8 τῇ γὰρ χάριτί ἐστε σεσωσμένοι διὰ τῆς πίστεως· καὶ τοῦτο οὐκ ἐξ ὑμῶν, Θεοῦ τὸ δῶρον, 9 οὐκ ἐξ ἔργων, ἵνα μή τις καυχήσηται. 10 αὐτοῦ γάρ ἐσμεν ποίημα, κτισθέντες ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ ἐπὶ ἔργοις ἀγαθοῖς, οἷς προητοίμασεν ὁ Θεὸς ἵνα ἐν αὐτοῖς περιπατήσωμεν. Εφεσίους β’ 8-10

Πολλοί εσμέν οι λέγοντες , ολίγοι δε οι ποιούντες . αλλ’ούν τον λόγον του Θεού ουδείς ώφειλε νοθεύειν διά την ιδίαν αμέλειαν , αλλ’ ομολογείν μεν την εαυτού ασθένειαν , μη αποκρύπτειν δε την του Θεού αλήθειαν , ίνα μή υπόδικοι γενώμεθα , μετά της των εντολών παραβάσεως , και της του λόγου του Θεού παρεξηγήσεως …

Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής p.g.90,1069.360


Περί της αποτοιχίσεως κληρικών απο την εκκλησία του νεου ημερολογίου και Λόγος περί των αιρέσεων ,και των αναθεμάτων καθώς και τα αναθέματα τα οποία εκφωνήθηκαν υπό της Εκκλησίας κατά των νεοφανέντων αιρέσεων της νέο-εικονομαχίας , νέο-Χριστομαχίας Εκκλησιομαχίας , και των αθέων ειδωλολατρών οικουμενιστών !

Περί της αποτοιχίσεως  κληρικών απο την εκκλησία του νεου ημερολογίου και Λόγος περί των αιρέσεων ,και των αναθεμάτων καθώς και τα αναθέματα τα οποία εκφωνήθηκαν  υπό της Εκκλησίας  κατά των νεοφανέντων  αιρέσεων της  νέο-εικονομαχίας , νέο-Χριστομαχίας Εκκλησιομαχίας , και των αθέων ειδωλολατρών οικουμενιστών !
Προς πάντας ἀνθρώπους θέλειν σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν : Τιμοθ. Α’  κεφ.  Β΄
Περί  της  μιας  Αγίας  Εκκλησίας  του Άγιου  Τριαδικού  Θεού και των αναθεμάτων  κατά πασών των αιρέσεων !


Κυριακή της Ορθοδοξίας  του έτους  2017 .
Λόγος περί των αιρέσεων ,και των αναθεμάτων καθώς και τα αναθέματα τα οποία εκφωνήθηκαν  υπό της Εκκλησίας  κατά των νεοφανέντων  αιρέσεων της  νέο-εικονομαχίας , νέο-Χριστομαχίας Εκκλησιομαχίας , και των αθέων ειδωλολατρών οικουμενιστών !
Καθώς και περί της  αποτοιχίσεως  εκ των επισκόπων των ,τινών κληρικών του νέου αναθεματισμένου ημερολογίου!!



Η ΜΙΑ, ΑΓΙΑ, ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ. 
  •  Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ εἶναι Θεία Μυστηριακή Κοινωνία προσώπων.
  • Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ εἶναι Κοινωνία, Σχέσις, καί Ἕνωσις, κατά Χάριν, τοῦ ΤΡΙΣΥΠΟΣΤΑΤΟΥ ΘΕΟΥ μετά κτιστῶν λογικῶν ὄντων, Ἀγγέλων καί ἀνθρώπων.
  • Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ εἶναι «Κοινωνία Θεώσεως» (Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς).
  • Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ εἶναι Αὐτή ἡ Μία Εὐλογημένη ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑ ΔΟΣ ἐν Οὐρανῷ καί ἐπί γῆς.
  •  Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ εἶναι ΘΕΟΣΥΣΤΑΤΟΣ, ΘΕΟΪΔΡΥΤΟΣ, ΘΕΟΫΠΟΣΤΑΤΟΣ καί ΘΕΑΝΘΡΩΠΙΝΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ.
  • Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ἔχει ΠΡΟΑΙΩΝΙΟΝ, ΑΝΑΡΧΟΝ, ΑΚΤΙΣΤΟΝ, ΘΕΪΚΗΝ ΚΕΦΑΛΗΝ, Αὐτόν τόν Ἐνανθρωπήσαντα ΘΕΟΝ ΛΟΓΟΝ καί ΜΟΝΟΓΕΝΗ ΥΙΟΝ τοῦ Θεοῦ ΠΑΤΡΟΣ, τόν ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΝ ΚΥΡΙΟΝ καί ΘΕΟΝ καί ΣΩΤΗΡΑ ἡμῶν ΙΗΣΟΥΝ ΧΡΙ ΣΤΟΝ, καί Σῶμα Αὐτῆς κτιστάλογικά ὄντα, ἤτοι Ἀγγέλους καί ἀνθρώπους ὡς μέλη.
  •  Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, ἔχουσα ΚΕΦΑΛΗΝ τόν ΧΡΙΣΤΟΝ, τόν ΤΑΥΤΟΥΡΓΟΥΝΤΑ μετά τοῦ Πατρός καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἔχει ΚΕΦΑΛΗΝ τήν ΑΓΙΑΝ ΤΡΙΑΔΑ.
  • Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ εἶναι Οἶκος τοῦ ΘΕΟΥ, Στῦλος καί Ἑδραίωμα τῆς Ἀληθείας, ὡς ἔχουσα ἐν Αὐτῇ τό Πανάγιον καί Τελεταρχικόν Πνεῦμα, τό ὁδηγοῦν Αὐτήν εἰς πᾶσαν τήν Ἀλήθειαν καί ποιμαῖνον τήν Ἐκ κλησίαν τοῦ ΚΥΡΙΟΥ καί ΘΕΟΥ, ἥν Αὐτός περιεποιήσατο διά τοῦ ἰδίου Αἵματος (Πράξ. Κ´ 28).
  • Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, Θριαμβεύουσα καί Στρατευομένη, ἀποτελεῖ Ἑνιαῖον Σῶμα μέ Μίαν ΚΕΦΑΛΗΝ, τόν Ἀρχιποίμενα Χριστόν, τόν Προαιώνιον Θεόν Λόγον καί Μονογενῆ Υἱόν τοῦ Θεοῦ (Κολ. Α´ 18).
  •  Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ὑπάρχει ἀπό καταβολῆς κόσμου καί Δημιουργίας τῶν κτιστῶν λογικῶν ὄντων.
  •  Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ διατηρεῖ Ἀνόθευτον τήν Ἀποστολικήν Πίστιν καί Ἀδιάκοπον τήν Ἀποστολικήν Διαδοχήν ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος.
  • Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ εἶναι ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΑΙΩΝΙΟΣ, «καί τῆς Βασιλείας Αὐτοῦοὐκ ἔσται τέλος».
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ὡς ΒΑΣΙΛΕΙΑ Ὁρατοῦ καί Ἀοράτου κόσμου, εἶναι πλατυτέρα τῆς γῆς καί ὑψηλοτέρα τοῦ οὐρανοῦ, ὁ δέ κόσμος ἐγένετο διά τήν Ἐκκλησίαν καί ὄχι ἡ Ἐκκλησία διά τόν κόσμον (Ἅγ.Ἰωάννης Χρυσόστομος).
Λόγος  εκφωνηθείς  κατά  την Κυριακή της  Ορθοδοξίας  του έτους  2017  εις  τον Ιερόν  Μητροπολιτικόν  Ναόν  του Αγίου  Μεγαλομάρτυρος  Γεωργίου  της Γνησίας Ορθοδόξου Εκκλησίας  του Θεού , περι  του συνοδικου της Ορθοδοξίας της  Αγίας  7ης  οικουμενικής  Συνόδου , και  περί των αναθεμάτων  που αναγράφονται  ει αυτό . ως  και  τα  εκφωνηθένατα  αναθέματα , μετά  το συνοδικόν  της  Ορθοδοξίας  , κατά  των  νεοφανέντων αιρέσεων  των  νεοεικονομάχων  , των  νέο Χριστομάχων –Εκκλησιομάχων  και  των αθέων  οικουμενιστών .

Η παραπλανητική  και μη ορθόδοξος  και  εν  αληθεία  αποτοίχισης  τινών  κληρικών  του νέου  ημερολογίου !


«ἐγερθήσονται γὰρ ψευδόχριστοι καὶ ψευδοπροφῆται καὶ δώσουσι σημεῖα
μεγάλα καὶ τέρατα, ὥστε πλανῆσαι, εἰ δυνατόν, καὶ τοὺς ἐκλεκτούς.»
(Μαρκ. 13,24)
Πολύς ντόρος γίνεται τώρα τελευταία στους κόλπους της νεοημερολογιτικής εκκλησίας, με την γελοιότητα της διακοπής μνημοσύνου του μητροπολίτου Θεσσαλονίκης του νέου ημερολογίου Άνθιμου. Σήμερα το πρωί μετά τον π. Νικόλαο Μανώλη και ο π. Θεόδωρος Ζήσης, ο γνωστός καθηγητής θεολογίας, ανακοίνωσε ότι προτίθεται να διακόψει και αυτός το μνημόσυνο του Άνθιμου, επειδή ο Άνθιμος είναι οικουμενιστής.
Αναφέρομαι ως γελοιότητα στη διακοπή μνημοσύνου του Άνθιμου για τους εξής λόγους.
Πρώτον, από την πρώτη μέρα διακοπής του μνημοσύνου σε όλα τα blog που διαχειρίζονται οι προσκείμενοι στον πατέρα Νικόλαο Μανώλη, σχολίασα υπό μορφήν ερώτησης το εξής, «από πότε ο οικουμενισμός είναι αίρεση και από πότε οι οικουμενιστές είναι αιρετικοί;». Φυσικά η ερώτηση παρότι μάζεψε πολλά like από άλλους ανθρώπους, δεν απαντήθηκε ποτέ και πως είναι λογικό να απαντηθεί από τη στιγμή που και ο πάτερ Νικόλαος και ο π. Θεόδωρος Ζήσης και όλοι οι όμοιοί τους, είναι γέννημα-θρέμμα πνευματικά παιδιά και οπαδοί του οικουμενισμού, οικουμενιστές και οι ίδιοι.
Αν ο Άνθιμος είναι αιρετικός, δεν έγινε αιρετικός οικουμενιστής τώρα, γιατί ο οικουμενισμός υπάρχει, όπως οι ίδιοι παραδέχονται, από την γενέθλια εγκύκλιο του 1920, από το 1947 με την ίδρυση του παγκοσμίου συμβουλίου των εκκλησιών στην αμβέρσα της Ολλανδίας, ιδρυτικό μέλος του οποίου υπήρξε η εκκλησία της Ελλάδος, από τις συμμετοχές σε όλες τις συνεδριάσεις του παγκοσμίου συμβουλίου των εκκλησιών μέχρι σήμερα, από όλες τις συμπροσευχες μνημόνευσης και παραδοχής εκ μέρους επισκόπων, πατριαρχών, της εκκλησίας του νέου ημερολογίου, ότι οι ρωμαιοκαθολικοί είναι αδέλφια, είναι πνευματικοί αδελφοί, είναι γνήσια τέκνα και απόγονοι και διάδοχοι του αποστόλου πέτρου και παύλου, ότι είναι οι δύο πνεύμονες η ανατολική και η δυτική του αυτού σώματος του χριστού και άλλα πάρα πολλά τέτοια αισχρά και σχιζοφρενή αιρετικά, τα οποία κατά καιρούς επανειλημμένως έχουν πει και έχουν γράψει οι εκπρόσωποι της εκκλησίας του νέου ημερολογίου από τους πατριάρχες τους μέχρι και τον τελευταίο εφημερίου της ενορίας. Άρα λοιπόν εφόσον ο Άνθιμος και όλοι οι προκάτοχοί του από το 1924 και επίσημα πλέον, με την αλλαγή του ημερολογίου, είναι οικουμενιστές, τότε και ο ίδιος και ο Ζήσηςήσης και ο Νικόλαος, ως χειροτονηθέντες από οικουμενιστές, είναι και αυτοί οικουμενιστές, γιατί ο Άνθιμος δεν ήταν ποτέ ορθόδοξος, δεν ανήκε ποτέ στην ΟΡΘΌΔΟΞΗ Εκκλησία του Χριστού, δεν είχε ποτέ ΟΡΘΌΔΟΞΗ Αποστολική πίστη και ΟΡΘΌΔΟΞΗ αποστολική διαδοχή για να την χάσει κάποια στιγμή με τα λόγια του, τις πράξεις του και τα γραφόμενά του και να «αναγκάσει» τον πατέρα Νικόλαο και τον πατέρα Θεόδωρο να προβούν στην αποτειχιση και να διακόψουν το μνημόσυνο του ως αιρετικό. Μέσα στον οικουμενισμό γεννήθηκαν και αυτοί, μέσα στον οικουμενισμό γεννήθηκαν και οι πατεράδες τους, μέσα στον οικουμενισμό γεννήθηκαν και οι παππούδες τους και οι προπάππου τους μέχρι τους προγόνους τους το 1924 που δεν είχαν το σθένος να αποκηρύξουν την αίρεση και το σχίσμα του νέου ημερολογίου και να μείνουν στην ορθοδοξία και έφυγαν όλοι παράνομα αντί συνοδικά πραξικοπηματικά και αιρετικά στην τότε εκκλησία του νέου ημερολογίου στην τότε εκκλησία της μασονίας.
Δεύτερον, διακόπτουν το μνημόσυνο του οικείου επισκόπου τους, αλλά δηλώνουν ευθαρσώς ότι συνεχίζουν να ανήκουν στην εκκλησία του νέου ημερολογίου. Δηλαδή με άλλα λόγια συνεχίζουν να ανήκουν στην εκκλησία, η οποία εκπροσωπείται από την ιερά σύνοδο της ιεραρχίας από τους υπόλοιπους 70 περίπου επισκόπους του νέου ημερολογίου. Όταν λοιπόν αποκόπτεσαι από τον οικείο επίσκοπο και μένεις στους υπόλοιπους επισκόπους, εμμέσως πλην σαφώς, όλους αυτούς τους υπόλοιπους εφόσον μένεις στην εκκλησία ξαναλέω, η οποία εκπροσωπείται από αυτούς, τους θεωρείς ορθόδοξους, τους θεωρείς ότι δεν είναι οικουμενιστές και μόνο ο δικός σου οικείος επίσκοπος είναι οικουμενιστής. Αν αυτό δεν είναι σχιζοφρένεια, αν αυτό δεν είναι να μην πω τι, έχει σχέση με τους θεούς του ήλιου, αν αυτό δεν είναι αίρεση και αρχι- οικουμενισμός δεν ξέρω τι είναι.
Σήκωσαν τώρα όλοι αυτοί ξαφνικά τη σημαία της ορθοδοξίας και θεωρούν εαυτούς ως προασπιστές της δήθεν ορθοδοξίας τους. Ο Θεός να τους ελεήσει, ο Θεός να τους λυπηθεί, αλλά όχι ορθοδοξία φυσικά δεν είναι αυτό που έχουν, δεν είναι καν εκκλησία, δεν είναι καν χριστιανισμός, είναι ένα υποκατάστατο μόρφωμα του σωματείου που λέγεται εκκλησία του νέου ημερολογίου της ελλάδος και τίποτε άλλο.

