.
Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ τρόπαιο τὸ ἔστησε ὁ Κύριος καὶ μᾶς ἔδωσε αὐτὴν τὴν πύλη καὶ τὴν
ὁδὸ μὲ ἄλλον τρόπο, μὲ κρίση καὶ δικαιοσύνη. Γιατί δὲν ἅρπαξε τοὺς αἰχμαλώτους,
ἀλλ’ ἔδωσε λύτρο, ἔδεσε τὸν ἰσχυρό, ὄχι καταδικάζοντάς τον ἐπειδὴ εἶχε
μεγαλύτερη δύναμη ὁ Κύριος, ἀλλὰ μὲ δίκαια ἀπόφαση, καὶ ἐβασίλευσε στὸν οἶκο τοῦ
Ἰακώβ, ἀφοῦ κατέλυσε τὴν τυραννία στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων, ὄχι ἐπειδὴ μποροῦσε
νὰ τὴν καταλύσει, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἦταν δίκαιο νὰ καταλυθεῖ. Καὶ αὐτὸ τὸ δήλωσε μὲ ἐκεῖνα
ποὺ εἶπε: «Δικαιοσύνη καὶ κρῖμα ἑτοιμασία τοῦ θρόνου σοῦ (:Ἡ δικαιοσύνη καὶ οἱ ὀρθὲς
καὶ δίκαιες ἀποφάσεις τὶς ὁποῖες αὐτὴ ἐκφέρει καὶ πραγματοποιεῖ, εἶναι τὰ
θεμέλια τοῦ θρόνου Σου)» [Ψάλμ.88,15]. Καὶ δὲν ἄνοιξε ἡ δικαιοσύνη μόνο αὐτὲς τὶς
πύλες, ἀλλὰ καὶ μέσῳ αὐτῶν ἔφθασε ἡ δικαιοσύνη στὸ γένος μας.
Γιατί
κατὰ τοὺς παλαιότερους χρόνους, πρὶν ἔρθει ὁ Θεὸς στοὺς ἀνθρώπους, δὲν ἦταν
δυνατὸ νὰ βρεθεῖ δικαιοσύνη πάνω στὴ γῆ. Γιατί ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ποὺ δὲν ἦταν
δυνατὸ νὰ Τοῦ ξεφύγει, ἔσκυψε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ ἔψαξε νὰ βρεῖ ἂν ὑπάρχει
καθόλου δικαιοσύνη, καὶ ὅμως δὲν βρῆκε· γιατί λέγει: «Πάντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν·
οὐκ ἔστι ποιῶν χρηστότητα, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός(: Ὅλοι παρεξέκλιναν ἀπὸ τὸν ἴσιο
δρόμο, ἐξαχρειώθηκαν καὶ κατήντησαν διεφθαρμένοι. Δὲν ὑπάρχει κανεὶς ποὺ νὰ
κάνει τὸ καλό. Δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνας)» [Ψάλμ.19,3].
Ὅταν,
ὅμως, ἀνέτειλε ἡ ἀλήθεια ἀπὸ τὴ γῆ σὲ ἐκείνους ποὺ ζοῦσαν μέσα στὸ σκοτάδι τοῦ
ψεύδους καὶ στὴ σκιά, τότε μόλις καὶ ἡ δικαιοσύνη ἔσκυψε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ
πρώτη φορὰ ἐμφανίσθηκε ἀληθινὰ καὶ τελείως στοὺς ἀνθρώπους, καὶ δικαιωθήκαμε,
πρῶτα βέβαια ἀφοῦ ἀπαλλαχθήκαμε ἀπὸ τὰ δεσμὰ καὶ τὴν ἐνοχή, ἀφοῦ ἀπολογήθηκε γιὰ
λογαριασμό μας Ἐκεῖνος ποὺ δὲν διέπραξε καμία ἀδικία μὲ τὸν θάνατό Του πάνω στὸν
σταυρό, στὸν ὁποῖο ὑπέμεινε τὴν ποινὴ γιὰ ὅσα ἀτοπήματα τολμήσαμε νὰ κάνομε ἐμεῖς,
καὶ ἔπειτα γίναμε καὶ φίλοι τοῦ Θεοῦ καὶ δίκαιοι ἐξ αἰτίας τοῦ θανάτου Ἐκείνου.
Γιατί
ὁ Σωτῆρας πεθαίνοντας δὲν μᾶς ἀπάλλαξε μόνο ἀπὸ τὰ δεσμὰ καὶ μᾶς συμφιλίωσε μὲ
τὸν Πατέρα, ἀλλὰ καὶ «μᾶς ἔδωσε τὴ δυνατότητα νὰ γίνουμε τέκνα τοῦ Θεοῦ» [βλ. Ἰω.1,12:
«Ὅσοὶ δὲ ἔλαβον αὐτόν, ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι, τοῖς
πιστεύουσιν εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ (:Ὅσοι, ὅμως, Τὸν δέχθηκαν καὶ Τὸν ἐγκολπώθηκαν ὡς
Σωτῆρα τους, καὶ πίστεψαν ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ
νὰ σώσει τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ἔδωσε τὸ δικαίωμα καὶ τὴ χάρη νὰ γίνουν τέκνα τοῦ
Θεοῦ)»], ἀφοῦ συνένωσε μὲ τὸν ἑαυτό Του τὴν δική μας φύση μὲ τὴ σάρκα ποὺ ἔλαβε,
καὶ συνενώνει τὸν καθένα μας μὲ τὴ σάρκα Τοῦ μὲ τὴ δύναμη τῶν μυστηρίων, καὶ μὲ
αὐτὸν τὸν τρόπο ἀνατέλλει στὶς ψυχές μας τὴ δικαιοσύνη καὶ τὴ ζωή Του. Ἔτσι μὲ
τὰ ἱερὰ μυστήρια πέτυχαν οἱ ἄνθρωποι νὰ γνωρίσουν τὴν ἀληθινὴ δικαιοσύνη καὶ νὰ
τὴν πραγματοποιήσουν.
19.
Μολονότι βέβαια ἀναφέρονται στὴ Γραφὴ πολλοὶ δίκαιοι καὶ φίλοι τοῦ Θεοῦ προτοῦ
φθάσει στὴ γῆ ὁ Δικαιωτὴς καὶ Συμφιλιωτής, πρέπει νὰ σκεπτόμαστε ἐκεῖνα, κυρίως
βέβαια γιὰ τὴν ἐποχή τους καὶ ἔπειτα καὶ γιὰ τὸ μέλλον, ὅτι ἔγιναν τέτοιοι καὶ
προετοιμάσθηκαν νὰ προστρέξουν στὴ δικαιοσύνη, ἀλλὰ ἀφοῦ πρῶτα παρουσιασθεῖ, νὰ
ἐλευθερωθοῦν, ἀφοῦ πρῶτα καταβληθεῖ τὸ λύτρο, νὰ δοῦν, μόνο ἀφοῦ φανεῖ το φῶς,
καὶ νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τοὺς τύπους, ἀφοῦ πρῶτα παρουσιασθεῖ ἡ ἀλήθεια. Καὶ σ’ αὐτὸ
κυρίως διαφέρουν οἱ δίκαιοι ἀπὸ τοὺς κακούς, βρισκόμενοι στὰ ἴδια σχεδὸν δεσμὰ
μὲ ἐκείνους καὶ ὑφιστάμενοι τὴν ἴδια τυραννικὴ ἐξουσία, στὸ ὅτι οἱ δίκαιοι
δυσανασχετοῦσαν γιὰ τὸν ἀνδραποδισμὸ ἐκεῖνον καὶ τὴ δουλεία καὶ εὔχονταν νὰ
καταστραφεῖ τὸ δεσμωτήριο καὶ νὰ λυθοῦν ἐκεῖνα τὰ δεσμά, καὶ ἐπιθυμοῦσαν νὰ δοῦν
νὰ καταπατεῖται ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἦταν δεμένη ἡ κεφαλὴ τοῦ τυράννου, ἐνῷ οἱ
πονηροὶ ἦταν εὐχαριστημένοι μὲ τὴ δουλεία καὶ δὲν τοὺς φαινόταν καθόλου φοβερὴ ἡ
κατάσταση ἐκείνη. Τέτοιοι ἄνθρωποι ὑπῆρχαν καὶ κατὰ τὶς μακάριες ἐκεῖνες ἡμέρες,
οἱ ὁποῖοι δὲν δέχθηκαν τὸν Ἥλιο ποὺ ἀνέτειλε πάνω τους καὶ ἐπιχείρησαν νὰ Τὸν
σβήσουν, κάνοντας ὅ,τι μποροῦσαν ἀπὸ ἐκεῖνα μὲ τὰ ὁποῖα νόμιζαν ὅτι θὰ
κατορθώσουν νὰ ἐξαφανίσουν τὴν ἀκτινοβολία Του. Γι’ αὐτὸ οἱ πρῶτοι ἐλευθερώθηκαν
ἀπὸ τὴν τυραννία τοῦ Ἅδη μόλις φάνηκε ὁ Βασιλιᾶς, ἐνῷ οἱ ἄλλοι ἔμειναν στὰ
δεσμά.