ΑΠΟΣΠΆΣΜΑΤΑ  ΕΚ ΤΟΥ  ΣΥΝΟΔΙΚΟΥ  ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
Οἱ Προφῆται ὡς εἶδον, οἱ Ἀπόστολοι ὡς ἐδίδαξαν, ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν, οἱ Διδάσκαλοι ὡς ἐδογμάτισαν, ἡ Οἰκουμένη ὡς συμπεφώνηκεν, ἡ χάρις ὡς ἔλαμψεν, ἡ ἀλήθεια ὡς ἀποδέδεικται, τὸ ψεῦδος ὡς ἀπελήλαται, ἡ σοφία ὡς ἐπαρρησιάσατο, ὁ Χριστὸς ὡς ἑβράβευσεν, οὕτω φρονοῦμεν, οὕτω λαλοῦμεν, οὕτω κηρύσσομεν Χριστόν τὸν ἀληθινὸν Θεὸν ἡμῶν, καὶ τοὺς Αὐτοῦ Ἁγίους ἐν λόγοις τιμῶντες, ἐν συγγραφαῖς, ἐν νοήμασιν, ἐν θυσίαις, ἐν Ναοῖς, ἐν Εἰκονίσμασι, τὸν μὲν ὡς Θεὸν καὶ Δεσπότην προσκυνοῦντες καὶ σέβοντες, τοὺς δὲ διὸ τὸν κοινὸν Δεσπότην ὡς Αὐτοῦ γνησίους θεράποντας τιμῶντες καὶ τὴν κατὰ σχέσιν προσκύνησιν ἀπονέμονες. Αὕτη ἡ πίστις τῶν Ἀποστόλων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Πατέρων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Ὀρθοδόξων, αὕτη ἡ πίστις τὴν Οἰκουμένην ἐστήριξεν. Ἐπὶ τούτοις τοὺς τῆς εὐσεβείας Κήρυκας ἀδελφικῶς τε καὶ πατροποθήτως εἰς δόξαν καὶ τιμὴν τῆς εὐσεβείας, ὑπὲρ ἧς ἀγωνίσαντο, ἀνευφημοῦμεν καὶ λέγομεν· Τῶν τῆς Ὀρθοδοξίας προμάχων εὐσεβῶν Βασιλέων, ἁγιωτάτων Πατριαρχῶν, Ἀρχιερέων, Διδασκάλων, Μαρτύρων, Ὁμολογητῶν, Αἰωνία ἡ μνήμη.

7        Τῶν τὴν ἔνσαρκον τοῦ Θεοῦ Λόγου παρουσίαν λόγῳ, στόματι, καρδίᾳ καὶ νοΐ, γραφῇ τε καὶ εἰκόσιν ὁμολογούντων, αἰωνία ἡ μνήμη (γ΄).
 8        Τῶν εἰδότων τῆς τοῦ Χριστοῦ μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς ὑποστάσεως τὸ ἐν οὐσίαις διάφορον καὶ ταύτης [τὸ] κτιστόν τε καὶ ἄκτιστον, τὸ ὁρατὸν καὶ ἀόρατον, τὸ παθητὸν καὶ ἀπαθές, τὸ περιγραπτὸν καὶ ἀπερίγραπτον, καὶ τῇ μὲν θεϊκῇ οὐσίᾳ τὸ ἄκτιστον καὶ τὰ ὅμοια προσαρμοζόντων, τῇ δὲ ἀνθρωπίνῃ φύσει τά τε ἄλλα καὶ τὸ περιγραπτὸν ἀνομολογούντων καὶ λόγῳ καὶ εἰκονίσμασιν, αἰωνία ἡ μνήμη (γ΄).
 12        Τῶν τὰς προφητικὰς ὁράσεις, ὡς αὐτὸ τὸ θεῖον αὐτὰς ἐσχημάτιζε καὶ διετύπου, εἰδότων καὶ ἀποδεχομένων καὶ πιστευόντων ἅ περ ὁ τῶν προ­φητῶν χορὸς ἑωρακότες διηγήσαντο, καὶ τὴν τῶν ἀποστόλων καὶ εἰς Πατέρας διήκουσαν ἔγγραφόν τε καὶ ἄγραφον παράδοσιν κρατυνόντων, καὶ διὰ τοῦτο εἰκονιζόντων τὰ ἅγια καὶ τιμώντων, αἰωνία ἡ μνήμη (γ΄).
 19        Ἅπαντα τὰ παρὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴν παράδοσιν καὶ τὴν διδασκαλίαν καὶ ὑποτύπωσιν τῶν ἁγίων καὶ ἀοιδίμων πατέρων καινοτομηθέντα ἢ μετὰ τοῦτο πραχθησόμενα, ἀνάθεμα (γ΄).
 32        Τοῖς τὰς μὲν προφητικὰς ὁράσεις, κἂν μὴ βούλοιντο, παραδεχομένοις, τὰς δ’ ὀφθείσας αὐτοῖς εἰκονογραφίας –ὢ θαῦμα!– καὶ πρὸ σαρκώσεως τοῦ Λόγου μὴ καταδεχομένοις, ἀλλ’ ἢ αὐτὴν τὴν ἄληπτόν τε καὶ ἀθέατον οὐσίαν ὀφθῆναι τοῖς τεθεαμένοις κενολογοῦσιν, ἢ εἰκόνας μὲν ταῦτα τῆς ἀληθείας καὶ τύπους καὶ σχήματα ἐμφανισθῆναι τοῖς ἑωρακόσι συντιθεμένοις, εἰκονογραφεῖν δὲ ἐνανθρωπήσαντα τὸν Λόγον καὶ τὰ ὑπὲρ ἡμῶν αὐτοῦ πάθη οὐκ ἀνεχομένοις, ἀνάθεμα (α΄).
 60        Τοῖς ἀποβαλλομένοις τὰς τῶν ἁγίων πατέρων φωνὰς τὰς ἐπὶ συστάσει τῶν ὀρθῶν τῆς τοῦ Θεοῦ ἐκκλησίας δογμάτων ἐκφωνηθείσας Ἀθανασίου, Κυρίλλου, Ἀμβροσίου, Ἀμφιλοχίου, τοῦ θεηγόρου Λέοντος πάπα τῆς πρεσβυτέρας ῾Ρώμης, καὶ τῶν λοιπῶν, ἔτι δὲ καὶ τὰ τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων πρακτικά, τῆς τετάρτης τε φημὶ καὶ τῆς ἕκτης, μὴ κατασπαζομένοις, ἀνάθεμα (γ΄).
 67        Τοῖς κοινωνοῦσιν ἐν γνώσει τοῖς ὑβρίζουσι καὶ ἀτιμάζουσι τάς σεπτὰς εἰκόνας, ἀνάθεμα (γ΄).
    68        Τοῖς λέγουσιν ὅτι ὡς θεοῖς οἱ Χριστιανοὶ ταῖς εἰκόσι προσῆλθον, ἀνάθεμα (γ΄).
    69        Τοῖς λέγουσιν ὅτι πλὴν Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, ἄλλος ἡμᾶς ἐρρύσατο τῆς τῶν εἰδώλων πλάνης, ἀνάθεμα (γ΄).
    70        Τοῖς τολμῶσι λέγειν τὴν καθολικὴν ἐκκλησίαν εἴδωλα ποτὲ δεδέχθαι ὡς ὅλον τὸ μυστήριον ἀνατρέπουσι καὶ τὴν χριστιανῶν ἐνυβρίζουσι πίστιν, ἀνάθεμα (γ΄).
    71        Εἴ τις τῆς χριστιανοκατηγορικῆς αἱρέσεως ὄντα τινὰ ἢ ἐν αὐ­τῇ τὸν βίον ἀπορρήξαντα διεκδικεῖ ἤτω, ἀνάθεμα (γ΄).
    72        Εἴ τις οὐ προσκυνεῖ τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν εἰκόσι περιγραπτὸν κατὰ τὸ ἀνθρώπινον ἤτω, ἀνάθεμα (γ΄).
    73        ῞Ολοις τοῖς αἱρετικοῖς, ἀνάθεμα (γ΄).
 83        Ἀρείῳ τῷ πρώτῳ θεομάχῳ καὶ ἀρχηγῷ τῶν αἱρέσεων, ἀνάθεμα (γ΄).
    84        Πέτρῳ τῷ κναφεῖ καὶ παράφρονι τῷ λέγοντι «Ἅγιος ἀθάνατος, ὁ σταυρωθεὶς δι' ἡμᾶς», ἀνάθεμα (γ΄).
    85        Νεστορίῳ τῷ θεηλάτῳ τῷ παθητὴν λέγοντι τὴν ἁγίαν Τριάδα, καὶ Οὐαλεντίνῳ δυσσεβεῖ τῷ παράφρονι, ἀνάθεμα (γ΄).
    86        Παύλῳ τῷ  Σαμοσατεῖ καὶ Θεοδοτίωνι τῷ τούτου συμμύστῃ καὶ ὁμόφρονι, σὺν ἄλλῳ Νεστορίῳ παράφρονι, ἀνάθεμα (γ΄).
    87        Πέτρῳ Δειλαίῳ τῷ αἱρετικῷ, τῷ καὶ Λυκοπέτρῳ ἐπονομαζομένῳ, Εὐτυχίῳ τε καὶ Σαββελίῳ τοῖς κακόφροσιν, ἀνάθεμα (γ΄).
    88        Ἰακώβῳ Ἀρμενίῳ τῷ Ζανζάλῳ, Διοσκόρῳ πατριάρχῃ Ἀλεξανδρείας, καὶ Σεβήρῳ τῷ δυσσεβεῖ, ἅμα Σεργίῳ, Παύλῳ, καὶ Πύρρῳ τοῖς ὁμόφροσι, σὺν Σεργίῳ μαθητῇ τοῦ Λυκοπέτρου, ἀνάθεμα (γ΄).
    89        Ὅλοις τοῖς Εὐτυχιανισταῖς καὶ Μονοθελήταις καὶ Ἰακωβίταις καὶ Ἀρτζιβουρίταις καὶ ἁπλῶς πᾶσιν αἱρετικοῖς, ἀνάθεμα (γ΄).
 128        Τούτων τοῖς ὑπὲρ τῆς εὐσεβείας μέχρι θανάτου ἄθλοις τε καὶ ἀγωνίσμασι καὶ διδασκαλίαις παιδαγωγεῖσθαί τε καὶ κρατύνεσθαι Θεὸν ἐκλιπαροῦντες καὶ μιμητὰς τῆς ἐνθέου αὐτῶν πολιτείας μέχρι τέλους ἀναδείκνυσθαι ἐκδυσωποῦντες, ἀξιωθείημεν τῶν ἐξαιτουμένων, οἰκτιρμοῖς καὶ χάριτι τοῦ μεγάλου καὶ πρώτου ἀρχιερέως Χριστοῦ τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ ἡμῶν, πρεσβείαις τῆς ὑπερενδόξου δεσποίνης ἡμῶν θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, τῶν θεοειδῶν ἀγγέλων καὶ πάντων ἁγίων.  ἀμήν.


Η ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ
Διά τούς προσερχομένους ἐκ Σχίσματος ἤ Αἱρέσεως ἤ τούς ἔχοντας ἀπωλέσει τήν Ὀρθόδοξον Ὁμολογίαν των ΠΙΣΤΕΥΩ, ΠΡΟΣΚΥΝΩ καί ΛΑΤΡΕΥΩ ΕΝΑ ΘΕΟΝ ΤΡΙΣΥΠΟΣΤΑΤΟΝ, ΠΑΤΕΡΑ, ΥΙΟΝ καί ΑΓΙΟΝ ΠΝΕΥΜΑ, ΤΡΙΑΔΑ Ὁμοούσιον, Ἀδιαίρετον καί Ἀχώριστον.
ΣΥΝΟΜΟΛΟΓΩ μετά πάντων τῶν Ἁγίων ὅτι πιστεύω καί φρονῶ βεβαίως καί ἀναμφιβόλως εἰς ὅ,τι φρονεῖ καί πιστεύει ἡ ΜΙΑ, ΑΓΙΑ, ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥ τοῦ ΘΕΟΥ, καί ὅ,τι Καταδικάζει καί Ἀναθεματίζει ἡ ΕΚ ΚΛΗ ΣΙΑ τοῦ ΘΕΟΥ καί ἐγώ ὡσαύτως.
Ἡμεῖς τηροῦμεν καί κρατοῦμεν τά ΟΡΘΟΔΟΞΑ καί ΘΕΟΠΝΕΥΣΤΑ ΔΟΓΜΑΤΑ καί τάς ΙΕΡΑΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ τῆς ΜΙΑΣ, ΑΓΙΑΣ, ΚΑΘΟ ΛΙΚΗΣ, ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ καί ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.
Τούς δέ Νεωτερίζοντας Καινοτόμους Νεοημερολογίτας -Οἰκουμενιστάς, Φλωριναίους - Σεραφειμικούς, τούς συγχρόνους Νεοεικονομάχους, τούς Θεομάχους, Ἐκκλησιομάχους, Τριαδομάχους, Χριστομάχους, τούς Παπικούς, Προτεστάντας, Μονοφυσίτας, Νεστοριανούς, τούς Μασσώνους καί λάτρας τοῦ Σατανᾶ, τούς Ἀθέους, πᾶσαν ΑΙΡΕΣΙΝ καί τήν ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΝ ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΤΙΚΗΝ ΠΑΝΑΙΡΕΣΙΝ ΚΑΙ ΠΑΝΘΡΗΣΚΕΙΑΝ ΤΟΥ ΑΘΕΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ, Ἀναθεματίζομεν.
ΑΝΑΘΕΜΑ, ΑΝΑΘΕΜΑ, ΑΝΑΘΕΜΑ.
 «Ὅλοις τοῖς Αἱρετικοῖς, ΑΝΑΘΕΜΑ» (Ζ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος).
«Ἡμεῖς τῇ ἀρχαίᾳ Νομοθεσίᾳ τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας ἐπακολουθοῦμεν, ἡμεῖς τοὺς θεσμοὺς τῶν Πατέρων φυλάττομεν, ἡμεῖς τοὺς προσθέττοντάς τι ἢ ἀφαιροῦντας ἐκ τῆς Ἐκκλησίας ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΖΟΜΕΝ» (Ζ´ Οἰκ. Σύνοδος). (1)
«Ἅπαντα τά παρά τήν Ἐκκλησιαστικήν Παράδοσιν, καί τήν Διδασκαλίαν καί ὑποτύπωσιν τῶν Ἁγίων καί Ἀοιδίμων Πατέρων καινοτομηθέντα, ἢ πραχθέντα ἤ μετά τοῦτο πραχθησόμενα, ΑΝΑΘΕΜΑ» (Ζ´ Οἰκ. Σύνοδος). (2)
 «Εἴ τις πᾶσαν Παράδοσιν Ἐκκλησιαστικήν ἔγγραφον, ἤ ἄγραφον ἀθετεῖ, Ἀνάθεμα ἔστω» ΑΝΑΘΕΜΑ, ΑΝΑΘΕΜΑ, ΑΝΑΘΕΜΑ (Ζ´ Οἰκ. Σύνοδος). (3)
ΥΠΟΣΧΟΜΑΙ εἰς τήν ΠΑΝΑΓΙΑΝ, ΟΜΟΟΥΣΙΟΝ ΚΑΙ ΑΔΙΑΙΡΕΤΟΝ ΤΡΙΑΔΑ, τόν ΕΝΑ ΤΡΙΣΥΠΟΣΤΑΤΟΝ ΘΕΟΝ, ὅτι θά διακρατήσω Ἀπαραχάρακτον, Ἀνόθευτον καί Ἀναλλοίωτον τήν Ἱεράν ταύτην Ὀρθόδοξον Ὁμολογίαν Πίστεως τῶν Ἁγίων Θεοφόρων Πατέρων καί Θεοπνεύστων Ἀποστόλων, ἕως ἐσχάτης μου ἀναπνοῆς, μέ τήν χάριν τοῦ ΠΑΝΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΣ, πρεσβείαις τῆς Πανυπερευλογημένης Ἐνδόξου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί Ἀειπαρθένου Μαρίας, τῶν Ἐπουρανίων Δυνάμεων Ἀσωμάτων, τοῦ Τιμίου Ἐν δόξου Προφήτου Προδρόμου καί Βα πτιστοῦ Ἰωάννου, καί πάν των τῶν Ἁγίων. ΑΜΗΝ.
 (1,3) Ἁγία Ζ´ Οἰκουμ. Σύνοδος Πράξ. Η´, (Πρακτικά Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τ. Γ´. στήλη 383 καί στήλη  879, ἔκδοσις Καλύβης Τιμίου Προδρόμου, Σκήτη Ἁγίας Ἄννης, Ἅγιον Ὄρος, 1986).
(2) Ὅρος τῆς Ἁγίας Ζ´ Οἰκουμ. Συνόδου «Τριώδιον», Συνοδικόν Κυριακῆς Ὀρθοδοξίας, (Πρακτικά Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τ. Γ´. στήλη 406, ἔνθα ἀνωτέρω).