20.
Ὅπως ἀκριβῶς, δηλαδή, στὴν περίπτωση τῶν ἀσθενῶν, αὐτοὶ ποὺ ἐπιζητοῦν μὲ κάθε
τρόπο τὴ θεραπεία καὶ βλέπουν μὲ εὐχαρίστηση τὸν γιατρὸ συμβαίνει νὰ εἶναι
καλύτεροι καὶ ἀνεκτικότεροι πρὸς τὰ φάρμακα ἀπὸ ἐκείνους ποὺ δὲν γνωρίζουν ὅτι
εἶναι ἀσθενεῖς καὶ ἀπορρίπτουν αὐτὰ (γιατί, νομίζω, ὅτι αὐτοὺς ὁ γιατρὸς θὰ τοὺς
χαρακτηρίσει ἤδη ὑγιεῖς καὶ προτοῦ τοὺς θεραπεύσει, ἂν βέβαια δὲν θεωρεῖ τὴν
τέχνη του κατώτερη τῆς ἀσθενείας), κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ὁ Θεὸς κάποιους κατὰ τοὺς
χρόνους ἐκείνους τοὺς ὀνόμασε καὶ δικαίους καὶ φίλους· γιατί εἰσέφεραν ὅλα τὰ
δικά τους, καὶ ἐπέδειξαν τὴν κατὰ τὸ δυνατὸν δικαιοσύνη, πρᾶγμα ποὺ τοὺς ἔκανε
βέβαια ἄξιους νὰ ἐλευθερωθοῦν ὅταν θὰ φαινόταν Ἐκεῖνος ποὺ μποροῦσε νὰ τοὺς
λύσει, ἀλλὰ δὲν τοὺς ἔλυσε. Ἂν καὶ βέβαια ἂν αὐτὸ ἦταν ἀληθινὴ δικαιοσύνη, καὶ
αὐτοὶ θὰ μποροῦσαν νὰ βρίσκονται «σὲ εἰρήνη καὶ στὸ χέρι τοῦ Θεοῦ»[Σοφ.
Σόλ.3,1-3: «Δικαίων δὲ ψυχαὶ ἐν χεὶρὶ Θεοῦ, καὶ οὐ μὴ ἅψηται αὐτῶν βάσανος. Ἔδοξαν
ἐν ὀφθαλμοῖς ἀφρόνων τεθνάναι, καὶ ἐλογίσθη κάκωσις ἡ ἔξοδος αὐτῶν, καὶ ἡ ἀφ’ ἡμῶν
πορεία σύντριμμα· οἱ δὲ εἰσιν ἐν εἰρήνῃ (: Οἱ ψυχὲς ὅμως τῶν δικαίων καὶ μετὰ τὸν
χωρισμό τους ἀπὸ τὸ σῶμα, ὑπάρχουν κάτω ἀπὸ τὸ παντοδύναμο προστατευτικὸ χέρι
τοῦ Θεοῦ, ἀπολαμβάνοντας τὴν παντοδύναμη πρόνοιά Του, ἐξ αἰτίας τῆς ὁποίας
καμία θλίψη ἢ βάσανος δὲν θὰ τοὺς ἀγγίξει ποτέ. Φάνηκαν στὰ μάτια τῶν ἀφρόνων,
ποὺ δὲν πιστεύουν στὴ μέλλουσα ζωή, ὅτι πέθαναν καὶ ἐκμηδενίστηκαν, καὶ
θεωρήθηκε ἀπὸ αὐτοὺς ὡς θλίψη καὶ κακοπάθεια ἀνεπανόρθωτη ἡ ἔξοδός τους ἀπὸ τὸν
παρόντα κόσμο· καὶ ὁ ἀποχωρισμὸς καὶ ἡ ἀναχώρησή τους ἀπὸ ἐμᾶς, θεωρήθηκε ὡς ὄλεθρος
καὶ ἀπώλεια, αὐτοὶ ὅμως ὑπάρχουν καὶ ζοῦν ἐν εἰρήνῃ καὶ σὲ κάθε ἀνάπαυση)»], ὅπως
εἶπε ὁ Σολομῶν, ἀποθέτοντας τὸ σῶμα αὐτό, τώρα ὅμως, φεύγοντας ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωὴ
τοὺς ὑποδεχόταν ὁ ἅδης.
Γιατί
τὴν ἀληθινὴ δικαιοσύνη καὶ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ δὲν τὴν κατέβασε ὁ Δεσπότης ἀπὸ
κάπου ποὺ ἦταν ἐξόριστη, ἀλλὰ τὴν εἰσήγαγε στὸν κόσμο αὐτὸς ὁ Ἴδιος, καὶ τὸν
δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ στὸν οὐρανὸ δὲν τὸν βρῆκε ἐνῷ ὑπῆρχε, ἀλλ’ Αὐτὸς ὁ Ἴδιος τὸν
χάραξε. Γιατί, ἂν ὑπῆρχε, θὰ τὸν βάδιζε καὶ κάποιος ἄλλος ἀπὸ τοὺς
προηγουμένους· τώρα ὅμως λέγει: «Οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανὸν εἰ μὴ ὁ ἐκ
τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὢν ἐν τῷ οὐρανῷ (:Κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους
δὲν ἔχει ἀνεβεῖ στὸν οὐρανὸ γιὰ νὰ μάθει τὰ ἐπουράνια καὶ νὰ σᾶς τὰ διδάξει,
παρὰ μόνο Ἐκεῖνος ποὺ κατέβηκε ἀπ’ τὸν οὐρανὸ καὶ ἔγινε μὲ τὴν ἐνανθρώπησή Του
υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτός, ἐνῷ τώρα εἶναι στὴ γῆ, ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι καὶ στὸν
οὐρανὸ ὡς Θεὸς πανταχοῦ παρών)»[Ιω3,13]. Γιατί, τὴ στιγμὴ ποὺ πρὶν ἀπὸ τὸν
σταυρὸ δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ ὑπάρξει ἄφεση ἁμαρτιῶν καὶ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὴν τιμωρία,
γιατί πρέπει νὰ κάνουμε λόγο γιὰ δικαιοσύνη; Γιατί δὲν ἦταν εὔλογο, νομίζω, πρὶν
ἀπὸ τὴ συμφιλίωση νὰ σταθοῦν στὴ χορεία τῶν φίλων καὶ νὰ ἀνακηρυχθοῦν νικητές, ἐνῷ
ἀκόμη ἔφεραν τὰ δεσμά.
Καὶ
γενικά, ἂν ὁ παλαιὸς ἐκεῖνος πασχαλινὸς ἀμνὸς κατόρθωσε τὸ πᾶν, τί χρειαζόταν αὐτὸς
ὁ δεύτερος; Γιατί, ἂν οἱ τύποι καὶ οἱ εἰκόνες εἶχαν φέρει τὴν εὐδαιμονία, ἡ ἀλήθεια
καὶ τὰ πράγματα ἦταν ἄχρηστα. Ἐπίσης ἡ κατάλυση τῆς ἔχθρας μὲ τὸν θάνατο τοῦ
Χριστοῦ καὶ ἡ κατάργηση τοῦ μεσοτοίχου καὶ ἡ ἀνατολὴ τῆς εἰρήνης καὶ τῆς
δικαιοσύνης στὶς ἡμέρες τοῦ Σωτῆρα καὶ ὅλα αὐτά, ποιά θέση θὰ εἶχαν πλέον, ἂν ὑπῆρχαν
φίλοι τοῦ Θεοῦ καὶ δίκαιοι πρὶν ἀπὸ ἐκείνη τὴ θυσία;
21.
Ἀπόδειξη ἐπίσης εἶναι καὶ αὐτό. Τότε δηλαδὴ μᾶς συνένωνε μὲ τὸν Θεὸ ὁ νόμος, ἐνῷ
τώρα τὸ κάνει αὐτὸ ἡ πίστη καὶ ἡ χάρη καὶ ὅ,τι ἄλλο ἔχει σχέση μὲ αὐτά.
Γίνεται, λοιπόν, φανερὸ ἀπὸ αὐτά, ὅτι ἡ σχέση τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὸν Θεὸ ἦταν
τότε δουλεία, ἐνῷ τώρα ὑιότητα καὶ φιλία· γιατί ὁ νόμος ταιριάζει στοὺς
δούλους, ἐνῷ στοὺς φίλους καὶ στοὺς υἱοὺς ἡ χάρη, ἡ πίστη καὶ ἡ παρρησία. Ἀπὸ ὅλα
αὐτὰ γίνεται φανερό, ὅπως ἀκριβῶς ὁ Σωτὴρ ὑπῆρξε «πρωτότοκος τῶν νεκρῶν»
[βλ.Κολ.1,18: «Καὶ αὐτὸς ἐστιν ἡ κεφαλὴ τοῦ σώματος, τῆς Ἐκκλησίας· ὃς ἐστιν ἀρχή,
πρωτότοκος ἐκ τῶν νεκρῶν, ἵνα γένηται ἐν πᾶσιν αὐτὸς πρωτεύων (:Καὶ Αὐτὸς ἀπὸ τὸν
Ὁποῖο τὰ πάντα συγκρατοῦνται εἶναι ἡ κεφαλὴ τοῦ σώματος, δηλαδὴ τῆς Ἐκκλησίας.
Αὐτὸς εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁ ἱδρυτής της, ὁ πρῶτος ποὺ ἀναστήθηκε ἀπὸ
τοὺς νεκρούς, γιὰ νὰ γίνει Αὐτὸς καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀνθρώπινη φύση Τοῦ πρῶτος σὲ ὅλα˙
πρῶτος δηλαδὴ καὶ στὴν Ἐκκλησία καὶ στὴν Ἀνάσταση)»], καὶ κανένας ἀπὸ τοὺς
νεκροὺς δὲν μποροῦσε νὰ ἀναβιώσει τὴν ἀθάνατη ζωὴ χωρὶς νὰ ἔχει ἀναστηθεῖ ἐκεῖνος,
κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο Αὐτὸς μόνος ὁδήγησε τοὺς ἀνθρώπους πρὸς τὴν ἁγιοσύνη καὶ τὴ
δικαιοσύνη.
Καὶ
αὐτὸ τὸ ἔδειξε ὁ Παῦλος γράφοντας, ὅτι ὁ Χριστὸς εἰσῆλθε στὰ ἅγια ὡς πρόδρομος
γιὰ χάρη μας[βλ. Ἐβρ.6,20: «Ὅποὺ πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν εἰσῆλθεν Ἰησοῦς, κατὰ τὴν
τάξιν Μελχισεδὲκ ἀρχιερεὺς γενόμενος εἰς τὸν αἰῶνα (:Ἐκεῖ, στὸν οὐρανό, ὡς
πρόδρομος μπῆκε ὁ Ἰησοῦς πρὶν ἀπὸ μᾶς καὶ γιὰ χάρη μας, γιὰ νὰ μᾶς ἀνοίξει τὸν
δρόμο καὶ γιὰ νὰ μᾶς ἑτοιμάσει τόπο. Καὶ ἔτσι ἀναδείχθηκε ἀρχιερέας ὄχι
προσωρινός, ἀλλὰ αἰώνιος, «κατὰ τὴν τάξη Μελχισεδέκ)»]. Πράγματι εἰσῆλθε στὰ ἅγια,
ἀφοῦ πρόσφερε τὸν ἑαυτό Του θυσία στὸν Πατέρα, καὶ εἰσάγει ἐπίσης ἐκεῖ αὐτοὺς
ποὺ θέλουν ἀφοῦ γίνουν κοινωνοὶ τῆς ταφῆς Του, ὄχι πεθαίνοντας ὅπως Ἐκεῖνος, ἀλλὰ
παριστάνοντας τὸν θάνατο ἐκεῖνο κατὰ τὸ λουτρὸ τοῦ Βαπτίσματος καὶ
διακηρύσσοντάς Τὸν πάνω στὴν ἱερὴ τράπεζα, ἀλλὰ καὶ χριόμενοι μὲ τὸ μύρο καὶ
συμμετέχοντας στὴν εὐωχία κατὰ κάποιο ἀνέκφραστο τρόπο εὐωχούμενοι αὐτὸν τὸν Ἴδιο
ποὺ πέθανε καὶ ἀναστήθηκε. Καὶ ἀφοῦ ἔτσι τοὺς εἰσήγαγε μέσῳ αὐτῶν τῶν πυλῶν στὴ
Βασιλεία, τοὺς ὁδηγεῖ καὶ στὰ στεφάνια.
22.