 Η  ΕΚΚΛΗΣΙΑ  ΤΟΥ  ΑΓΙΟΥ  ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ  ΘΕΟΥ
                «Τῆς ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ τῆς ΠΡΩΤΗΣ τῆς ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ  τῆς ΠΡΟ ἡλίου καὶ σελήνης ἐκτισμένης... τὴν ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ οὐ νῦν εἶναι ἀλλ᾽ΑΝΩΘΕΝ, ἦν γὰρ Πνευματικὴ ὡς καὶ ὁ Ἰησοῦς ἡμῶν, ΕΦΑΝΕΡΩΘΗ δὲ ἐπ᾽ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν ἵνα ἡμᾶς σώσῃ, ἡ ΕΚΚΛΗΣΙΑ Πνευματικὴ οὖσα ΕΦΑΝΕΡΩΘΗ τῇ Σαρκὶ τοῦ Ἰησοῦ...»
(Ἅγιος Κλήμης ἐπίσκ. Ρώμης, Β' Κορ. 14, ΒΕΠΕΣ 1, σελ. 45 & ΕΠΕ 3, 358-365).

«Ἡ Ἁγία Καθολικὴ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, καὶ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ὄντως ὠνομασμένος ἀπαρχῆς, καὶ ΣΥΝ Τῼ ΑΔΑΜ καὶ ΠΡΟ ΤΟΥ ΑΔΑΜ, καὶ ΠΡΟ ΠΑΝΤΩΝ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ σὺν ΧΡΙΣΤῼ ΘΕΛΗΜΑΤΙ τοῦ ΠΑΤΡΟΣ καὶ ΥΙΟΥ καὶ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ, καὶ μετὰ πάντων τῶν κατὰ γενεὰν Θεῷ εὐαρεστησάντων πιστευόμενος, καὶ ἐν τῇ Αὐτοῦ παρουσίᾳ ἐν κόσμῳ σαφῶς ΑΠΟΚΑΛΥΦΘΕΙΣ»
(Ἅγιος Ἐπιφάνιος Κύπρου, P.G. 42, 784C-D).

«Εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν. Οὐ γὰρ εἰς ΑΛΛΗΝ μὲν διὰ τῶν Προφητῶν, εἰς ΑΛΛΗΝ δὲ διὰ τῶν Ἀποστόλων ἐλάλησε τὸ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟ ΑΓΙΟΝ»
(Εὐθύμιος Ζυγαβηνός, P.G. 131, 17-20).

Ἡ Ἁγία Πεντηκοστὴ εἶναι μία ἐκ τῶνΔεσποτικῶν ἑορτῶν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἑορταζομένη πεντήκοντα ἡμέρας μετὰ τὸ Πάσχα, ἐξ οὗ καὶ τὸ ὄνομα αὐτῆς. Ἡ Πεντηκοστὴ ἑωρτάζετο καὶ εἰς τὴν Παλαιὰν Διαθήκην ὡς Προσφορὰ Πρωτογεννημάτων (Λευιτ. ΚΓ' 15-21). Εἰς τὴν Καινὴν Διαθήκην ἑορτάζεται ὡς Ἐνδημία, ἔλευσις, τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐν αὐτῇ (Πράξ. Β' 1-4), ὡς ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ κόσμῳ (Ἅγιος Νεκτάριος, Μελέτη περὶ Ἐκκλησίας σελ. 23, Ἀθῆναι, 1987). Καὶ αἱ δύο Ἑορταὶ εἶναι Ἑορταὶ τῆς μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ εἰς δύο διαφορετικὰς χρονικὰς περιόδους.
Κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ περασμένου αἰῶνος καὶ ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν Προτεσταντικῶν καὶ ἄλλων Οἰκουμενιστικῶν Αἱρετικῶν ψευδοδιδασκαλιῶν, ἤρχισε δειλὰ διὰ πρώτην φορὰν νὰ διαδίδεται νὰ γράφεται καὶ νὰ λέγεται ὅτι ἡ Ἁγία Πεντηκοστὴ ἀποτελεῖ τὴν γενέθλιον ἡμέραν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ὅτι ἐν αὐτῇ ἱδρύθη ἡ Ἐκκλησία, ὅτι δηλαδὴ ἡ Ἐκκλησία δὲν ὑπῆρχεν ἐν τῷ κόσμῳ πρὸ τῆς Πεντηκοστῆς.

Ἐκφράσεις αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἔκτοτε ἐχρησιμοποιήθησαν προχείρως καὶ ἀδόλως χωρὶς νὰ προξενήσουνν βλάβην. Ὅταν ὅμως ἀπετέλεσαν δογματικὸν ἰσχυρισμὸν εἰς τὸν ἐκκλησιαστικὸν λόγον, τότε εἶχον ὀλέθρια ἀποτελέσματα.

Ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι ἡἘκκλησία ἀρχίζει νὰ ὑπάρχῃ τὴν Πεντηκοστὴν ἰσοδυναμεῖμὲ τὴν Ἰουδαϊκὴν κατηγορίαν ἐναντίον τῶν πρώτων Χριστιανῶν,ὅτι δῆθεν ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι μία νέα Αἵρεσις καὶ ὄχι ἡ συνέχεια τῆς Ἐκκλησίας τῶν Προφητῶν. Ἡ Ἐπιστήμη τῆς Θεολογίας βεβαίως δὲν τὸν ἀποδέχεται, ἀλλὰ ὁρισμένοι θεολόγοι καθηγηταὶ οἱ ὁποῖοι ἐσπούδασαν εἰς τὴν Δύσιν, ὅπως προεφήτευσεν ὁ Κοσμᾶς ὁ Φλαμιᾶτος († 1851), καὶ εἶναι ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τὸν Οἰκουμενισμὸν τὸν δέχονται αὐθαιρέτως κατὰ τὴν προσωπικήν των γνώμην, χωρὶς ὅμως νὰ τὸν κατοχυρώνουν καὶ νὰ τὸν στηρίζουν Ἁγιογραφικῶς ἢ Ἁγιοπατερικῶς καὶ χωρὶς αὐτὸς νὰ ἀποτελῇ τὴν Δογματικὴν Διδασκαλίαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Εἰς τὴν πραγματικότητα, ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι ἡ Πεντηκοστὴ εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς Ἱδρύσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἡ Γενέθλιος ἡμέρα τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἀρχὴ τῆς ὑπάρξεως τῆς Ἐκκλησίας, ἀποτελεῖ Αἱρετικὴν δοξασίαν ἡ ὁποία:

1) Εἶναι Ἁγιογραφικῶς Ἀμάρτυρος. Δὲν στηρίζεται εἰς οὐδὲν χωρίον τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ δὲν δύναται νὰ ἀποδειχθῇ ἐξ αὐτῆς.
2) Εἶναι Ἁγιοπατερικῶς Ἀμάρτυρος. Δὲν ὑποστηρίζεται ἀπὸ τὴν γνώμην οὐδεμιᾶς Συνόδου καὶ ὑπὸ οὐδενὸς Ἁγίου Πατρὸς τῆς Ἐκκλησίας.
3) Εἶναι Ὑμνολογικῶς Ἀμάρτυρος. Δὲν ἀποτυπώνεται εἰς οὐδὲν τροπάριον, ἀπολυτίκιον, κοντάκιον ἢ στίχον τῆς Ἀκολουθίας τῆς Ἐορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς ἢ οἱασδήποτε ἄλλης ἑορτῆς καθ᾽ ὅλον τὸ ἔτος.
4) Εἶναι Ἐνάντιος εἰς τὴν Θεόπνευστον Ἁγίαν Γραφήν, Ἐνάντιος εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Διδασκαλίαν τῶν Θεοφόρων Ἁγίων Πατέρων, Ἐνάντιος εἰς τὴν πραγματικότητα τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, καὶ Καινοφανὴς πηγὴ πολλῶν Αἱρέσεων.

Παρ᾽ ὅλα αὐτά, αὐτὸς ὁ φιλοϊουδαϊστικός, Αἱρετικός, Οἰκουμενιστικός, Ἐκκλησιομάχος καὶ Θεομάχος ἰσχυρισμός, ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ δὲν ὑπῆρχε πρὸ Χριστοῦ, ὅτι εἶναι νέον ἵδρυμα ἀνύπαρκτον πρὸ τῆς Πεντηκοστῆς, ἀπετέλεσε πηγὴν καὶ αἰτίαν πολλῶν νεο εμφανισθεισῶν Αἱρέσεων, ὅπως θὰ φανῇ κατωτέρω.

Εἰσῆλθε καὶ εἰς τὸν χῶρον τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ. ὁρισμένας φορὰς προχείρως καὶ χωρὶς δογματικὸν χαρακτῆρα. Ὅταν ὅμως λαϊκοὶ καὶ κληρικοὶ σύμβουλοι τοῦ τότε Μεσσηνίας Γρηγορίου τὸν ἀνήγαγον εἰς δόγμα καὶ τὸν ὑπεστήριξαν μετὰ μανίας, προεκλήθη τὸ Σχίσμα τοῦ 2002. Αὐτοὶ μάλιστα ἔφθασαν εἰς ἐξωφρενικὰς διατυπώσεις καὶ ἐκήρυξαν Αἱρέσεις χείρονας τοῦ Παπισμοῦ, ὅπως:

Ἐκήρυξαν ὅτι, ἡ Ἐκκλησία δὲν μποροῦσε νὰ ὑπάρχῃ πρὸ Χριστοῦ, διότι τότε δὲν ὑπῆρχε ἀκόμη ἡ Κεφαλή της, ὁ Χριστός. Δι᾽αὐτοὺς ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι προαιώνιος καὶ δὲν ὑπῆρχε πρὶν γεννηθῇ εἰς τὴν Βηθλεέμ. Κατ᾽ αὐτούς: «Εἶναι Οἰκουμενιστικὴ θεωρία ὅτι ἡ Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι Θεϊκὴ καὶ Προαιώνιος».
Ἐκήρυξαν ὅτι, ὅσοι πιστεύουν ὅτι ὑπῆρχεν ἡ Ἐκκλησία πρὸ Χριστοῦ εἶναι ἐκ τοῦ Διαβόλου. Ἐκήρυξαν ὅτι, «Ὁ Χριστὸς μετὰ τὴν Ἀνάστασίν του ἐτέθη Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας». Ἐκήρυξαν ὅτι, ἡ Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι Θεϊκή, ἀλλὰ ὅτι Κεφαλή της εἶναι ἡ ἀνθρωπίνη φύσις τοῦ Χριστοῦ. Ἐκήρυξαν ὅτι, ἡ Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστὸς καὶ ὄχι ἡ Ἁγία Τριάς, λέγοντες χαρακτηριστικῶς ὅτι:

«Εἶναι Αἵρεσις νὰ λέγεται Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας ἡ Ἁγία Τριάς».«Εἶναι Οἰκουμενιστικὴ θεωρία ὅτι ἡ Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τὰ Τρία Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος».«Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι ἡ Ἁγία Τριάς, ἀλλὰ ὁ Χριστός, καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ πιστεύω τῶν Ὀρθοδόξων».«Ἡ Οἰκουμενιστικὴ Ἐκκλησιολογία θέλει Κεφαλὴν τῆς Ἐκκλησίας τὴν Ἁγίαν Τριάδα».«Ἡ Πίστις καὶ ἡ συνείδησίς μας δὲν μᾶς ἐπιτρέπουν νὰ δεχθοῦμε ὅτι Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ Ἁγία Τριάς». Ἐκήρυξαν ὅτι, οἱ Ἄγγελοι δὲν ἀνήκουν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ καὶ δὲν ὑπῆρξαν ποτὲ μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκήρυξαν ὅτι, δύο ἄνθρωποι εἰς τὸν Παράδεισον δὲν εἶναι ποτὲ δυνατὸν νὰ ἦσαν Ἐκκλησία. Ἐκήρυξαν ὅτι, ἡ Θριαμβεύουσα καὶ ἡ Στρατευομένη Ἐκκλησία δὲν ἀποτελοῦν τὸ ἐνιαῖον καὶ ἀδιάσπαστον Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ δὲν ἔχουν Μίαν Κεφαλήν, τὸν Ἕνα Ἀρχιποίμενα Χριστόν.

Παρ᾽ ὅλην τὴν ἐξωφρενικότητα τῶν διατυπώσεων αὐτῶν, ὑπάρχουν ὅπως πάντα ὁρισμένοι ἀφελεῖς οἱ ὁποῖοι τὰς ἀποδέχονται καὶ ἀρνοῦνται τὴν ὕπαρξιν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ ΘΕΟΥ πρὸ τῆς Πεντηκοστῆς. Εἶναι ἀναγκαῖον διὰ τοῦτο νὰ ἐξηγηθῇ μέσα ἀπὸ μαρτυρίας τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ τῆς Ἱερᾶς Ὑμνολογίας ὅτι τὸ γεγονὸς τῆς Πεντηκοστῆς δὲν συν ετελέσθη εἰς ἕνα κόσμον εἰς τὸν ὁποῖον δὲν ὑπῆρχεν ἡ Ἐκκλησία τοῦ ΘΕΟΥ, διὰ νὰ ἀποτελέσῃ τὴν ἀρχὴν τῆς ὑπάρξεως τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ συνετελέσθη ΕΝΤΟΣ τῆς Ἐκκλησίας Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, τῆς ἤδη ὑπαρχούσης ΠΡΟ τῆς Πεντηκοστῆς, ΠΡΟ τῆς κατὰ Σάρκα Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, ἤδη ἀπὸ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ κόσμου.

Διὰ νὰ γίνῃ ὅμως κατανοητὸν τὸ θέμα τῆς σχέσεως Πεντηκοστῆς καὶ Ἐκκλησίας, καλὸν εἶναι νὰ διασαφησθῇ κατ᾽ ἀρχὰς τί σημαίνει κατὰ τοὺς Ἁγίους Πατέρας «ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΘΕΟΥ», «ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥ» καὶ «ΘΕΩΣΙΣ». «ΕΚΚΛΗΣΙΑ» σημαίνει Κοινωνία Προσώπων ·καὶ «ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΘΕΟΥ» σημαίνει Κοινωνία - Σχέσις -Ἕνωσις ΘΕΟΥ μετὰ κτιστῶν λογικῶν ὄντων, Ἀγγέλων καὶ ἀνθρώπων.

Κατὰ δὲ τὸν Ἅγιον Γρηγόριον τὸν Παλαμᾶν, ἡ ΕΚΚΛΗΣΙΑ εἶναι «ΚΟΙΝΩΝΙΑ  ΘΕΩΣΕΩΣ» (Ε.Π.Ε. τόμ. 1, σελ. 330). Ἐπειδὴ Κοινωνία Θεώσεως ἀποτελεῖ τὸ κατὰ Χάριν Σῶμα τοῦ Χριστοῦ διὰ τοῦτο ἡ αὐτὴ Ἐκκλησία τοῦ ΘΕΟΥ εἶναι καὶ λέγεται «ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥ», τοῦ Προαιωνίου καὶ Ἀνάρχου Μονογενοῦς Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Περὶ Αὐτῆς λαλῶν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει ὅτι ἐδίωξε τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ (Α' Κορ. ΙΕ' 9).