Αὐτὲς οἱ πύλες εἶναι πολὺ πιὸ σεβαστότερες καὶ ὠφελιμότερες ἀπὸ τὶς πύλες τοῦ
Παραδείσου. Γιατί ἐκεῖνες βέβαια δὲν μποροῦσαν ν’ ἀνοίγουν σὲ κανένα, ἂν δὲν εἶχε
εἰσέλθει πρῶτα μέσα ἀπὸ αὐτὲς τὶς πύλες, αὐτὲς ὅμως ἐδῶ ἀνοίχθηκαν, ἐνῷ ἦταν
κλειστὲς ἐκεῖνες. ἐκεῖνες μποροῦσαν καὶ νὰ ὁδηγήσουν ἔξω τοὺς βρισκομένους
μέσα, ἐνῷ αὐτὲς μόνο εἰσάγουν καὶ δὲν ἐξάγουν κανένα. Καὶ ἐκεῖνες βέβαια ἦταν
δυνατὸ καὶ νὰ κλεισθοῦν, καὶ ἄλλωστε κλείσθηκαν, ἐνῷ σ’ αὐτὲς τὸ παραπέτασμα καὶ
τὸ μεσότοιχο καταλύθηκε καὶ ἀφαιρέθηκε ἐξολοκλήρου, καὶ δὲν εἶναι πλέον δυνατὸ
νὰ στηθεῖ πάλι φραγμός, νὰ κατασκευασθοῦν θύρες, καὶ οἱ κόσμοι νὰ διαχωρισθοῦν
μεταξύ τους μὲ τεῖχος. Γιατί δὲν ἀνοίχθηκαν ἁπλῶς μόνο, ἀλλὰ σχίσθηκαν οἱ οὐρανοί,
εἶπε ὁ θαυμάσιος Μᾶρκος[βλ. Μάρκ.1,10: «Καὶ εὐθὺς ἀναβαίνων ἀπὸ τοῦ ὕδατος εἶδε
σχιζομένους τὸὺς οὐρανοὺς καὶ τὸ Πνεῦμα ὡς περιστερὰν καταβαῖνον ἐπ’ αὐτόν(:Και
ὅταν ἀνέβαινε ἀπὸ τὸ νερὸ τοῦ ποταμοῦ, ἀμέσως, τὴν ἴδια στιγμή, εἶδε νὰ
σχίζονται οἱ οὐρανοὶ καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο νὰ κατεβαίνει σὰν περιστέρι καὶ νὰ ἔρχεται
ἐπάνω Του)»], γιὰ νὰ δείξει ὅτι δὲν ἀπέμεινε πλέον θύρα καὶ παραστάδες, οὔτε
κανένα παραπέτασμα. Γιατί Ἐκεῖνος ποὺ συμφιλίωσε καὶ συνένωσε καὶ εἰρηνοποίησε
τὸν ἄνω κόσμο μὲ τὸν κάτω καὶ κατέλυσε τὸ μεσότοιχο τοῦ φραγμοῦ[ βλ. Ἐφ.2,14·16:
«Αὐτὸς γὰρ ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν, ὁ ποιήσας τὰ ἀμφότερα ἕν καὶ τὸ μεσότοιχον τοῦ
φραγμοῦ λύσας(:Αυτός ἔκανε καὶ τοὺς δύο ἀντιμαχόμενους κόσμους, τὸν ἰουδαϊσμὸ
καὶ τὸν ἐθνισμό, ἕνα. Αὐτὸς γκρέμισε καὶ κατέλυσε τὸν τοῖχο ποὺ δημιουργοῦσε ὁ
φραγμὸς τοῦ νόμου ποὺ ὀρθωνόταν ἀνάμεσα στοὺς δύο λαοὺς καὶ τοὺς χώριζε)» καὶ Ἐφ.2,16:
«Καὶ ἀποκαταλλὰξῃ τὸὺς ἀμφοτέρους ἐν ἑνὶ σώματι τῷ Θὲῷ διὰ τοῦ σταυροῦ, ἀποκτείνας
τὴν ἔχθραν ἐν αὐτῷ(:και μὲ τὸν σταυρικὸ Τοῦ θάνατο νὰ συμφιλιώσει καὶ τοὺς δύο
λαοὺς μὲ τὸν Θεό, ἑνωμένους τώρα σ’ ἕνα σῶμα, ἀφοῦ προηγουμένως θὰ θανάτωνε τὴν
ἔχθρα μὲ τὸν θάνατό Του)»], δὲν μπορεῖ ν’ ἀρνηθεῖ τὸν ἑαυτό Του [ βλ.
Β΄Τιμ.2,13: «Εἰ ἀπιστοῦμεν, ἐκεῖνος πὶστὸς μένει· ἀρνήσασθαι γὰρ ἑαυτὸν οὐ
δύναται (: Ἐὰν ἐμεῖς δείχνουμε ἀπιστία, Ἐκεῖνος μένει πιστὸς σὲ ὅσα ὑπόσχεται.
Δὲν μπορεῖ νὰ ἀρνηθεῖ τὸν ἑαυτό Του καὶ νὰ ἀθετήσει τοὺς λόγους Του)»], εἶπε ὁ
μακάριος Παῦλος.
Γιατί
ἐκεῖνες οἱ πύλες, ἐπειδὴ εἶχαν ἀνοιγεὶ γιὰ τὸν Ἀδάμ, ἦταν φυσικὸ νὰ κλεισθοῦν ὁπωσδήποτε,
ἀφοῦ ἐκεῖνος δὲν ἔμεινε ἐκεῖ ποὺ ἔπρεπε νὰ μείνει, ἐνῷ αὐτὲς τὶς ἄνοιξε ὁ Ἴδιος
ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος δὲν διέπραξε ἁμαρτία [βλ. Α΄Πέτρ.2,22: «Ὃς ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν,
οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ(:Αυτός δὲν ἔκανε ποτὲ καμία ἁμαρτία, οὔτε
βρέθηκε δόλος ἢ ψέμα στὸ στόμα Του)»], οὔτε καὶ εἶναι δυνατὸ ν’ ἁμαρτάνει·
γιατί λέγει: «Ἐξομολόγησις καὶ μεγαλοπρέπεια τὸ ἔργον αὐτοῦ, καὶ ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ
μένει εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος(:Κάθε ἔργο Του εἶναι ἄξιο νὰ ὑμνεῖται, διότι εἶναι
μεγαλειῶδες. Καὶ ἡ δικαιοσύνη μὲ τὴν ὁποία ὁ Κύριος κυβερνᾶ τὰ σύμπαντα καὶ τὰ
κατευθύνει ὅλα στὸν τελικό τους σκοπό, εἶναι ἀναλλοίωτη, ἀδιάσειστη καὶ αἰώνια)»[Ψαλμ.110,3]·
γι’ αὐτὸ κατ’ ἀνάγκη μένουν ἀνοιχτὲς καὶ εἰσάγουν βέβαια στὴ ζωή, δὲν ἐπιτρέπουν,
ὅμως, ἔξοδο ἀπὸ τὴ ζωὴ σὲ κανένα. Γιατί λέγει ὁ Σωτῆρας: «Ἐγὼ ἦλθον ἵνα ζῶὴν ἔχωσι
καὶ περισσὸν ἔχωσιν (:Ἦλθα γιὰ νὰ ἔχουν ζωή, κι ἀκόμη περισσότερο, ἄφθονη
πνευματικὴ τροφὴ καὶ κάθε ἀγαθό)»[Ιω.10,10]· γιατί αὐτὸ εἶναι ζωή, τὴν ὁποία ἔφερε
ὁ Κύριος ἐρχόμενος, τὸ νὰ γίνουν μέτοχοι τοῦ θανάτου Του καὶ κοινωνοὶ τοῦ
πάθους Του, χωρὶς τὸ ὁποῖο δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ διαφύγουν τὸν θάνατο. Γιατί, οὔτε
ἐκεῖνος ποὺ δὲν βαπτίσθηκε μὲ νερὸ καὶ Πνεῦμα μπορεῖ νὰ εἰσέλθει στὴ ζωὴ[ βλ. Ἰω.3,5:
«Ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν
εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ (:Ἀληθινά, ἀληθινὰ σοῦ λέω ὅ,τι ἐὰν δὲν γεννηθεῖ
κανεὶς πνευματικὰ ἀπὸ τὸ νερὸ τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος καὶ ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸ ὁποῖο
ἀοράτως μὲ τὸ νερὸ αὐτὸ ἀναγεννᾶ τὸν ἄνθρωπο, δὲν μπορεῖ νὰ μπεῖ στὴ Βασιλεία
τοῦ Θεοῦ)»], οὔτε αὐτοὶ ποὺ δὲν ἔφαγαν τὴ Σάρκα τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ δὲν ἤπιαν
τὸ Αἷμα Του μποροῦν νὰ ἔχουν μέσα τους ζωή [βλ. Ἰω.6,54: «Ὅποιος τρώει τὴ Σάρκα
μου καὶ πίνει τὸ Αἷμα μου καὶ μέσα ἀπὸ τὸ μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας
γίνεται κοινωνὸς καὶ συμμέτοχος τῆς ζωῆς μου καὶ τῆς θυσίας μου, ἔχει ἤδη ἀπὸ
τώρα τὴν αἰώνια ζωὴ˙ κι ἐγὼ θὰ τὸν ἀναστήσω ἔνδοξο κατὰ τὴν ἔσχατη ἡμέρα τῆς
Κρίσεως)»].