ΘΕΩΣΙΣ εἶναι ἡ ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπὶ τῶν πιστῶν λογικῶν κτισμάτων, Ἀγγέλων καὶ ἀνθρώπων, ἡ ὁποία καθιστᾶ αὐτοὺς κατὰ Χάριν Θεούς, χωρὶς νὰ ἀλλάζῃ τὴν φύσιν των καὶ χωρὶς αὐτοὶ νὰ μετέχουν τῆς ἀμεθέκτου φύσεως τοῦ Θεοῦ. Ὅπως ὁ σίδηρος πυρακτούμενος μετέχει τῶν ἰδιοτήτων τοῦ πυρὸς χωρὶς νὰ μεταβάλεται ἡ φύσις του, οὕτω καὶ ὁ ἄνθρωπος θεοῦται κατὰ μέθεξιν, κατ᾽ Ἐνέργειαν Θεοῦ, κατὰ Χάριν, χωρὶς νὰ γίνεται κατὰ φύσιν Θεός. Ὅπως λέγει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἐπικαλούμενος τὸν Ἅγιον Μάξιμον τὸν Ὁμολογητήν, ἡ Θεία Χάρις καὶ Ἐνέργεια εἶναι ἀγένητος, ἄκτιστος, ἀπερίγραπτος, ὑπέρχρονος, «ὥστε οἱ ἀποκτήσαντες αὐτὴν νὰ καθίστανται ἐξ αἰτίας της Ἄκτιστοι, Ἄναρχοι καὶ Ἀπερίγραπτοι, μολονότι κατὰ τὴν φύσιν των ἔγιναν ἐξ οὐκ ὄντων» (Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, Περὶ τῶν Ἱερῶς Ἡσυχαζόν των,Λόγος 3, 1, ἑρμηνεία, Ε.Π.Ε. τόμ. 2, σελ. 625·ἐπίσης P.G.91, 1137).

Οὕτω πληροῦται ὁ λόγος τοῦ Δημιουργοῦ: «Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ ̓ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ ̓ ὁμοίωσιν...» (Γεν. Α' 26). Δηλαδή διὰ τῆς θεώσεως ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος εἶναι πλασμένος κατ ̓ εἰκόνα Θεοῦ φθάνει εἰς τὸ καθ ̓ ὁμοίωσιν, τὸν τελικὸν σκοπὸν τῆς ὑπάρξεώς του. Ὁ σκοπὸς διὰ τὸν ὁποῖον ὁ Θεὸς ἔπλασε καὶ ἐδημιούργησε τὸν ἄνθρωπον εἶναι νὰ τὸν ΕΝΩΣῌ μαζύ Του διὰ τῆς Ἀκτίστου Θείας Χάριτος, νὰ τὸν ΣΩΣῌ, νὰ τὸν ΘΕΩΣῌ, νὰ τὸν κάνῃ Θεὸν κατὰ Χάριν.
Ἡ κατὰ Χάριν Ἕνωσις τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ μετὰ τῶν λογικῶν κτισμάτων εἶναι καὶ λέγεται ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΘΕΟΥ. Ἐκκλησιαστὴς εἶναι αὐτὸς ὁ ΘΕΟΣ, ἡ Ἁγία Τριάς. Ὁ Θεὸς Ἐκκλησιάζει. Ὁ Θεὸς Καλεῖ. Ὁ Θεὸς Ἑνώνει. Ὁ Θεὸς Χαριτώνει. Ὁ Θεὸς Σώζει. Ὁ Θεὸς Ἁγιάζει. Ὁ Θεὸς Θεώνει. Τοῦτο τὸ ἔργον τῆς Ἐκκλησίας συντελεῖται ἀπ ̓ ἀρχῆς, ἀπὸ καταβολῆς κόσμου, διὰ τῆς Ἐνεργείας τῆς ΤΑΥΤΟΥΡΓΟΥΣΗΣ Ἁγίας Τριάδος.
Ἡ ΠΡΟ Χριστοῦ ὕπαρξις τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Ἁγιαστικῆς Ἐπενεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μαρτυρεῖται Ἁγιογραφικῶς καὶ εἰς τὴν Παλαιὰν καὶ εἰς τὴν Καινὴν Διαθήκην.
Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη δὲν προϋπάρχει τῆς Ἐκκλησίας· ἡ Ἐκκλησία ΠΡΟΫΠΑΡΧΕΙ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη εἶναι ἔργον τῆς Ἐκκλησίας καὶ μαρτυρεῖ περὶ Αὐτῆς. Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη συνεγράφη κατ ̓ ἔμπνευσιν τοῦ ΠΑΝΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ὑπὸ Θεοφόρων καὶ Θεοπνεύστων Ἁγίων Προφητῶν μελῶν τῆς ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ. Ἡ Ἐκκλησία ΠΡΟΫΠΑΡΧΕΙ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ εἶναι ὁ ΣΥΓΓΡΑΦΕΥΣ αὐτῆς. Ἡ Ἐκκλησία διὰ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης μαρτυρεῖ καὶ ἀποδεικνύει τὴν προΰπαρξίν της. Καὶ μόνον τὸ γεγονὸς ὅτι ὑπάρχει ἡ ΘΕΟΠΝΕΥΣΤΟΣ Παλαιὰ Διαθήκη ἀποδεικνύει ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὑπάρχει ΠΡΟ τῆς Πεντηκοστῆς, ὑπάρχει ΠΡΟ Χριστοῦ.
Ὑπάρχουν βεβαίως εἰς τὴν Παλαιὰν Διαθήκην καὶ συγκεκριμέναι ἀναφοραὶ περὶ Ἐκκλησίας, καὶ ἡ λέξις «Ἐκκλησία» ἀναφέρεται 96 φοράς. Ἀναφέρεται ἡ Παλαιὰ Διαθήκη, ὄχι εἰς μέλλουσαν νὰ ἔλθῃ, ἀλλὰ εἰς τὴν ὑπάρχουσαν Ἐκκλησίαν, ὡς ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ ΘΕΟΥ, ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ ΚΥΡΙΟΥ, ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ ΥΨΙΣΤΟΥ, ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ ΑΓΙΩΝ, ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ ΟΣΙΩΝ.
Οἱ Ἅγιοι Ἄγγελοι, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦν τὸν Θεόν, εἶναι μέλη τῆς ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, κατὰ τὸν μέγαν Ἐκκλησιολόγον Ἀπόστολον Παῦλον: «Ἀλλὰ προσεληλύθατε Σιὼν ὄρει καὶ πόλει ΘΕΟΥ Ζῶντος, ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ ΕΠΟΥΡΑΝΙῼ, καὶ μυριάσιν ΑΓΓΕΛΩΝ, πανηγύρει καὶ ΕΚΚΛΗΣΙᾼ πρωτοτόκων ἐν οὐρανοῖς...» (Ἑβρ. ΙΒ' 22-23). Αὐτὴ ἡ «Ἐκκλησία Πρωτοτόκων ἐν Οὐρανοῖς» ὑπάρχει ἀπὸ τότε ὅπου ἐδημιουργήθησαν οἱ Ἅγιοι Ἄγγελοι, ΠΡΟ τῆς πλάσεως τῶν ἀνθρώπων, καὶ ὀνομάζεται: «Σιών», «Πόλις Θεοῦ», «Ἱερουσαλὴμ Ἐπουράνιος», «Σκηνὴ Ἀχειροποίητος ἧς Τεχνίτης καὶ Δημιουργὸς ὁ Θεός» (Ἑβρ. ΙΑ' 10).
Ὁ ἰσχυρισμὸς λοιπὸν τῶν Ἐκκλησιομάχων ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν ὑπῆρχε πρὸ τῆς Πεντηκοστῆς δὲν εἶναι μόνον ἀμάρτυρος Ἁγιογραφικῶς, ἀλλὰ εἶναι καὶ ΑΝΤΙΑΓΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ καὶ ἐνάντιος πρὸς αὐτὴν τὴν ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ τοῦ ΘΕΟΥ, εἶναι ΑΝΤΙΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΣ, ΕΙΝΑΙ ΑΙΡΕΤΙΚΟΣ.
Ἐπὶ πλέον, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ τιμᾶ καὶ ἑορτάζει Ἁγίους τεθεωμένους κατὰ τὴν πρὸ Χριστοῦ περίοδον, ἤτοι ἀναγνωρίζει ΘΕΩΣΙΝ πρὸ τῆς κατὰ Σάρκα Γεννήσεως τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὅταν ὑπάρχῃ Θέωσις ὑπάρχει ἡ Ἐκκλησία ἡ ὁποία θεώνει κὰ σώζει. Χαρακτηριστικαὶ εἶναι αἱ περιπτώσεις τοῦ Προφήτου Ἠλιοῦ καὶ τοῦ Δικαίου Ἐνώχ, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀπέθανον, ἀλλὰ μετετέθησαν τοῦ μὴ ἰδεῖν θάνατον ( Ἑβρ. ΙΑ' 5), διότι εὐηρέστησαν τὸν Θεόν.
Ὁ ἰσχυρισμὸς τῶν Αἱρετικῶν Ἐκκλησιομάχων ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν ὑπῆρχε πρὸ τῆς Πεντηκοστῆς εἶναι ἐνάντιος καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν Θεόν, εἶναι ΑΝΤΙΘΕΟΣ. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, μᾶς βεβαιώνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὑπῆρχεν ἤδη πρὸ τῆς κατὰ Σάρκα Γεννήσεώς Του καὶ ὅτι οἱ Ἐθνικοί, οἱ Εἰδωλολάτραι, ἦσαν ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας. Λέγει γάρ: «Ἐὰν δὲ παρακούσῃ αὐτῶν, εἰπὲ τῇ ΕΚΚΛΗΣΙᾼ· ἐὰν δὲ καὶ τῆς ΕΚ- ΚΛΗΣΙΑΣ παρακούσῃ, ἔστω σοι ὥσπερ ὁ Ἐθνικὸς καὶ ὁ Τελώνης» (Ματθ. ΙΗ' 17).
Ὁ ἴδιος λοιπὸν ὁ Θεός ἀπέδειξεν ὅτι ἡ Ἐκκλησία Του ὑπῆρχε ΠΡΟ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ, καθότι τὴν περίοδον ἐκείνην ἡγίασε πολλοὺς ἀνθρώπους, ἀκόμη καὶ πρὶν γεννηθοῦν. Γέγραπται γὰρ ὅτι ὁ Θεὸς ἐνέπλησεν, ἐγέμισε δηλαδή, αὐτοὺς Πνεύματος Ἁγίου ἔτι ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτῶν. Ὁ Ἁγιασμὸς βεβαίως δὲν συντελεῖται ἐκτὸς Ἐκκλησίας. Οἱ ἁγιαζόμενοι εἶναι ἐνταγμένοι εἰς τὸ Ἅγιον Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἕνα μὲ τὸν Ἁγιάζοντα Θεόν, κατὰ τό, «ὅ τε γὰρ Ἁγιάζων καὶ οἱ ἁγιαζόμενοι ἐξ ἑνὸς πάντες» ( Ἑβρ. Β' 11).
Πολλὰ εἶναι τὰ παραδείγματα Ἁγίων πρὸ τῆς Πεντηκοστῆς. Ἀρκέσωσιν ὀλίγα: Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, περὶ οὗ ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριὴλ εἶπε: «...καὶ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΑΓΙΟΥ πλησθήσεται ἔτι ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ...» (Λουκ. A' 15). Πνεύματος Ἁγίου ἐπλήσθη ἐπίσης ἡ μήτηρ τοῦ Προδρόμου Ἐλισάβετ: «...καὶ ἐπλήσθη ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΑΓΙΟΥ ἡ Ἐλισάβετ...» (Λουκ. A' 41). Ἐπίσης καὶ ὁ πατὴρ τοῦ Προδρόμου Ζαχαρίας: «...καὶ Ζαχαρίας ὁ πατὴρ αὐτοῦ ἐπλήσθη ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΑΓΙΟΥ...» (Λουκ. A' 67). Ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριὴλ εὐηγγελίσατο τὴν Παρθένον Μαρίαν λέγων: «ΠΝΕΥΜΑ ΑΓΙΟΝ ἐπελεύσε- ται ἐπὶ σὲ καὶ Δύναμις Ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι...» (Λουκ. A' 35).
Ὁ Προφήτης Ἱερεμίας ἡγιάσθη ἔτι ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ: «...πρὸ τοῦ σε ἐξελθεῖν ἐκ μήτρας ἡγίακά σε, Προφήτην εἰς ἔθνη τέθεικά σε.» ( Ἱερ. A' 5). Δὲν ἦτο ἐκτὸς Ἐκκλησίας ὁ ἡγιασμένος ἐκ κοιλίας Προφήτης. Οὔτε ὁ Προφήτης τοῦ Θεοῦ Σαμουήλ, ὁ παρὰ Κυρίου Σαβαὼθ υἱὸς αἰτήσεως, ἦτο ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας: «Καὶ ἐπιστεύθη Σαμουὴλ τοῦ Προφήτης γενέσθαι τῷ ΚΥΡΙῼ εἰς πάντα Ἰσραὴλ ἀπ ̓ ἄκρων τῆς γῆς καὶ ἕως ἄκρων.» (A' Βασ. Γ' 21). Ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ ἦτο καὶ ὁ Κριτὴς Γεδεών: «Καὶ ΠΝΕΥΜΑ ΚΥΡΙΟΥ ἐνε- δυνάμωσε τὸν Γεδεών...» (Κριτ. ΣΤ' 34). Παρομοίως ὅλοι οἱ Κριταὶ καὶ οἱ Βα- σιλεῖς ἀργότερον ἀνεδικνύοντο ὑπὸ τοῦ Θεοῦ.
Δὲν ἦτο ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας ὁ Ἱερεὺς Μελχισεδέκ, ὁ τύπος Χριστοῦ, κατὰ τὸν ὅρκον τοῦ Θεοῦ Πατρός: «Ἐκ γαστρὸς πρὸ ἑωσφόρου ἐγέννησά σε. Ὥμοσε Κύριος καὶ οὐ μεταμεληθήσεται· σὺ Ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ» (Ψαλμ. ΡΘ' 3-4). Ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας ἦτο καὶ ἡ Ἱερωσύνη καὶ ἡ Ἱερατικὴ τάξις τοῦ Ἰσραήλ.
Ὑπῆρχεν Ἱερωσύνη εἰς τὴν Παλαιὰν Διαθήκην καὶ ἡ Ἱερωσύνη ΔΕΝ ἐλειτούργει ΕΚΤΟΣ Ἐκκλησίας. Ἡ Ἱερωσύνη τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ΕΝΤΟΣ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ ἐτέλει καὶ ἡγίαζε τὰ νενομοθετημένα Ἱερὰ Μυστήρια. Καὶ ἡ Ἐκκλησία ὑπῆρχεν εἰς τὴν Παλαιὰν Διαθήκην καὶ τὸ Πανάγιον Πνεῦμα ἐπεφοίτα εἰς τὴν Παλαιὰν Διαθήκην.
Παρόμοιον μὲ τὸ γεγονὸς τῆς Ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἰς τοὺς Δώδεκα Ἀποστόλους, κατὰ τὴν Πεντηκοστὴν εἰς τὴν Καινὴν Διαθήκην, μαρτυρεῖται καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἰς τοὺς Ἑβδομήκοντα Πρεσβυτέρους οἱ ὁποῖοι ἀνεδείχθησαν βοηθοί τοῦ Μωϋσέως εἰς τὴν Παλαιὰν Διαθήκην: «Καὶ κατέβη ΚΥΡΙΟΣ ἐν νεφέλῃ καὶ ἐλάλησε πρὸς αὐτόν· καὶ παρείλατο ἀπὸ τοῦ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ τοῦ ἐπ ̓ αὐτῷ καὶ ἐπέθηκεν ἐπὶ τοὺς ἑβδομήκοντα ἄνδρας τοὺς πρεσβυτέρους· ὡς δὲ ἐπανεπαύσατο ΠΝΕΥΜΑ ἐπ ̓ αὐτούς, καὶ ἐπροφήτευσαν καὶ οὐκ ἔτι προσέθεντο» (Ἀριθ. ΙΑ' 25). Συνετελέσθη καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν μία «Πεντηκοστή», μία ἐπι- φοίτησις, μία ἐνδημία, μία ἐπιδημία, μία ἔλευσις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Παρομοία παρουσία καὶ ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μαρτυρεῖται εἰς τὰ Ἐγκαίνια τῆς Σκηνῆς Μαρτυρίου τὴν ὁποίαν ἐκάλυψεν ἡ ΝΕΦΕΛΗ καὶ ἐνέ- πλησεν ἡ ΔΟΞΑ ΚΥΡΙΟΥ κατὰ τὴν ἡμέραν καὶ τὸ ΠΥΡ κατὰ τὴν νύκτα (Ἔξ. Μ' 28, 32). Παρὼν καὶ ἐνεργῶν ὁ Κύριος εἰς τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων καὶ εἰς τὸ Ἱλαστήριον τῆς Σκηνῆς τοῦ Μαρτυρίου ὅπου ἀπαγορεύει τὸν Ἀαρὼν νὰ εἰσέρ- χεται πᾶσαν ὥραν ἵνα μὴ ἀποθάνῃ (Λευιτ. ΙΣΤ' 2). Καὶ εἰς τὰ Ἐγκαίνια τοῦ Ναοῦ τοῦ Σολομῶντος, ὁ ὁποῖος ἦτο Οἶκος Κυρίου, ΠΥΡ ΚΑΤΕΒΗ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ΔΟΞΑ ΚΥΡΙΟΥ ἔπλησε τὸν ΟΙΚΟΝ (Β' Παραλ. Ζ' 1-3).
Ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μαρτυρεῖται καὶ εἰς τὴν Θυσίαν τοῦ Προ- φήτου Ἠλιοῦ, τὸν ὁποῖον ἐπήκουσεν ὁ ΚΥΡΙΟΣ ἐν ΠΥΡΙ καὶ ἔπεσε ΠΥΡ παρὰ ΚΥΡΙΟΥ ἐκ τοῦ Οὐρανοῦ καὶ κατέφαγε τὰ ὁλοκαυτώματα καὶ τὰς σχίδακας καὶ τὸ ὕδωρ τὸ ΠΥΡ (Γ' Βασ. ΙΗ' 36-38).
Βεβαίως κάθε Ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δὲν εἶναι μόνον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος Ἐνέργεια, ἀλλὰ ΤΑΥΤΟΥΡΓΙΑ τῶν τριῶν Θεαρχικῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, τῆς ὁποίας Μία εἶναι καὶ ἡ Φύσις καὶ ἡ Θέλησις καὶ ἡ Ἐνέργεια.
Αἱ Ἀναστάσεις νεκρῶν εἰς τὴν Παλαιὰν Διαθήκην δὲν ἔγιναν ἐκτὸς Ἐκκλησίας οὔτε ὑπὸ ἀνθρώπων εὑρισκομένων ἐκτὸς Ἐκκλησίας. Ἀνέστησεν τὸν υἱὸν τῆς χήρας εἰς Σαρεπτὰ ὁ Προφήτης Ἠλίας (Γ' Βασ. ΙΖ' 17-24), καὶ τὸν υἱὸν τῆς Σωμανίτιδος ὁ Προφήτης Ἐλισαῖος (Δ' Βασ. Δ' 17-37). Πλέον θαυμαστὴ εἶναι ἡ τρίτη ἀνάστασις νεκροῦ, ἡ γενομένη ὑπὸ τῶν ὀστέων τοῦ ἤδη θανόντος Προ- φήτου Ἐλισαίου ὅταν ἔθαπτον κάποιον νεκρὸν εἰς τὸν τάφον του: «...καὶ ἔρριψαν τὸν ἄνδρα ἐν τῷ τάφῳ Ἐλισαιέ, καὶ ἐπορεύθη καὶ ἥψατο τῶν ὀστέων Ἐλισαιὲ καὶ ἔζησε καὶ ἀνέστη ἐπὶ τοὺς πόδας αὐτοῦ» (Δ' Βασιλέων ΙΓ' 20-21). Λογικῶς καὶ ἐκκλησιολογικῶς εἶναι ἀδιανόητον ἡ ψυχὴ ἑνὸς θανόντος Ἁγίου Προφήτου νὰ εὑρίσκετο εἰς τὴν Κόλασιν. Πολὺ πιὸ ἀδιανόητον εἶναι νὰ εὑρίσκετο ἡ ψυχή του εἰς τὴν Κόλασιν, ὅπως κηρύττουν οἱ Ἐκκλησιομάχοι, καὶ τὰ ὀστᾶ του νὰ ἦσαν ἡγιασμένα μὲ τὴν Χάριν τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἀνέστησαν νεκρόν.
«Πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως» (Ἑβρ. Α' 1) ἐνεργεῖ ὁ Θεὸς εἰς τὴν Παλαιὰν Δια- θήκην καὶ ὁμιλεῖ ἀνθρωπίνως καὶ ἐμφανίζεται δι ̓ ὁραμάτων. Ὁ Θεὸς ἐνδύει τοὺς Πρωτοπλάστους ἐν τῇ Ἐδέμ, εὐλογεῖ τὴν θυσίαν τοῦ Ἄβελ, θεώνει τὸν Ἐνώχ, σώζει τὸν Νῶε, ἁγιάζει τὸν Ἰώβ, εὐλογεῖ τὸν Τωβίτ, δικαιώνει τὸν Ἀβραάμ, λυ- τρώνει τὸν Ἰσαάκ, ἱεροῖ τὸν Μελχισεδέκ, ὀνομάζει Ἰσραὴλ τὸν Ἰακώβ, καθιστᾶ Θεόπτην καὶ Προφήτην τὸν Μωϋσῆν, ἀναδεικνύει τὸν Ἀαρὼν Ἀρχιερέα, διαιρεῖ τὴν Ἐρυθρὰν Θάλασσαν καὶ σώζει τὸν Ἰσραὴλ διὰ μέσου αὐτῆς, ὁδηγεῖ ὑπὸ νε- φέλην τὸν λαὸν Αὐτοῦ ἐν τῇ ἐρήμῳ, ὑψώνει διάδοχον τοῦ Μωϋσέως τὸν Ἰησοῦν τοῦ Ναυῆ, καθαιρεῖ τὰ τείχη τῆς Ἱεριχοῦς, ἐνισχύει τοὺς Κριτάς, χρίει τοὺς Βασι- λεῖς, Θεοπάτορα ἀναδεικνύει τὸν Προφητάνακτα Δαυίδ, φωτίζει καὶ καθιστᾶ Θεοπνεύστους τοὺς Προφήτας, Μικροὺς (Ὡσηέ, Ἀμώς, Μιχαίαν, Ἰωήλ, Ὀβδιοῦ, Ἰωνᾶ, Ναούμ, Ἀμβακούμ, Σοφονίαν, Ἀγγαῖον, Ζαχαρίαν, Μαλαχίαν, Βαρούχ) καὶ Μεγάλους ( Ἡσαΐαν, Ἱερεμίαν, Ἰεζεκιήλ, Δανιήλ ἄνδρα ἐπιθυμιῶν τῶν τοῦ Πνεύ- ματος), ἀνιστᾶ τοὺς νεκρούς, ἐνδυναμώνει τοὺς ἐν ἀσθενείᾳ, ἐπιβιβάζει ὡς εἰς οὐρανοὺς τὸν διφρηλάτην Ἠλίαν, διπλᾶ δίδει τὰ χαρίσματα εἰς τὸν Ἐλισαῖον, ἁγιά- ζει εὐσεβεῖς ἐκ κοιλίας μητρός, φυλάσσει ψυχὰς Δικαίων εἰς χεῖρας Αὐτοῦ Δι- καίων δὲ ψυχαὶ ἐν χειρὶ Θεοῦ, καὶ οὐ μὴ ἅψηται αὐτῶν βάσανος» (Σοφ. Σολ. Γ' 1), ἑτοιμάζει ἀπὸ καταβολῆς κόσμου Βασιλείαν διὰ τοὺς ὑπ ̓ Αὐτοῦ εὐλογημένους..... καὶ ἐπιλήψει ἡμᾶς ὁ χρόνος διηγουμένους περὶ τῶν Θαυμάτων καὶ περὶ τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πρὸ Χριστοῦ εἰς τὴν Παλαιὰν Διαθήκην.
Ἡ διάχυτος παρουσία καὶ ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἰς τὴν Παλαιὰν Διαθήκην μαρτυρεῖ καὶ βεβαιώνει ἀναντιρρήτως τὴν ἐκεῖ ὕπαρξιν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ. Κατὰ τὸν Ἅγιον Ἰωάννην τὸν Χρυσόστομον, ὅπου παρευρί- σκεται τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐκεῖ ὑπάρχει ἡ Ἐκκλησία, καὶ τἀνάπαλιν: «Εἰ μὴ ΠΝΕΥΜΑ παρῆν, οὐκ ἂν συνέστη ἡ ΕΚΚΛΗΣΙΑ. Εἰ δὲ συνίσταται ἡ ΕΚΚΛΗ- ΣΙΑ, εὔδηλον ὅτι ΠΝΕΥΜΑ πάρεστι» (P.G. 50, 459).
ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ: Ὀλόκληρον τὸ Ἀπολυτρωτικὸν ἔργον τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ--ὁ Εὐαγγελισμός, ἡ Γέννησις, ἡ Ὑπαπαντή, ἡ Βάπτισις, τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, αἱ θαυματουργίαι τοῦ Κυρίου, ἡ Μεταμόρφωσις, ὁ Μυστικὸς Δεῖπνος, ἡ Σταύρωσις, ἡ Θεόσωμος Ταφή, ἡ Τριήμερος Ἀνάστασις, αἱ ἐμφανίσεις τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ, ἡ Ἀνάληψις--ΕΝΤΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΥΝΕΤΕΛΕΣΘΗ, ΚΑΙ ΟΧΙ ΕΚΤΟΣ ἐπειδὴ αὐτὰ πάντα ἐγένοντο πρὸ τῆς Πεντηκοστῆς.
Ὑπῆρχεν ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ πρὸ τῆς Πεντηκοστῆς, καὶ πρὸ Χριστοῦ· καὶ Ἅγιοι ὑπῆρχον, καὶ τεθεωμένοι ὑπῆρχον, καὶ ἡ Παλαιὰ Διαθήκη Θεόπνευστος ἦτο. Κατὰ τὸν Ἀπόστολον Παῦλον, «Πᾶσα Γραφὴ ΘΕΟΠΝΕΥΣΤΟΣ» (Β' Τιμ. Γ' 16), καὶ ἐννοεῖ τὴν Παλαιὰν Διαθήκην, διότι ἡ Καινὴ δὲν εἶχεν ἀκόμη γραφῆ. Κατὰ τὸν Ἀπόστολον Πέτρον, «Οὐ γὰρ θελήματι ἀνθρώπου ἠνέχθη ποτὲ Προ- φητεία, ἀλλ ̓ ὑπὸ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΑΓΙΟΥ φερόμενοι ἐλάλησαν ΑΓΙΟΙ ΘΕΟΥ ἄνθρωποι» (Β' Πέτ. Α' 21), καὶ ἐννοεῖ τοὺς Ἁγίους συγγραφεῖς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Οὕτω διδάσκουν οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.
Ὁ Ἅγιος Κλήμης, Ἀποστολικὸς Πατὴρ καὶ Ἐπίσκοπος Ρώμης, διδάσκει νὰ πιστεύωμεν ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὑπάρχει ΠΡΟ τοῦ ἡλίου καὶ τῆς σελήνης, ὅτι εἶναι ΑΝΩΘΕΝ, ὅτι ΕΦΑΝΕΡΩΘΗ ἐπ ̓ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν (ΒΕΠΕΣ 1, σελ. 45 καὶ ΕΠΕ 3, 358-365). Ὁ Ἅγιος Ἐπιφάνιος, ἐπίσκοπος Κωνσταντίας Κύπρου, διδά- σκει ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ὑπάρχει σὺν τῷ Ἀδὰμ καὶ ΠΡΟ ΤΟΥ ΑΔΑΜ καὶ ΠΡΟ ΠΑΝΤΩΝ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ, καὶ μετὰ πάντων τῶν κατὰ γενεὰν εὐα- ρεστησάντων τὸν Θεόν, καὶ ὅτι ΑΠΕΚΑΛΥΦΘΗ ἐν κόσμῳ (P.G. 42, 784C-D).
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος διδάσκει ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ ὑπάρ- χει ΟΥ ΝΥΝ μετὰ τὸ γενέσθαι, ἀλλὰ ΠΡΟ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΚΟΣΜΟΥ (P.G. 53, 36), ὅτι ἡ ΕΚΚΛΗΣΙΑ τοῦ Χριστοῦ ὀνομάζεται ΒΑΣΙΛΕΙΑ (P.G. 49, 227), ὅτι τὴν ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ... ἡ Γραφὴ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑΝ καλεῖ (P.G.52,402),ὅτι δὲνὑπάρχουν χρονικὰ ὅρια εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ἀλλὰ ἐπεκτείνεται πανταχοῦ τῆς οἰκου- μένης, πανταχοῦ τῶν αἰώνων, πανταχοῦ τῶν χρόνων (P.G. 55, 469), ὅτι «οἱ πανταχοῦ τῆς οἰκουμένης πιστοί, καὶ ὄντες καὶ γενόμενοι καὶ ἐσόμενοι.... καὶ οἱ ΠΡΟ τῆς τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ παρουσίας εὐηρεστηκότες, ΕΝ ΣΩΜΑ εἰσί... Ὅτι κἀκεῖνοι τὸν Χριστὸν ᾔδεσαν.... Ὥστε κἀκεῖνοι ΕΝ ΣΩΜΑ» (P.G. 62, 75). Κατὰ τὸν ἴδιον Ἅγιον: «Τόπος Ἀγγέλων, τόπος Ἀρχαγγέλων, ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΘΕΟΥ, αὐτὸς ὁ Οὐρανὸς ἡ Ἐκκλησία» (PG 61, 313 - 315), «Τοῦ οὐρανοῦ ΥΨΗΛΟΤΕΡΑ ἐστί, τῆς γῆς ΠΛΑΤΥΤΕΡΑ ἐστίν· Οὐδέποτε γηρᾶ, ἀεί δέ ἀκμάζει» (PG 52, 427Α). «Ποθεινοτέρα γὰρ ἡ ΕΚΚΛΗΣΙΑ τῷ Θεῷ τοῦ οὐρανοῦ.... Διὰ τὴν ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ ὁ οὐρανός, οὐ διὰ τὸν οὐρανὸν ἡ ΕΚΚΛΗΣΙΑ» (P.G. 52, 429).
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς διδάσκει ὅτι: «Ἔστιν οὖν ἡ Ἁγία τοῦ ΘΕΟΥ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, τὸ σύστημα τῶν ΑΠ’ ΑΙΩΝΟΣ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ, ΠΑΤΡΙΑΡΧΩΝ, ΠΡΟΦΗΤΩΝ, ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ, ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΩΝ, ΜΑΡΤΥΡΩΝ, οἷς προσετέθη πιστεύσαντα ὁμοθυμαδὸν πάντα τὰ ἔθνη» (P.G. 96, 1357Β-C).
Διὰ τοῦτο ἡ Ἐκκλησία διδάσκει νὰ πιστεύωμεν «...εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον τὸ λαλῆσαν διὰ τῶν Προφητῶν» ( Ἱερὸν Σύμβολον τῆς Πίστεως). Δὲν ἐλάλη- σεν εἰς ἄλλην Ἐκκλησίαν διὰ τῶν Προφητῶν καὶ εἰς ἄλλην διὰ τῶν Ἀποστό- λων τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ἀλλὰ εἰς Μίαν καὶ τὴν αὐτήν.
Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ὁ ἐν Αἰγίνῃ διδάσκει ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ ὑπάρχει ἀπὸ καταβολῆς κόσμου, ὅτι «Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ὡς Κεφαλὴ τῆς ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ τῆς ἐν ΕΔΕΜ, ἦν τὸ κέντρον τῆς ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ τῶν ΠΑΤΡΙΑΡΧΩΝ, ἡ ὑπόθεσις τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου...» (Μελέτη Περὶ Ἐκκλησίας, Κεφ. Β', ἑνότης 3), ὅτι « Ἐν τῇ γενικωτέρᾳ Χριστιανικῇ σημασίᾳ, ΕΚΚΛΗΣΙΑ εἶναι ἡ κοινωνία πάντων τῶν λογικῶν καὶ ἐλευθέρων ὄντων, τῶν πιστευόντων εἰς τὸν Σωτῆρα, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ΑΓΓΕΛΩΝ» (Μελέτη Περὶ Ἐκκλησίας, Κεφ. Α' ). Διότι « ΕΚΚΛΗΣΙΑ ἐστὶν ἡ ὁρατὴ ἐπὶ γῆς ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ἡ λα- βοῦσα μὲν ΤΗΝ ΑΡΧΗΝ ΕΝ Τῼ ΠΑΡΑΔΕΙΣῼ...» (Ποιμαντική, σελ. 21).
Αὐταὶ αἱ γνῶμαι τῶν Ἁγίων Πατέρων ἀποτελοῦν ὄχι ἁπλῶς μεμονωμένας ἀπό- ψεις, ἀλλὰ consensus Patrum, ἤτοι Συμφωνίαν Πατέρων, καὶ Διδασκαλίαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν γένει. Ἡ ΙΕΡΑ ΚΑΤΗΧΗΣΙΣ ἡ ἐγκριθεῖσα ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τὸ 1872, διαλαμβάνει περὶ Ἐκκλησίας ὅτι: «Κατὰ γενικωτάτην ἔννοιαν ἡ Ἐκκλησία περιλαμβάνει σύμπασαν τὴν περὶ τοὺς ΑΓΓΕΛΟΥΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ λογικὴν κτίσιν» (σελ. 136-138).
Ὅλαι αἱ Ὀρθόδοξοι Κατηχήσεις μέχρι τὸ 1900 καὶ μέχρι σήμερον, αἱ ἐγκεκρι- μέναι ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας διὰ ἀποφάσεων Πατριαρχικῶν καὶ Τοπικῶν Συνόδων, ΔΕΝ διδάσκουν ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἤρχισε νὰ ὑπάρχῃ τὴν ἡμέραν τῆς Πεντηκοστῆς, ἀλλὰ ὅτι προϋπῆρχε, ὅτι ὑπῆρχεν ἀπὸ τὴν Δημιουργίαν τῶν Ἀγγέλων.
Κατὰ τὴν διδασκαλίαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, παρείχετο Σωτη- ρία καὶ Ζωὴ Αἰώνιος εἰς τοὺς πρὸ Χριστοῦ πιστοὺς ἐργάτας τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ ἀπὸ Ἀδάμ καὶ κατὰ τὴν περίοδον τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης: «Ἐρευνᾶτε τὰς ΓΡΑΦΑΣ, ὅτι ὑμεῖς δοκεῖτε ἐν αὐταῖς ΖΩΗΝ αἰώνιον ἔχειν· καὶ ἐκεῖναί εἰσιν αἱ μαρτυροῦσαι περὶ ἐμοῦ.» (Ἰωάν. Ε' 39). Ἀλλοῦ πάλιν λέγει, «ἔχουσι Μωϋσέα καὶ τοὺς Προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν.» (Λουκ. ΙΣΤ' 29). Ἀλλοῦ λέγει, «οὐκ ἦλθον καλέσαι δικαίους, ἀλλὰ ἁμαρτωλούς εἰς μετάνοιαν.» (Μάρκ. Β' 17). Καὶ ἀλλοῦ, ἐρωτόμενος ὑπό τινος Νομικοῦ ὁ Κύριος, «Διδάσκαλε, τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω; ...εἶπε πρὸς αὐτόν· Ἐν τῷ ΝΟΜῼ τί γέγραπται; Πῶς ἀνα- γινώσκεις; ....Τοῦτο ποίει καὶ ζήσῃ.» (Λουκ. Ι' 25-28).
Βρίθουν αἱ Ἁγιογραφικαὶ καὶ Ἁγιοπατερικαὶ μαρτυρίαι ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὑπῆρχε πρὸ τῆς Πεντηκοστῆς καὶ πρὸ Χριστοῦ. Ἡ Πίστις ὅτι ὑπῆρχεν ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ πρὸ Χριστοῦ ΔΕΝ εἶναι ἐκ τοῦ Διαβόλου, ὅπως διακηρύσσουν οἱ νεοφανεῖς Ἐκ- κλησιομάχοι. Αὐτοὶ εἶναι ἐκ τοῦ Διαβόλου καὶ ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.
Ἡ Ἁγιογραφικῶς, Ἁγιοπατερικῶς, Ὑμνολογικῶς ἀμάρτυρος προσωπικὴ ἄποψις ὁρισμένων Οἰκουμενιστῶν θεολόγων καθηγητῶν ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν ὑπῆρχε πρὸ τῆς Πεντηκοστῆς εἶναι αὐθαίρετος, ἀστήρικτος καὶ Αἱρετική. Δὲν εἶναι ἐπ ̓ οὐδενί λόγῳ ἡ Δογματικὴ Διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Ἡ Ἁγία ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς δὲν εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς ὑπάρξεως τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ἡ ΦΑΝΕΡΩΣΙΣ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἡ ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ τῆς Μιᾶς ἐν Οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς Βασιλείας. Αὐτὸ μᾶς διδάσκουν ὅλοι οἱ Ἅγιοι. Καὶ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος εἰς τὴν ὁμιλίαν του περὶ τῆς Πεντηκοστῆς μᾶς λέγει «Πεντηκοστὴν ἑορτάζομεν, καὶ Πνεύματος ἐπιδημίαν», δὲν μᾶς λέγει ὅτι ἑορτά- ζομεν γενέθλιον ἢ ἵδρυσιν ἢ χρονικὴν ἀρχὴν τῆς Ἐκκλησίας (P.G. 36, 436A-B).
Ὅλαι αἱ περὶ Πεντηκοστῆς προαναφερθεῖσαι Θεόπνευστοι Ἁγιογραφικαὶ καὶ Ἁγιοπατερικαὶ μαρτυρίαι, καὶ πλεῖσται ὅσαι δὲν ἀνεφέρθησαν, ἀποδεικνύουν ἀναντιρρήτως, ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ὑπάρχει ΠΡΟ Χριστοῦ, ΔΕΝ ἤρχισε νὰ ὑπάρχῃ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς Πεντηκοστῆς.