23.
Ἂλλ’ ἂς ἐξετάσομε τὸ θέμα ἀπὸ τὴν ἀρχή. Τὸ νὰ ζήσουν κατὰ Θεὸν δὲν ἦταν δυνατὸ
σὲ ἐκείνους ποὺ δὲν πέθαναν ὡς πρὸς τὶς ἁμαρτίες, καὶ ὁ μόνος ποὺ μπορεῖ νὰ
θανατώσει τὴν ἁμαρτία εἶναι ὁ Θεός. Γιατί ὄφειλαν βέβαια νὰ τὸ κάνουν αὐτὸ οἱ ἄνθρωποι,
ἀφοῦ εἴχαμε τὸ δικαίωμα νὰ ξαναγωνισθοῦμε καὶ νὰ κερδίσουμε τὴ μάχη, ἐφόσον εἴχαμε
ἡττηθεῖ μὲ τὴ θέλησή μας, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν μπορούσαμε οὔτε κἂν νὰ τὸ πλησιάσουμε,
γιατί εἴχαμε γίνει ἤδη δοῦλοι τῆς ἁμαρτίας. Πῶς δηλαδὴ θὰ μπορούσαμε νὰ γίνουμε
ἀνώτεροι τῆς ἁμαρτίας, ἀφοῦ ἤμασταν δοῦλοι της; Γιατί ἀκόμη κι ἂν ἤμασταν ἀνώτεροι,
ὅμως «δὲν ὑπάρχει δοῦλος ἀνώτερος ἀπὸ τὸν κύριό του» [βλ. Μάτθ.10,24: «Οὐκ ἔστι
μαθητὴς ὑπὲρ τὸν διδάσκαλον, οὐδὲ δοῦλος ὑπὲρ τὸν κύριον αὐτοῦ(:Και μὴν
παραξενεύεστε ἀπὸ τοὺς διωγμοὺς αὐτούς. Κάθε μαθητής, γιὰ ὅσο διάστημα ἐξακολουθεῖ
νὰ εἶναι μαθητής, δὲν εἶναι ποτὲ ἀνώτερος ἀπὸ τὸν δάσκαλό του˙ οὔτε κανεὶς δοῦλος
εἶναι ἀνώτερος ἀπὸ τὸν κύριό του)»]. Ἐπειδὴ λοιπὸν αὐτὸς ποὺ εἶχε καθῆκον νὰ
καταβάλει τὸ χρέος αὐτὸ καὶ νὰ κερδίσει τὴ νίκη ἦταν δοῦλος ἐκείνων ποὺ ἔπρεπε
νὰ νικήσει στὸν πόλεμο, ἐνῷ ὁ Θεὸς ποὺ μποροῦσε νὰ τὸ κατορθώσει δὲν εἶχε καμία
ὑποχρέωση, γι’ αὐτὸ κανένας ἀπὸ τοὺς δύο δὲν ἀναλάμβανε τὸν ἀγῶνα, καὶ ἡ ἁμαρτία
ζοῦσε, καὶ ἦταν ἀδύνατο ν’ ἀνατείλει γιὰ μᾶς ἡ ἀληθινὴ ζωή, ἀφοῦ ἄλλος ὄφειλε νὰ
στήσει τὸ τρόπαιο τῆς νίκης, καὶ ἄλλος μποροῦσε νὰ τὸ κάνει αὐτό. Γι’ αὐτὸν τὸν
λόγο χρειάσθηκε νὰ συνυπάρξουν αὐτὸ καὶ ἐκεῖνο, καὶ νὰ γίνουν ἕνας καὶ ὁ αὐτὸς
οἱ δύο φύσεις, καὶ ἐκείνου ποὺ ἔπρεπε νὰ κάνει τὸν πόλεμο, καὶ τοῦ ἄλλου ποὺ
μποροῦσε νὰ νικήσει.
24.
Γίνεται λοιπὸν αὐτό, καὶ ὁ Θεὸς ἀναλαμβάνει τὸν ἀγῶνα ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων, γιατί ἦταν
ἄνθρωπος, καὶ ὁ ἄνθρωπος νικᾶ τὴν ἁμαρτία, ὄντας καθαρὸς ἀπὸ κάθε ἁμαρτία,
γιατί ἦταν Θεός, καὶ μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἡ φύση τοῦ ἀνθρώπου ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὸ
ὄνειδος καὶ στεφανώνεται μὲ τὸ στεφάνι τῆς νίκης, ἀφοῦ ἔπεσε ἡ ἁμαρτία. Ὅμως μὲ
αὐτὰ δὲν νίκησε ἀκόμη ὁ κάθε ἄνθρωπος οὔτε ἀγωνίσθηκε, δηλαδὴ δὲν λύθηκε ἀπὸ ἐκεῖνα
τὰ δεσμά, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ ἔκανε ὁ ἴδιος ὁ Σωτῆρας μὲ ὅσα ἀκόμη πρόσθεσε, μὲ τὰ
ὁποῖα ἔδωσε στὸν κάθε ἄνθρωπο ἐξουσία νὰ θανατώσει τὴν ἁμαρτία καὶ νὰ γίνει
κοινωνὸς τοῦ βραβείου τῆς νίκης. Ἐπειδή, δηλαδή, μετὰ τὸ τρόπαιο ἐκεῖνο ἔπρεπε
νὰ στεφανωθεῖ καὶ νὰ θριαμβεύσει, ἀλλ’ Αὐτὸς δοκίμασε πληγὲς καὶ σταυρὸ καὶ
θάνατο καὶ τὰ παρόμοια, ὅπως λέγει ὁ Παῦλος, «ἀντὶ τῆς χαρᾶς ποὺ βρισκόταν
μπροστά του ὑπέμεινε σταυρό, περιφρονῶντας τὴν ντροπή» [βλ. Ἐβρ.12,2: «Ἀντὶ τῆς
προκειμένης αὐτῷ χαρᾶς ὑπέμεινε σταυρόν, αἰσχύνης καταφρονήσας, ἐν δεξιᾷ τε τοῦ
θρόνου τοῦ Θεοῦ κεκάθικεν(:Αυτός γιὰ τὴ χαρὰ ποὺ εἶχε μπροστά Του καὶ θὰ
δοκίμαζε ὅταν μὲ τὸ πάθημά Του θὰ ἔσωζε πολλούς, ὑπέμεινε σταυρικὸ θάνατο καὶ
περιφρόνησε τὴν ντροπὴ καὶ τὴν ἀτίμωση τοῦ θανάτου αὐτοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ ἔχει
καθίσει τώρα στὰ δεξιὰ τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ)»], τί γίνεται;
Αὐτὸς
βέβαια δὲν διέπραξε καμία ἀδικία, γιὰ τὴν ὁποία ὑπέμεινε αὐτὰ σὰν τιμωρία, οὔτε
ἔκανε ἁμαρτία, οὔτε εἶχε κάτι γιὰ τὸ ὁποῖο θὰ μποροῦσε ὁ φοβερὸς καὶ ἀδιάντροπος
συκοφάντης νὰ τὸν κατηγορήσει, ἐνῷ οἱ πληγὲς καὶ ἡ ὀδύνη καὶ ὁ θάνατος ἐπινοήθηκαν
ἀπὸ τὴν ἀρχὴ σὰν τιμωρία γιὰ τὴν ἁμαρτία. Γιατί, λοιπόν, θὰ τὸν ἐπέτρεπε ὁ τόσο
φιλάνθρωπος Δεσπότης; Γιατί δὲν εἶναι φυσικὸ ἡ ἀγαθότητα νὰ εὐχαριστεῖται μὲ τὴ
φθορὰ καὶ τὸν θάνατο. Γι’ αὐτὸ ὁ Θεὸς ἐπέτρεψε ἀμέσως τὸν θάνατο καὶ τὴν ὀδύνη,
ὄχι τόσο γιὰ νὰ τιμωρήσει αὐτὸν ποὺ εἶχε ἁμαρτήσει, ὅσο γιὰ νὰ προσφέρει
φάρμακο στὸν ἀσθενῆ.
25.
Ἐπειδή, λοιπόν, δὲν μποροῦσε νὰ ἐφαρμοσθεῖ ἀπὸ τὸν Χριστὸ αὐτὴ ἡ τιμωρία σὲ ὅσα
διαπράχθηκαν, καὶ ὁ Σωτῆρας δὲν εἶχε οὔτε ἴχνος ἀσθένειας, τὴν ὁποία θὰ
θεράπευε τὸ φάρμακο ποὺ ἔλαβε, ἡ δύναμη ἐκείνου τοῦ ποτηρίου μεταβιβάζεται σ’ ἐμᾶς
καὶ φονεύει την μέσα μας ἁμαρτία, καὶ ἡ πληγὴ τοῦ ἀθώου γίνεται τιμωρία σ’ ἐμᾶς
ποὺ εἴμαστε ἔνοχοι γιὰ πολλά. Καὶ ἐπειδὴ ἡ τιμωρία ἦταν πάρα πολὺ μεγάλη καὶ
θαυμαστή, καὶ μεγαλύτερη ἀπὸ ὅσο χρειαζόταν γιὰ νὰ εἶναι ἀντίρροπη τῶν ἀνθρώπινων
κακῶν, δὲν σταμάτησε μόνο σ’ αὐτό, στὴν ἀπάλειψη τῆς ἐνοχῆς, ἀλλὰ πρόσθεσε τόσο
ὑπερβολικὸ πλῆθος ἀγαθῶν, ὥστε οἱ ἀπὸ τὴ γῆ προερχόμενοι καὶ στὸν ἴδιο τόν οὐρανὸ
ν’ ἀνεβοῦν καὶ νὰ γίνουν κοινωνοὶ μαζὶ μὲ τὸν Θεὸ τῆς ἐκεῖ Βασιλείας, αὐτοὶ ποὺ
ἦταν οἱ πλέον ἐχθροί, οἱ δεμένοι, οἱ ἐξανδραποδισμένοι, οἱ ἀτιμασμένοι.
Γιατί
ὁ θάνατος ἐκεῖνος ἦταν τόσο πολύτιμος, ὅσο δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ σκεφθοῦν οἱ ἄνθρωποι.
Καὶ ἂν μὲ τὴν παραχώρησή Του ὁ Σωτῆρας ἀγοράσθηκε ἀπὸ τοὺς φονευτές Του ἔναντι
λίγων χρημάτων, καὶ αὐτὸ ἔγινε γιὰ νὰ γεμίσει καὶ μ’ αὐτὸ μὲ πτωχεία καὶ ἀτιμία,
ὥστε ἔτσι, μὲ τὸ ὅτι στὴν ἀρχὴ πουλήθηκε ὑπομένοντας τὰ τῶν δούλων, νὰ κερδίσει
τὴν ὕβρη, γιατί θεωροῦσε κέρδος την γιὰ χάρη μας ἀτιμία, ἐνῷ μὲ τὸ ὅτι
πουλήθηκε ἔναντι λίγων χρημάτων, νὰ συμβολίσει ὅτι φθάνει στὸν θάνατο ὑπὲρ τοῦ
κόσμου ἐντελῶς δωρεάν. Πέθανε μὲ τὴ θέλησή Του, χωρὶς νὰ ἀδίκησε κανένα σὲ
τίποτε, οὔτε μὲ τὸν ἰδιωτικὸ βίο Του, οὔτε μὲ τὸν τρόπο ζωῆς Του μέσα στὸν
κόσμο, ἐξασφαλίζοντας στοὺς φονευτὲς Τοῦ χάριτες πολὺ μεγαλύτερες ἀπὸ τὶς ἐπιθυμίες
καὶ τὶς ἐλπίδες τους.
26.
Καὶ γιατί τὰ λέγω αὐτά; Θεὸς πέθανε, Αἷμα Θεοῦ ἦταν ἐκεῖνο ποὺ χύθηκε ἐπάνω στὸν
σταυρό. Τί πολυτιμότερο θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρξει, τί φρικωδέστερο; Πόσο μεγάλο ἁμάρτημα
διέπραξε ἡ φύση τῶν ἀνθρώπων, ὥστε νὰ ἔχει νὰ τὸ λύσει ἡ τιμωρία; Πόσο μεγάλη ἔπρεπε
νὰ εἶναι τὸ τραῦμα, ὥστε νὰ γίνει ἀντίρροπο στὴ δύναμη τοῦ φαρμάκου αὐτοῦ; Ἔπρεπε
βέβαια ἡ ἁμαρτία νὰ ἐξαλειφθεῖ μὲ κάποια τιμωρία καὶ ν’ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὴν ἐνοχὴ
γιὰ τὰ ἁμαρτήματά μας πρὸς τὸν Θεὸ ὑπομένοντας τὴν ἄξια τιμωρία· γιατί αὐτὸς ποὺ
τιμώρησε δὲν μπορεῖ πάλι νὰ ὑποβάλει κατηγορία γιὰ ὅσα ἐπέβαλε τιμωρία. Ἀπὸ τοὺς
ἀνθρώπους, ὅμως, δὲν ὑπῆρχε κανένας ποὺ νὰ ἦταν καθαρὸς ἀπὸ ἐνοχὴ καὶ νὰ πάθει
αὐτὸς γιὰ χάρη τῶν ἄλλων, τὴ στιγμὴ ποὺ οὔτε γιὰ τὸν ἑαυτό του θὰ ἐπαρκοῦσε
κάποιος, πόσο μᾶλλον νὰ πληρώσει γιὰ ὁλόκληρο τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων τὴν ποινὴ
ποὺ ἐπιβλήθηκε, ἔστω κι ἂν μποροῦσε μύριες φορὲς νὰ πεθάνει.
Τί
ἀντάξιο δηλαδὴ θὰ μποροῦσε νὰ πάθει ὁ πλέον αἰσχρὸς δοῦλος, ποὺ συνέτριψε τὸ βασιλικὸ
ἄγαλμα καὶ διέπραξε τόσο μεγάλη προσβολή; Γι’ αὐτὸ πεθαίνει ὁ ἀναμάρτητος
Δεσπότης, ὑπομένοντας πολλὰ δεινά, καὶ ὡς ἄνθρωπος βέβαια ὑπομένει τὰ πλήγματα,
ἀπολογούμενος ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων, ἐνῷ ὡς Θεὸς καὶ Δεσπότης ἀπαλλάσσει τὸ ἀνθρώπινο
γένος ἀπὸ ἐγκλήματα καὶ δίνει σ’ ἐκείνους ποὺ ἦταν δεμένοι ἐλευθερία, γιατί Αὐτὸς
δὲν χρειαζόταν αὐτήν.
27.
Αὐτά, λοιπόν, εἶναι ἐκεῖνα μὲ τὴ δύναμη τῶν ὁποίων μεταβιβάζεται σ’ ἐμᾶς ἡ ἀληθινὴ
ζωὴ μὲ τὸν θάνατο τοῦ Σωτῆρα, ἐνῷ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἑλκύομε αὐτὴν στὶς
ψυχές μας εἶναι αὐτός, τὸ νὰ τελέσομε τὰ μυστήρια, τὸ νὰ βαπτισθοῦμε, τὸ νὰ
χρισθοῦμε μὲ τὸ μύρο, τὸ ν’ ἀπολαύσομε τὴν Ἱερὴ Τράπεζα. Γιατί ὅταν κάνομε αὐτά,
ἔρχεται ὁ Χριστὸς καὶ κατοικεῖ μέσα μας, ἑνώνεται καὶ προσφύεται, καί, ἀποπνίγοντας
μέσα μας τὴν ἁμαρτία, ἐνσταλάζει τὴ ζωή Του καὶ τὴ δύναμή Του, καὶ μᾶς καθιστᾶ
μετόχους τῆς νίκης (πόση ἀληθινὰ ἡ ἀγαθότητά Του!), στεφανώνοντάς μας μὲ τὸ
Βάπτισμα καὶ ἀνακηρύσσοντάς μας μὲ τὴ συμμετοχή μας στὸ δεῖπνο.