Τὸ γεγονὸς τῆς Πεντηκοστῆς συνετελέσθη ΕΝΤΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ. Ἡ Πεντηκοστὴ ἐπραγματοποιήθη ΜΕΣΑ εἰς τὴν ἤδη ἀπὸ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΚΟΣΜΟΥ ΥΠΑΡΧΟΥΣΑΝ ΜΙΑΝ, ΑΓΙΑΝ, ΚΑΘΟΛΙΚΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ ΤΗΣ ΤΑΥΤΟΥΡΓΟΥΣΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ, ἡ ὁποία πάντοτε παρεῖχε Σωτηρίαν. Κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς Πεντηκοστῆς ΑΠΕΚΑΛΥΦΘΗ ΚΑΙ ΕΦΑΝΕΡΩΘΗ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΩΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΕΝΟΣ ΤΡΙΣΥΠΟΣΤΑΤΟΥ ΘΕΟΥ.
ΥΠΟ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ Γ.Ο.Χ. ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ.  http://www.egoch.org/KEO.html

Ο   ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ  ΤΩΝ  Γ.Ο.Χ. ΑΘΗΝΩΝ  ΚΑΙ  ΠΑΣΗΣ  ΕΛΛΑΔΟΣ
ΚΥΡΟΣ  ΜΑΤΘΑΙΟΣ  Α´  ΚΑΡΠΑΘΑΚΗΣ 
ΚΑΙ  ΑΙ  ΙΣΤΟΡΙΚΑΙ  ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑΙ  ΤΟΥ  1948

(ΕΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗ ΕΙΣ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΝ <<Κ.Ε.Ο.>> ΤΕΥΧΟΣ 63-64, ΜΑΪΟΣ - ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2013, ΤΟ ΟΠΟΙΟΝ ΕΚΔΙΔΕΤΑΙ ΥΠΟ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ Γ.Ο.Χ. ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ.  http://www.egoch.org/KEO.html
            Ἀποτελεῖ δι᾽ ἡμᾶς ἱερὸν χρέος ἡ κατ᾽ ἔτος ἀνάμνησις καὶ ἀναφορὰ εἰς τὸν Ἀλήστου μνήμης Ἀοίδιμον καὶ Ἀείμνηστον Ἀρχιεπίσκοπον τῶν Γ.Ο.Χ. Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κυρὸν ΜΑΤΘΑΙΟΝ Α´ (Καρπαθάκην), κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ὁσιακῆς κοιμήσεώς του τὴν 14-5-1950.
            Ἤδη ἔχουν παρέλθει 63 ἔτη ἀπὸ τὴν ἐκδημίαν του ἐκ τῆς Στρατευομένης εἰς τὴν Θριαμβεύουσαν ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ τοῦ ΘΕΟΥ, καὶ ἡ μνήμη του διατηρεῖται ζωντανή, ὡς νὰ εὑρίσκεται ἐν ζωῇ.
            Ἐφέτος δὲν θὰ ἀναφερθῶμεν γενικῶς εἰς τὸν θεάρεστον καὶ θαυμαστὸν βίον του, ἀλλὰ εἰς τὴν κορωνίδα τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Πράξεών του, τὴν Ἱστορικῆς σημασίας Χειροτονίαν Ἐπισκόπου εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ὡς Ἐπίσκοπος Βρεσθένης, εὑρισκόμενος εἰς τὰς δυσμὰς τοῦ βίου του, 87 ἐτῶν, Μόνος Ὀρθόδοξος Ἀρχιερεύς. Αὐτὴ ἡ πρᾶξις τὸν ἀνέδειξε Βιβλικὴν Μορφὴν καὶ Γνήσιον Ἀποστολικὸν Διάδοχον τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ Ἀδιάδοχος Θεϊκὴ ΚΕΦΑΛΗ τῆς Ἐκκλησίας.
            Ἡἐκκλησιαστικῶς ΙΣΤΟΡΙΚΗ καὶ ΚΑΝΟΝΙΚΗ καὶ ΝΟΜΙΜΟΣ αὐτὴ Πρᾶξις ἐτελέσθη τὴν 1ην Σεπτεμβρίου 1948, ὅταν κατ᾽ ἔμπνευσιν τοῦ Παναγίου Πνεύματος, συμφώνως πρὸς τοὺς Ἱεροὺς Κανόνας διὰ τὴν Διασφάλισιν τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, καὶ συμφώνως πρὸς τὴν ἀπὸ 26 Αὐγούστου 1948 Ἀπόφασιν τῆς Ἱερᾶς Συνάξεως τοῦ Κλήρου, ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος προέβη μόνος του εἰς τὴν Χειροτονίαν Ἐπισκόπου, τοῦ Τριμυθοῦντος Κύπρου Σπυρίδωνος Πάσιου.
            Εἰς τὴν συνέχειαν, μετὰ τοῦ Τριμυθοῦντος ἐχειροτόνησε τὸν Πατρῶν Ἀνδρέαν Ἀνέστην τὴν 13-9-1948. Ὁμοῦ οἱ τρεῖς ἐχειροτόνησαν τὸν Θεσσαλονίκης Δημήτριον Ψαροθεοδωρόπουλον τὴν 16-9-1948, καὶ οἱ τέσσαρες μαζὶ τὸν Κορινθίας Κάλλιστον Μακρῆν τὴν 25-10-1948.
            Αἱ Ἀποστολικοῦ κύρους Χειροτονίαι αὐταὶ τοῦ Βρεσθένης Ματθαίου τὸ 1948 ἦσαν Ἱστορικῶς ᾐτιολογημέναι καὶ Ἐκκλησιαστικῶς ἐπιβεβλημέναι. Ἐὰν διὰ τὸ ἀπαρησίαστον τῶν Ἐπισκόπων ἐπιτρέπεται ἡ ὑφ᾽ ἑνὸς χειροτονία Ἐπισκόπου, πόσο μᾶλλον διὰ τὸ ἀνύπαρκτον τῶν Ἐπισκόπων, ὡς συνέβαινε τὸ 1948; «Ἐὰν δὲ ἀνάγκη καταλάβῃ, ὑπὸ ἑνὸς χειροτονηθῆναι...» (Ἀποστολικαὶ Διαταγαί, Βιβλίον Η', Κεφ. ΚΖ').  
            Εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, αἱ χειροτονίαι αὐταὶ ἀπετέλεσαν Σταθμόν, διὰ δὲ τοὺς πολεμίους τῆς Ἐκκλησίας Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, Νεοημερολογίτας καὶ ψευδοπαλαιοημερολογίτας Φλωριναίους ἢ Φλωρινικούς, τοὺς ΟΥΝΙΤΑΣ τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ, ἀποτελοῦν κάρφος εἰς τὸν ὀφθαλμὸν καὶ σημεῖον ἀντιλεγόμενον.
            Αἱ ἀντιρρήσεις τῶν δύο αὐτῶν πολεμίων ἐξετάζονται ἀναλυτικώτερον εἰς τὴν συνέχειαν.
ΟΙ  ΣΧΙΣΜΑΤΟΑΙΡΕΤΙΚΟΙ  ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΑΙ  ΝΕΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΑΙ
            Ἀντιτείνονται ὅτι οἱ Ἐπίσκοποι τοῦ Ματθαίου καὶ οἱ ἐξ αὐτῶν προερχόμενοι εἶναι ἀχειροτόνητοι, δὲν εἶναι Ἐπίσκοποι, δὲν ἔχουν Ἀποστολικὴν Διαδοχήν, εἶναι ἐκτὸς Ἐκκλησίας, καὶ δὲν ἔχουν Μυστήρια. Ἰσχυρίζονται ὅτι τὰ μυστήρια ὅπου τελοῦν οἱ Ματθαιϊκοὶ εἶναι ἀνύπαρκτα, διότι ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος, καθὼς καὶ οἱ χειροτονήσαντες αὐτὸν καὶ οἱ χειροτονηθέντες μετ᾽ αὐτοῦ (σύνολον 7 Ἐπίσκοποι), ἦσαν καθῃρημένοι ὑπὸ τῆς Συνόδου τῆς Νεοημερολογιτικῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀπὸ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1935.
            Αἱ κατηγορίαι αὐταὶ τῶν Νεοημερολογιτῶν ἐναντίον τῶν Ἐπισκόπων τοῦ Ματθαίου θὰ ἴσχυον ἐὰν δὲν εἶχον προηγηθῆ αἱ αἰωνόβιοι Πανορθόδοξοι Καταδίκαι τοῦ Νέου Ἡμερολογίου καὶ τῶν Νεοημερολογιτῶν, ἐὰν δὲν ἴσχυον τὰ ἐναντίον των Ἐκκλησιαστικὰ Ἀναθέματα, ἐὰν ὡς ἐκ τούτου οἱ δεχθέντες τὸ Νέον Ἡμερολόγιον δὲν ἦσαν ΕΚΤΟΣ τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίας.
            Αἱ προϋποθέσεις αὐταὶ ὅμως δὲν εὐσταθοῦν, ἐπ᾽ οὐδενὶ λόγῳ. Δὲν εὐσταθοῦν δὲ διότι κάθε Ἐκκλησία ἡ ὁποία, κατὰ παράβασιν τῆς Πανορθοδόξου Καταδίκης καὶ τοῦ Ἀναθεματισμοῦ, ἐδέχθη τὸ Νέον Γρηγοριανὸν Παπικὸν Ἡμερολόγιον, καὶ κάθε Ἐκκλησία ἡ ὁποία κοινωνεῖ μετ᾽ αὐτῆς ἔστω καὶ ἐὰν ἀκολουθῇ τὸ Παλαιόν, κατέστη ΕΝΕΡΓΕΙ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΗ. Τὰ Μυστήριά της στεροῦνται τῆς Θείας Χάριτος, καὶ αἱ Ἐκκλησιαστικαὶ Πράξεις της εἶναι Ἐκκλησιαστικῶς ἀνίσχυροι, ἀνυπόστατοι καὶ ἄκυροι.
            Τοῦτο ἀπορρέει καὶ καταδεικνύεται ἀπὸ μίαν σειρὰν γεγονότων τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναμφισβήτητα καὶ ἀποτελοῦν μέρος τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας καὶ τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου τὰ ὁποῖα εἶχον καταγράψει καὶ ἐγνώριζον καλῶς οἱ πρωτεργάται τῆς Ἀλλαγῆς τοῦ Ἡμερολογίου καὶ τοῦ προκληθέντος Ἐκκλησιαστικοῦ Σχίσματος τὸ 1924.
            Ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ Νέου Παπικοῦ Ἡμερολογίου εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος τὸ 1924 εἶναι Ἀντικανονική, Παράνομος καὶ Πραξικοπηματική.
            α) Διότι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ διὰ Πανορθοδόξων Μεγάλων Συνόδων τὸ 1583, 1587 καὶ 1593 εἶχε ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΕΙ καὶ ΑΝΑΘΕΜΑΤIΣΕΙ τὸ Νέον Παπικὸν Ἡμερολόγιον καὶ εἶχε ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΕΙ τὴν χρῆσίν του ἅμα τῇ ἐμφανίσει του: «...ἂς ἔχῃ τὸ ΑΝΑΘΕΜΑ καὶ ΕΞΩ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας καὶ τῆς τῶν Πιστῶν Ὁμηγύρεως ἂς εἶναι...» (Σιγίλλιον Ἀποφάσεως Πανορθοδόξου Συνόδου 1583).
            β) Διότι καὶ ἄλλαι Πανορθόδοξοι Σύνοδοι καὶ Πατριαρχικαὶ Ἀποφάσεις, ὅπως τοῦ 1722, 1756, 1836, 1848 καὶ 1904 ἐπανέλαβαν τὴν Ἀπαγόρευσιν τοῦ Νέου Ἡμερολογίου.
            γ) Διότι αἱ καταδικαστικαὶ αὐταὶ Ἀποφάσεις καὶ Ἀπαγορεύσεις ἐφηρμόσθησαν ἐπὶ 341 ἔτη (1583-1924) ὑπὸ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, δηλαδή, ἡ αἰωνόβιος πρακτικὴ τῆς Ἐκκλησίας ἦτο πρακτικὴ ἀπορρίψεως καὶ καταδίκης, καὶ ὄχι ἀποδοχῆς, τῆς ἀλλαγῆς τοῦ Ἡμερολογίου ἢ τοῦ Πασχαλίου.
            δ) Διότι ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ Νέου Παπικοῦ Ἡμερολογίου εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος τὸ 1924 ἐγένετο ὑπὸ τῆς Ἑβραιομασονίας. Τὴν Ἀλλαγὴν δὲν τὴν ἔκανε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
            ε) Διότι ἡ Ἀλλαγὴ τοῦ Ἡμερολογίου ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐγένετο Πραξικοπηματικῶς, Ἀντικανονικῶς, Παρανόμως καὶ μονομερῶς.
            στ) Διότι ἡ Ἀλλαγὴ τοῦ Ἡμερολογίου δὲν θὰ μποροῦσε νὰ γίνῃ οὔτε δι᾽ Ἀποφάσεως νεωτέρας Πανορθοδόξου Συνόδου, καθότι αὕτη θὰ ἀντέβαινε εἰς τὰς Ἀποφάσεις τῆς Ἐκκλησίας τὰς ληφθείσας ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ ὑπὸ τῶν προηγηθέντων Οἰκουμενικοῦ κύρους Πανορθοδόξων Συνόδων, καὶ δὲν θὰ ἦτο νόμιμος. Ἡ Καταδίκη, ὁ Ἀναθεματισμὸς καὶ ἡ Ἀπαγόρευσις κάθε Ἀλλαγῆς τοῦ Ἡμερολογίου ὑπῆρξε Πανορθόδοξος, ὁπότε μία Ἀποδοχὴ τῆς Ἀλλαγῆς τοῦ Ἡμερολογίου, ὅποτε καὶ ἐὰν ἤθελε ἀποφασισθῇ ὑπὸ νεωτέρας Πανορθοδόξου Συνόδου, θὰ ἦτο ἄκυρος καὶ ἀνυπόστατος καὶ θὰ καθιστοῦσε αὐτὴν τὴν Σύνοδον Ἀντορθόδοξον.
            ζ) Ἡ Ἀλλαγὴ τοῦ Ἡμερολογίου ἐγένετο εἰς ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματος τοῦ Ἀντιχρίστου Οἰκουμενισμοῦ ὅπως αὐτὸ διετυπώθη εἰς τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τῆς Οἰκουμενιστικῆς Κινήσεως, τὴν Διαβόητον Αἱρετικὴν Ἐγκύκλιον τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ 1920, συμφώνως πρὸς τὴν ὁποίαν ὅλαι αἱ Αἱρέσεις ἀναγνωρίζονται ὡς «Ἐκκλησίαι Χριστοῦ, ὡς σύσσωμοι καὶ συγκληρονόμοι τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ».
            η) Ἡ Ἀλλαγὴ τοῦ Ἡμερολογίου ἀπεφασίσθη ὑπὸ ἑνὸς ΛΗΣΤΡΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν τὸ 1923 (ἀπὸ 10 Μαΐου ἕως 8 Ἰουνίου), ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Μασόνου Πατριάρχου Μελετίου Μεταξάκη. Τὸ Συνέδριον αὐτὸ αὐτοτιτλοφορήθηκε «Πανορθόδοξον», ἀλλὰ τὸ γεγονὸς καὶ μόνον ὅτι τὰ ἄλλα Πατριαρχεῖα δὲν συμμετεῖχον εἰς αὐτὸ οὔτε ἐφήρμοσαν τὴν Ἀπόφασίν του ἀποδεικνύει πόσον Ἀντορθόδοξον ἦτο.
            θ) Ὁ πρωτεργάτης τῆς Ἀλλαγῆς τοῦ Ἡμερολογίου Μελέτιος Μεταξάκης ἦτο καθῃρημένος ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὅταν προήχθη ὑπὸ τῆς Ἑβραιομασονίας καὶ ἐγένετο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, χωρὶς κἂν νὰ τηρηθοῦν αἱ νόμιμαι διαδικασίαι ψηφοφορίας τῆς Συνόδου.
            ι) Ὁ ἄλλος πρωτεργάτης τῆς Ἀλλαγῆς τοῦ Ἡμερολογίου καὶ Μασόνος Χρυσόστομος Παπαδόπουλος προήχθη εἰς Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν τὴν 23ην Φεβρουαρίου 1923, ὅλως ἀντικανονικῶς, τῇ περιφρονήσει τῆς Ἱεραρχίας τῆς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὑπὸ πενταμελοῦς Ἀριστίνδην Συνόδου διορισθείσης ὑπὸ τῆς Στρατιωτικῆς Κυβερνήσεως Γο- νατᾶ. Συμφώνως πρὸς τοὺς Ἱεροὺς Κανόνας, οἱ προαχθέντες εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ Ἐπισκόπου διὰ πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν μέσων ἢ διὰ Ἀριστίνδην Συνόδου ὑπόκεινται εἰς καθαίρεσιν, καθὼς καὶ οἱ ἀπαρτίζοντες τοιαύτην Σύνοδον, ἤτοι, καθαιροῦνται καὶ οἱ χειροτονήσαντες καὶ οἱ χειροτονηθέντες.
            ια) Ἡ Ἀλλαγὴ τοῦ Ἡμερολογίου ἐγένετο ὅλως ἐξωεκκλησιαστικῶς μὲ τὴν πίεσιν τῆς ἐπαναστατικῆς στρατιωτικῆς Κυβερνήσεως Πλαστήρα-Γονατᾶ, καὶ τὴν ἀπειλητικὴν της ἐπέμβασιν εἰς τὰς Συνοδικὰς συνεδριάσεις. Αὐτὴ εἶναι ἄλλη μία ἀπόδειξις ὅτι ἡ Ἀλλαγὴ τοῦ Ἡμερολογίου δὲν ἐγένετο ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.
            ιβ) Ἡ Ἀλλαγὴ τοῦ Ἡμερολογίου ἐγένετο παρὰ τὴν ρητὴν Ἄρνησιν τῶν πρεσβυγενῶν καὶ τῶν μεγάλων Πατριαρχείων τὰ ὁποῖα συνέχισαν νὰ ἀκολουθοῦν τὸ Παλαιόν Ἡμερολόγιον.
            Ἐν κατακλείδι, τόσον ἡ Ἀλλαγὴ τοῦ Ἡμερολογίου αὐτὴ καθ᾽ ἑαυτή, ὅσο καὶ ὁ Πραξικοπηματικός, Ἀντικανονικὸς καὶ Παράνομος τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἐγένετο, κατέστησαν ἀμέσως τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΗΝ, ΕΝΕΡΓΕΙ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΗΝ.
            Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἐξ ἀρχῆς ἡ ἀπαρέγκλιτος θέσις τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ματθαίου Καρπαθάκη, ὁ ὁποῖος παρέμεινεν εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν ἕως τέλους καὶ οὐδέποτε, ἀπὸ τὸ 1924 καὶ μετά, ἀνεγνώρισε τὰς ἀποφάσεις τῆς Νεοημερολογιτικῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὡς Ἐκκλησιαστικῶς δεσμευτικάς, οὔτε τὰ Μυστήριά της ὡς ἔχοντα Θείαν Χάριν. 