28.
Γιατί καὶ μὲ ποιά λογικὴ ἡ νίκη καὶ τὸ στεφάνι προέρχονται ἀπὸ τὸ Βάπτισμα, τὰ
Μύρα καὶ τὴν Τράπεζα, τὰ ὁποῖα εἶναι καρπὸς κόπων καὶ ἱδρώτων; Γιατί, ἂν καὶ δὲν
ἀγωνιζόμαστε οὔτε κοπιάζομε ἐκτελῶντας αὐτά, ὅμως ἐξυμνοῦμε τὸν ἀγῶνα ἐκεῖνο,
θαυμάζομε τὴ νίκη καὶ προσκυνοῦμε τὸ τρόπαιο, καὶ δείχνομε πρὸς τὸν Θριαμβευτὴ
κάποια σφοδρὴ καὶ ἀνέκφραστη ἀγάπη· κάνομε δικά μας τὰ τραύματα ἐκεῖνα καὶ τὴν
πληγὴ καὶ τὸν θάνατο, τὰ ἑλκύομε μὲ ὅσα μέσα μποροῦμε, καὶ γευόμαστε τὶς ἴδιες
τὶς σάρκες Ἐκείνου ποὺ πέθανε καὶ ἀναστήθηκε· γι’ αὐτὸ εὔλογα ἀπολαμβάνομε τὰ ἀγαθὰ
ἀπὸ τὸν θάνατο καὶ τοὺς ἀγῶνες ἐκείνους.
29.
Ἂν δηλαδὴ κάποιος κατὰ τὴ σύλληψη καὶ δίκη ἑνὸς τυράννου, ἔρθει καὶ προσπαθεῖ νὰ
τὸν ἀπαλλάξει καὶ ζητεῖ μὲ ἀξίωση στεφάνια καὶ ἐξυμνεῖ τὴν τυραννικὴ ἐξουσία
του, ἔχει ἐπίσης τὴ διάθεση νὰ πεθάνει ἐφόσον πέσει ἐκεῖνος καὶ κατακρίνει τοὺς
νόμους καὶ δυσανασχετεῖ γιὰ τὸ δίκαιο, καὶ αὐτὰ τὰ κάνει ὄχι μὲ ντροπή, οὔτε
συγκαλύπτοντας τὴν κακία, ἀλλὰ μὲ παρρησία καὶ διαμαρτυρία καὶ ἐπίδειξη, αὐτὸν
πῶς θὰ τὸν κρίνομε; Δὲν θὰ τοῦ ἐπιβάλομε τὴν ἴδια ποινὴ μὲ τὸν τύραννο; Εἶναι ὁλοφάνερο
στὸν καθένα.
Ἐντελῶς
τὸ ἀντίθετο λοιπὸν θὰ συμβεῖ ἂν κάποιος θαυμάζει ἕναν θριαμβευτὴ ἀγωνιστή, καὶ
χαίρεται γιὰ τὸν νικητὴ καὶ τοῦ πλέκει στεφάνια, προκαλεῖ ἐπευφημίες καὶ ἀναστατώνει
τὸ πλῆθος, καὶ πέφτοντας προσκυνεῖ τὸν θριαμβευτὴ μὲ εὐχαρίστηση καὶ καταφιλεῖ
τὴν κεφαλή του καὶ σφίγγει τὸ δεξὶ τοῦ χέρι καὶ τόσο δυνατὰ ἐνθουσιάζεται μὲ τὸν
στρατηλάτη καὶ τὴ νίκη ποὺ πέτυχε, σὰν νὰ εἶναι αὐτὸς ὁ ἴδιος ἐκεῖνος ποὺ θὰ
στολίσει τὸ κεφάλι του μὲ τὸ στεφάνι. Αὐτὸς λοιπὸν θὰ ἔπρεπε νὰ κριθεῖ
συμμέτοχος τῶν ἐπάθλων μὲ τὸν νικητὴ ἀπὸ τοὺς συνετοὺς δικαστές, ὅπως ἐκεῖνος,
νομίζω, θὰ συμμερισθεῖ τὴν τιμωρία τοῦ τυράννου.
Ἂν
λοιπὸν πρέπει νὰ ἐφαρμόσομε στοὺς κακοὺς αὐτὰ ποὺ εἶναι νόμιμα καὶ νὰ ζητήσομε
εὐθύνες γιὰ τὴν προαίρεση καὶ τὴ γνώμη τους, πολὺ λιγότερο εὔλογο εἶναι νὰ
στεροῦμε τοὺς ἀγαθοὺς ἀπὸ τὰ κατορθώματά τους. Καὶ ἂν συμβεῖ καὶ αὐτὸ καὶ αὐτὸς
ποὺ πέτυχε τὴ νίκη ἐκείνη δὲν χρειάζεται βέβαια τὰ βραβεῖα ἀπὸ αὐτήν, ἀλλ’ αὐτὸ
θεωρεῖ σπουδαιότερο ἀπὸ ὅλα, νὰ δεῖ λαμπρὸ τὸν θαυμαστή του στὸ θέατρο, καὶ αὐτὸ
θεωρεῖ ἔπαθλο κατάλληλο γιὰ τὸν ἀγῶνα του, τὸ νὰ στεφανωθεῖ ὁ φίλος του, πῶς δὲν
θὰ εἶναι δίκαιο καὶ πολὺ πιὸ λογικότερο νὰ κερδίσει ἐκεῖνος τὸ στεφάνι ἀπὸ τὸν
πόλεμο χωρὶς ἱδρῶτα καὶ κινδύνους;
30.
Αὐτά, λοιπόν, κατορθώνει καὶ γιὰ ἐμᾶς αὐτὸ τὸ λουτρὸ καὶ τὸ δεῖπνο καὶ ἡ μὲ
σωφροσύνη (τρυφὴ) τροφὴ τοῦ μύρου. Γιατί μισούμενοι, κακίζομε καὶ καταφρονοῦμε
καὶ ἀποστρεφόμαστε τὸν τύραννο, ἐνῷ τὸν Θριαμβευτὴ Τὸν ἐπαινοῦμε καὶ Τὸν
θαυμάζομε καὶ τὸν προσκυνοῦμε καὶ Τὸν ἀγαπᾶμε μὲ ὅλη τὴν ψυχή μας, ὥστε μὲ τὸ
περίσσευμα τῆς ἀγάπης σὰν ἄρτο νὰ τρεφόμαστε, σὰν μύρο νὰ χριόμαστε καὶ σὰν νερὸ
νὰ ἐνδυόμαστε.
31.