ΟΙ  ΦΛΩΡΙΝΑΙΟΙ  ΟΥΝΙΤΑΙ  ΤΟΥ  ΝΕΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΙΣΜΟΥ
            Ἀπορρίπτουν τὰς ὑπὸ τοῦ Βρεσθένης Ματθαίου χειροτονίας Ἐπισκόπων τὸ 1948 μὲ μίαν σειρὰν κατηγοριῶν καὶ ἰσχυρισμῶν, οἱ ὁποῖοι ὅμως εἶναι ἀνυπόστατοι, ἀβάσιμοι καὶ ἀνίσχυροι, ὅπως ἀποδεικνύεται εἰς τὴν συνέχειαν.
            1η Κατηγορία: Ἡ Χειροτονία Ἐπισκόπου ὑφ᾽ ἑνὸς Ἐπισκόπου ἀπαγορεύεται ἀπὸ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνας καὶ δὲν εἶναι Κανονική, ἐπειδὴ πρέπει νὰ γίνῃ ὑπὸ δύο ἢ τριῶν.
            Ἀναίρεσις: Ἡ ὑφ᾽ ἑνὸς χειροτονία Ἐπισκόπου ἀπαγορεύεται ὅταν ὁ χειροτονῶν Ἐπίσκοπος ἀνήκει εἰς Σύνοδον, ὅταν ὑπάρχῃ Σύνοδος, διότι τότε ἡ χειροτονία ἀποτελεῖ πραξικόπημα, ὄχι διότι ὁ εἷς Ἐπίσκοπος δὲν εἶναι ἀρκετὸς νὰ χειροτονήσῃ Ἐπίσκοπον.
            Ἡ Ἀπαγόρευσις λοιπὸν προϋποθέτει ὁπωσδήποτε τὴν ὕπαρξιν Συνόδου ἢ τὴν ὕπαρξιν ἔστω καὶ ἑνὸς ἀκόμη Ἐπισκόπου.
            Εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν χειροτονιῶν τοῦ 1948 δὲν ἴσχυεν αὐτὴ ἡ προϋπόθεσις. Διὰ τῶν χειροτονιῶν τοῦ 1948 ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος δὲν ἐστασίαζεν ἐναντίον οὐδεμιᾶς Συνόδου, διότι τότε δὲν ἦτο μέλος κάποιας Συνόδου, οὔτε ὑπῆρχε Σύνοδος Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων, οὔτε ὑπῆρχεν εἷς ἀκόμη Ἐπίσκοπος μετὰ τοῦ ὁποίου εἶχεν Ἐκκλησιαστικὴν ἐπικοινωνίαν. Διὰ τοῦτο, ἡ ἀνωτέρω κατηγορία δὲν εὐσταθεῖ οὔτε δύναται νὰ στοιχειοθετηθῇ.
            Δὲν ὑπάρχει Ἱερὸς Κανὼν τῆς Ἐκκλησίας ὁ ὁποῖος νὰ ἀπαγορεύῃ τὸν ἕνα Ἐπίσκοπον νὰ χειροτονῇ ἀκόμη καὶ ὅταν εἶναι μόνος του, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἄλλος Ὀρθόδοξος Ἐπίσκοπος εἰς τὴν Τοπικὴν Αὐτοκέφαλον Ἐκκλησίαν εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει.
            Ὅλοι οἱ Κανόνες οἱ ὁποῖοι ἀπαγορεύουν τὴν ὑφ᾽ ἑνὸς χειροτονίαν Ἐπισκόπου ΠΡΟΫΠΟΘΕΤΟΥΝ καὶ θεωροῦν ὡς δεδομένην τὴν ὕπαρξιν Συνόδου ἢ τὴν ὕπαρξιν ἔστω ἑνὸς ἀκόμη ἄλλου Ἐπισκόπου μετὰ τοῦ ὁποίου ὁ χειροτονῶν νὰ ἔχῃ Κανονικὴν Ἐκκλησιαστικὴν ἐπικοινωνίαν.
            Ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος ἦτο μόνος του τὸ 1948. Δὲν εἶχε Ἐκκλησιαστικὴν ἐπικοινωνίαν μὲ κανένα Ἐπίσκοπον, διότι μὲ δύο Ἐγκυκλίους τὸ 1937 εἶχεν ἀποκόψει ὡς Σχισματικοὺς καὶ εἶχεν ἀπορρίψει τὸν Δημητριάδος Γερμανὸν καὶ τὸν πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομον, ἐνῶ τὸ 1943 διέκοψε Ἐκκλησιαστικὴν ἐπικοινωνίαν μετὰ τοῦ Κυκλάδων Γερμανοῦ ὡς Σχισματικοῦ καὶ ἔκτοτε παρέμεινε μόνος του. Ἡ διακοπὴ ἐγένετο διὰ λόγους πίστεως καὶ εἰς τὰς δύο περιπτώσεις, ὅπως ἀναφέρεται εἰς τὰς Ἐγκυκλίους του.
            Τὸ φρόνημα τοῦ Βρεσθένης Ματθαίου ἦτο ὅτι ἡ Νεοημερολογιτικὴ Ἐκκλησία εἶναι ὄντως καὶ ΕΝΕΡΓΕΙ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΗ, ὅτι στερεῖται τῆς Θείας Χάριτος τοῦ Παναγίου Πνεύματος κα`ὶ δὲν ἔχει Μυστήρια.
            Τὸ φρόνημα τοῦ πρώην Φλωρίνης καὶ τῶν ὑπολοίπων ἦτο ὅτι ἡ Νεοημερολογιτικὴ Ἐκκλησία, τὴν ὁποίαν θεωροῦν μόνον ὑπόδικον ὡς μὴ καταδικασμένην ὑπὸ Μεγάλης Συνόδου, δὲν εἶναι ΕΝΕΡΓΕΙ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΗ, ἀλλὰ μόνον ΔΥΝΑΜΕΙ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΗ, ἤτοι, τὰ Μυστήριά της εἶναι Ἔγκυρα, τὸ Μύρον τοῦ Νεοημερολογιτικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως ἔχει Ἁγιαστικὴν Χάριν, καὶ οἱ βαπτισθέντες εἰς τὸ Νέον Ἡμερολόγιον καὶ προσερχόμενοι δὲν πρέπει νὰ μυρώνωνται. 
            2α Κατηγορία: Αἱ χειροτονίαι τὰς ὁποίας ἐτέλεσεν ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος μόνος του εἶναι ἄκυροι καὶ ἀνυπόστατοι, διότι ἐνῶ ὑπῆρχον καὶ ἄλλοι Ἐπίσκοποι διὰ νὰ συμμετάσχουν εἰς τὴν διαδικασίαν, δὲν τοὺς ἔλαβεν ὑπ᾽ ὄψιν καὶ τοὺς ἠγνόησεν.
            Ἀναίρεσις: Ὁ Βρεσθένης ὄντως ἠγνόησε τοὺς Νεοημερολογίτας Ἐπισκόπους, διότι ἐπεβάλετο νὰ τοὺς ἀγνοήσῃ ὡς Ἐνεργείᾳ Σχισματικούς, ὅπως τοὺς εἶχον ἀγνοήσει ὅλοι οἱ Γ.Ο.Χ. τὸ 1924 καὶ τὸ 1935 καὶ ἔκτοτε.
            Ὁ Χριστιανουπόλεως Χριστόφορος Χατζῆς καὶ ὁ Διαυλείας Πολύκαρπος Λιώσης, δύο ἐκ τῶν χειροτονηθέντων μετὰ τοῦ Βρεσθένης τὸ 1935, δὲν ἠδύναντο νὰ ληφθοῦν ὑπ᾽ ὄψιν, διότι αὐτοὶ εἶχον ἀναγνωρίσει ὡς Κανονικὴν τὴν Καθαίρεσίν των ὑπὸ τῆς Νεοημερολογιτικῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐπὶ μίαν δεκαετίαν ἰδιώτευον καὶ ἐλειτουργοῦσαν ὡς Ἱερεῖς, ὅπερ ἀποτελεῖ Αὐτοκαθαίρεσιν καὶ προδοσίαν τῆς Ἀρχιερωσύνης των, πρᾶγμα ἀνεπανόρθωτον, κατὰ τὸν Β´ Κανόνα τῆς ἐν Ἁγίᾳ Σοφίᾳ Συνόδου τὸ 879. Ἀποτελεῖ καὶ προδοσίαν τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Πίστεως.
            Ὁ δὲ Κυκλάδων Γερμανὸς καὶ ὁ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος, παρὰ τὰς ἐπανειλημμένας προφορικὰς καὶ ἐγγράφους ἐκκλήσεις τοῦ Βρεσθένης Ματθαίου, μὲ πολλοστὴν τὴν Ἐπιστολὴν τῆς 9-7-1948, νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ὁμολογίαν, δηλαδή, νὰ κηρύξουν ΕΝΕΡΓΕΙ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΗΝ τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Νέου Ἡμερολογίου ὅπως εἶχον πράξει τὸ 1935, καὶ νὰ προχωρήσουν μαζὺ εἰς χειροτονίας Ἐπισκόπων, παρέμειναν εἰς τὸ κακόδοξον φρόνημά των μέχρι τέλους τῆς ζωῆς των καὶ δὲν ἐχειροτόνησαν ποτέ.
            Καίτοι αὐτοὶ ἦσαν ἐν τῇ Κακοδοξίᾳ, ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος δὲν τοὺς ἠγνόησεν. Ἐφ᾽ ὅσον ὅμως ἐπέμενον εἰς τὴν Κακοδοξίαν των καὶ δὲν εἶχεν Ἐκκλησιαστικὴν ἐπικοινωνίαν μετ᾽ αὐτῶν, δὲν ὑποχρεοῦτο, ἀλλὰ μᾶλλον ἀπηγορεύετο, νὰ συμπράξῃ μετ᾽ αὐτῶν.
            Οἱ ἴδιοι ἐπὶ ἕνδεκα (11) ἔτη δὲν εἶχον Ἐκκλησιαστικὴν ἐπικοινωνίαν μετὰ τοῦ Βρεσθένης οὔτε ἐλειτουργοῦσαν μετ᾽ αὐτοῦ. Πῶς λοιπὸν ἠξίωναν νὰ συμπράξῃ μετ᾽ αὐτῶν ἢ νὰ τοὺς λάβῃ ὑπ᾽ ὄψιν εἰς τὴν χειροτονίαν Ἐπισκόπων; Τοῦτο ἀποτελεῖ μεγίστην ἀπάτην, καταπάτησιν τῆς κοινῆς λογικῆς, καὶ ἐξαπάτησιν τοῦ λαοῦ.
            Ἐξ ἄλλου, ὁ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος, ὁ Μεγαρίδος Χριστόφορος καὶ ὁ Διαυλείας Πολύκαρπος ἐδημοσίευσαν δέσμευσιν εἰς ἐφημερίδας τῶν Ἀθηνῶν, τὴν 14-11-1945, ὅτι δὲν πρόκειται ποτὲ νὰ προβοῦν εἰς χειροτονίας Ἐπισκόπων, τὴν ὁποίαν καὶ ἐτήρησαν μέχρι τοῦ θανάτου των. Οὕτω ἀπέδειξαν τὸ Αἱρετικὸν φρόνημά των, ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Νέου Ἡμερολογίου εἶναι Κανονικὴ καὶ ἔχει ἔγκυρα Μυστήρια, καὶ ὅτι θὰ ἦτο ἀντικανονικὴ πρᾶξις ἡ ὑπ᾽ αὐτῶν χειροτονία Ἐπισκόπων.
            Βεβαίως, ἀφοῦ δι᾽ αὐτοὺς ἡ Ἐκκλησία τοῦ Νέου Ἡμερολογίου εἶναι μόνον Δυνάμει Σχισματική, δηλαδή, εἶναι Κανονικὴ μὲ ἔγκυρα Μυστήρια, τότε καὶ ἡ ὑπ᾽ αὐτῆς Καθαίρεσίς των καὶ ἡ ἐπαναφορά των εἰς τὴν τάξιν τῶν Μοναχῶν τὸ 1935 εἶναι Κανονική, ἔγκυρος καὶ ἰσχυρά. Κατὰ τὸ φρόνημά των, λοιπόν, ἀπὸ τὸ 1935 καὶ μετὰ δὲν εἶναι Ἐπίσκοποι, ἀλλὰ Μοναχοί. Πῶς ἀπαιτοῦν ἀπὸ τὸν Βρεσθένης νὰ συμπράξῃ μετὰ Μοναχῶν διὰ τὴν χειροτονίαν Ἐπισκόπων;
            Ἐδῶ πρέπει νὰ ἐπισημανθῇ καὶ τὸ ἑξῆς: Ὁ Βρεσθένης κατεδίκασε καὶ ἀπεκήρυξε τὸν πρώην Φλωρίνης καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ διότι ἐκήρυττον τὴν Νεοημερολογιτικὴν Ἐκκλησίαν ὡς Δυνάμει μόνον Σχισματικήν. Ὁ πρώην Φλωρίνης καὶ οἱ σὺν αὐτῷ ὅμως ΔΕΝ ΚΑΤΕΔΙΚΑΣΑΝ ποτὲ τὸν Βρεσθένης, ὁ ὁποῖος ἐκήρυττε τὴν Νεοημερολογιτικὴν Ἐκκλησίαν ὡς Ἐνεργείᾳ Σχισματικήν, διότι τότε θὰ κατεδίκαζαν καὶ τὸν ἑαυτόν τους, ἐπειδὴ τὸ 1935 τὴν εἶχον ἀποκηρύξει καὶ αὐτοὶ ὡς Ἐνεργείᾳ Σχισματικήν. Αἱ μεταπτώσεις καὶ αἱ ἀλλαγαὶ τοῦ φρονήματός των τοὺς ἔφερον εἰς δεινὴν θέσιν.
            3η Κατηγορία: Ὑπῆρχον Ἐπίσκοποι καὶ δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νέων χειροτονιῶν.
            Ἀναίρεσις: Ἡ Κατηγορία αὐτὴ χρειάζεται δύο ἀπαντήσεις.
            α) Νεοημερολογῖται Ἐπίσκοποι ὑπῆρχον καὶ τὸ 1935, ὅμως τότε ὁ πρώην Φλωρίνης μὲ τὸν Δημητριάδος καὶ τὸν Ζακύνθου δὲν τοὺς ἔλαβον ὑπ᾽ ὄψιν των, καὶ ἐχειροτόνησαν τέσσαρας Ἐπισκόπους, ἔχοντες ἤδη ἀποκηρύξει τὴν Νεοημερολογιτικὴν Ἐκκλησίαν ὡς ΕΝΕΡΓΕΙ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΗΝ. Καὶ καλῶς ἔπραξαν. Διατί θὰ ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ᾽ ὄψιν του τοὺς Νεοημερολογίτας ὁ Βρεσθένης τὸ 1948;
            Ἐὰν ὑπῆρχεν ἀνάγκη χειροτονιῶν τὸ 1935, ἀναντιρρήτως ὑπῆρχε πολὺ περισσότερον καὶ τὸ 1948.
            β) Ἀπὸ τὸ 1937, μὲ τὴν διακήρυξιν τοῦ Δυνάμει καὶ Ἐνεργείᾳ, δηλαδή, ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Νέου Ἡμερολογίου εἶναι ΔΥΝΑΜΕΙ μόνον Σχισματικὴ καὶ ὄχι ΕΝΕΡΓΕΙ Σχισματική, ὁ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος μὲ τὸν Δημητριάδος Γερμανὸν καὶ ἀργότερον ὁ Κυκλάδων Γερμανός, ἀνεγνώρισαν τὴν Νεοημερολογιτικὴν Ἐκκλησίαν οὐσιαστικῶς ὡς Κανονικήν, ὡς ἔχουσαν Ἁγιαστικὴν Χάριν εἰς τὰ μυστήριά της. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι καὶ ἡ ὑπ᾽ αὐτῆς Καθαίρεσίς των εἶναι Κανονικὴ καὶ Ἰσχυρά. Ὁπότε αὐτοὶ τὸ 1948 δὲν εἶναι Ἐπίσκοποι ἀλλὰ Μοναχοί.
            Τὸ γεγονὸς μάλιστα ὅτι ὑπέβαλον Αἰτήσεις πρὸς τὴν Νεοημερολογιτικὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος καὶ πρὸς τὸ Νεοημερολογιτικὸν Πατριαρχεῖον τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Θρησκευμάτων, διὰ τὴν Ἄρσιν τῆς Καθαιρέσεώς των ὑπὸ τῆς Νεοημερολογιτικῆς Ἐκκλησίας καὶ διὰ τὴν ἀποκατάστασίν των εἰς Νεοημερολογιτικὰς Μητροπόλεις, ἀποδεικνύει ὅτι ἀνεγνώριζον τὴν μὲν Καθαίρεσίν των ὡς Πρᾶξιν Κανονικήν, Ἰσχυρὰν καὶ Ἐκκλησιαστικήν, τὴν δὲ Σχισματικὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Νέου Ἡμερολογίου ὡς Ὀρθόδοξον καὶ ἁρμοδίαν νὰ ἀναιρέσῃ τὴν Καθαίρεσίν των. Ἐν ὀλίγοις, διὰ τῶν ἐνεργειῶν αὐτῶν ὡμολόγησαν σαφέστατα καὶ ἀπεδέχθησαν μὲ τὸν πλέον ἐπίσημον τρόπον ὅτι δὲν ἦσαν Ἐπίσκοποι, ἀλλὰ ἁπλῶς Μοναχοί. Καὶ Μοναχοὶ ὄντες, πῶς ἀπαιτοῦσαν νὰ συμπράξῃ ὁ Βρεσθένης μετ᾽ αὐτῶν εἰς τὴν χειροτονίαν ἐπισκόπων τὸ 1948; Αὐτὸ τοὺς τὸ κατήγγειλεν ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος ὑπευθύνως εἰς τὴν Ἐγκύκλιον τῆς 21ης Σεπτεμβρίου 1944. Ὁ Βρσθένης ποτὲ δὲν ἔλαβεν ὑπ᾽ ὄψιν του τὴν Καθαίρεσίν του ὑπὸ τὴς Νεοημερολογιτικῆς Ἐκκλησίας οὔτε διεννοήθη νὰ ζητήσῃ τὴν Ἀναίρεσιν αὐτῆς.
            Ἐπὶ πλέον, μὲ Κηρύγματα, Ἐγκυκλίους, Διασαφήσεις καὶ Δημοσιεύματα εἰς τὸν Τύπον, πολλάκις κατέστησαν γνωστὸν ὅτι δὲν ἐθεώρουν τοὺς ἑαυτούς των Ἐπισκόπους τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, ἀλλὰ ὅτι ἦσαν ἁπλῶς «τὸ καθαρὸν αἷμα» καὶ «ἡ φρουρὰ» μέσα εἰς τὴν Νεοημερολογιτικὴν Ἐκκλησίαν, ὅτι ἦσαν «ἰδεολόγοι ἑνὸς Ὀρθοδόξου θεσμοῦ καὶ δὲν ἀποτελοῦν ἀνεξάρτητον Ἐκκλησίαν», καὶ ὅτι δὲν εἶχον οὐδεμίαν πρόθεσιν νὰ προβοῦν εἰς χειροτονίας ἐπισκόπων. Ἐπὶ λέξει διεκήρυξαν: «Ἡμεῖς οἱ Παλαιημερολογῖται δὲν ἀποτελοῦμεν ἰδιαιτέραν καὶ ἀνεξάρτητον Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἐν Ἑλλάδι διότι οὐδεμία Ἐκκλησία μᾶς ἀνεγνώρισεν ὡς τοιαύτην ἀλλ᾽ εἴμεθα ἐντὸς τῆς ἀνεγνωρισμένης Αὐτοκεφάλου Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας ὡς μία Φρουρά» (βλέπε τὴν ἀπὸ 1/6/1944 ΕΓΚΥΚΛΙΟΝ τοῦ πρώην Φλωρίνης καὶ ἐπίσης τὴν ἀπὸ 18/1/1945 ΔΙΑΣΑΦΗΣΙΝ του).
            Πῶς λοιπὸν ἐγείρεται ἡ ἀξίωσις ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθοῦν ὑπ᾽ ὄψιν ὑπὸ