Εἶναι, ὅμως, φανερὸ ὅτι τὸν πόλεμο αὐτὸν τὸν ἀνέλαβε γιὰ χάρη μας καί, γιὰ νὰ
νικήσομε ἐμεῖς, Αὐτὸς δέχθηκε νὰ πεθάνει· ὥστε δὲν εἶναι καθόλου ἀνακόλουθο καὶ
ἀνάρμοστο νὰ μεταβαίνομε ἀπὸ τὰ μυστήρια αὐτὰ στὰ στεφάνια. Γιατί ἐμεῖς βέβαια
δείχνομε τὴ δυνατὴ προθυμία, καὶ ἀκούοντας ὅτι τὸ νερὸ αὐτὸ ἔχει τὴ δύναμη τοῦ
θανάτου καὶ τοῦ τάφου τοῦ Χριστοῦ, πιστεύομε μὲ προθυμία καὶ προσερχόμαστε μὲ εὐχαρίστηση
καὶ καταβαπτιζόμαστε σ’ αὐτό. Ἐκεῖνος πάλι (γιατί δὲν δίνει μικρά, οὔτε κρίνει
γιὰ μικρὰ τοὺς ὀπαδούς του) μᾶς δεξιώνεται μὲ τὰ ἀγαθὰ τὰ μετὰ τὸν θάνατο καὶ τὴν
ταφή, παρέχοντάς μας ὄχι κάποιο στεφάνι, οὔτε μεταδίδοντάς μας δόξα, ἀλλὰ τὸν ἴδιο
τόν νικητή, αὐτὸς τὸν ἑαυτό Του στεφανωμένο, καὶ ἀνεβαίνοντας ἔτσι ἀπὸ τὸ νερό,
φέρομε αὐτὸν τὸν ἴδιο τόν Σωτῆρα πάνω στὶς ψυχές μας, στὸ κεφάλι μας, στοὺς ὀφθαλμούς
μας, στὰ ἴδια τὰ σπλάγχνα μας, σὲ ὅλα τὰ μέλη μας, καθαρὸ ἀπὸ ἁμαρτία, ἀπαλλαγμένο
ἀπὸ κάθε φθορά, τέτοιος ποὺ ἀναστήθηκε καὶ φανερώθηκε στοὺς μαθητὲς καὶ ἀναλήφθηκε,
τέτοιος ποὺ θὰ ἔρθει πάλι γιὰ νὰ ζητήσει μὲ ἀξίωση αὐτὸν τὸν θησαυρό.
32.
Ἀφοῦ γεννηθοῦμε ἔτσι καὶ σφραγισθοῦμε σὰν μὲ κάποιο εἶδος καὶ μορφὴ μὲ τὸν
Χριστό, γιὰ νὰ μὴ εἰσάγομε κανένα ξένο εἶδος ἔπειτα, κρατεῖ Αὐτὸς τὶς εἰσόδους
τῆς ζωῆς, καὶ ἀπὸ τὶς διόδους μὲ τὶς ὁποῖες βοηθᾶμε τὴ ζωὴ τοῦ σώματος εἰσάγοντας
ἀέρα καὶ τροφή, εἰσχωρεῖ Αὐτὸς στὶς ψυχές μας καὶ καταλαμβάνει καὶ τὶς δύο
θύρες, προσαρμοζόμενος στὴ μία σὰν μύρο καὶ εὐωδία, καὶ στὴν ἄλλη σὰν τροφή,
καθ' ὅσον καὶ Τὸν ἀναπνέομε καὶ τροφή μας γίνεται· καὶ ἔτσι προσαρμόζοντας καὶ ἀναμιγνύοντας
τὸν ἑαυτό Του μὲ ἐμᾶς μὲ ὅλα τὰ μέσα, μᾶς καθιστᾶ σῶμα Του, καὶ γίνεται σὲ μᾶς
αὐτὸ ποὺ εἶναι ἡ κεφαλὴ στὰ μέλη. Γι’ αὐτὸ καὶ γινόμαστε μὲ Αὐτὸν κοινωνοὶ ὅλων
τῶν ἀγαθῶν, ἐπειδὴ εἶναι κεφαλὴ· γιατί τὰ τῆς κεφαλῆς μεταβιβάζονται κατ’ ἀνάγκη
στὸ σῶμα.
Θὰ
μποροῦσε νὰ θαυμάσει κανεὶς γι’ αὐτό, ὅτι δηλαδὴ δὲν συμμεριζόμαστε μὲ Αὐτὸν καὶ
τὶς πληγὲς καὶ τὸν θάνατο, ἀλλὰ ἀγωνίσθηκε βέβαια Αὐτὸς μόνος, ὅμως ὅταν ἐπρόκειτο
νὰ στεφανωθεῖ, τότε μᾶς παρέλαβε κοινωνοὺς τῶν ἀγαθῶν Του.
33.
Εἶναι, λοιπόν, καὶ αὐτὸ γνώρισμα τῆς ἀνέκφραστης φιλανθρωπίας, ὄχι ὅμως μακριὰ ἀπὸ
τὴ λογικὴ καὶ τὴν ἀκολουθία τοῦ πράγματος. Γιατί ἐμεῖς συνενωθήκαμε μὲ τὸν
Χριστὸ μετὰ τὸν σταυρό, ἐνῷ προτοῦ πεθάνει δὲν εἴχαμε κανένα κοινὸ μὲ Ἐκεῖνον.
Γιατί Αὐτὸς ἦταν Υἱός, καὶ μάλιστα ἀγαπητός, ἐνῷ ἐμεῖς βδελυροὶ καὶ δοῦλοι καὶ ἐχθροὶ
ὡς πρὸς τὴ διάνοια· ὅταν ὅμως πέθανε καὶ δόθηκε τὸ λύτρο καὶ καταστράφηκε τὸ
δεσμωτήριο τοῦ διαβόλου, τότε κερδίσαμε τὴν ἐλευθερία καὶ τὴν υἱοθεσία καὶ
γίναμε μέλη τῆς μακάριας ἐκείνης κεφαλῆς.
Ἀπὸ
τότε, λοιπόν, ἐκεῖνα ποὺ ἀνήκουν στὴν Κεφαλὴ γίνονται καὶ δικά μας. Καὶ τώρα
βέβαια βγαίνουμε ἀπὸ αὐτὸ τὸ νερὸ ἀναμάρτητοι, μὲ τὸ Μύρο γινόμαστε μέτοχοι τῶν
δωρεῶν Του, καὶ μὲ τὴν Τράπεζα ζοῦμε τὴν ἴδια ζωὴ μὲ Ἐκεῖνον, κατὰ τὸ μέλλον ὅμως
θὰ εἴμαστε θεοὶ γύρω ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ κληρονόμοι τῶν ἴδιων μὲ Αὐτὸν ἀγαθῶν, θὰ
βασιλεύουμε τὴν ἴδια Βασιλεία μὲ Αὐτόν, ἐὰν βέβαια δὲν ἀποτυφλώσουμε τοὺς ἑαυτούς
μας σ’ αὐτὸν τὸν βίο καὶ διαρρήξουμε τὸν βασιλικὸ χιτῶνα. Γιατί αὐτὸ μόνο εἰσφέρομε
ἐμεῖς γιὰ τὴ ζωὴ αὐτή, τὸ νὰ διατηρήσουμε τὶς δωρεὲς καὶ νὰ φυλάξουμε τὶς
χάριτες, καὶ νὰ μὴν ἀπορρίψουμε τὸ στεφάνι ποὺ μᾶς ἔπλεξε ὁ Θεὸς μὲ πολλοὺς ἱδρῶτες
καὶ κόπους.
34.
Αὐτὸ εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ ζωῇ, τὴν ὁποία συνιστοῦν βέβαια τὰ Ἱερὰ Μυστήρια,
φαίνεται ὅμως ὅτι συνεισφέρει σ’ αὐτὴν κάτι καὶ ἡ ἀνθρώπινη προσπάθεια· γι’ αὐτὸ
αὐτὸς ποὺ θέλει νὰ μιλήσει γι’ αὐτήν, πρέπει πρῶτα νὰ πραγματευθεῖ γιὰ τὸ
καθένα ἀπὸ τὰ Μυστήρια, κι ἔπειτα κατ’ ἀκολουθία νὰ ἐξετάσει τὴν ἐργασία τῆς ἀρετῆς.
ΠΡΟΣ
ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
ἐπιμέλεια
κειμένου: Ἑλένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου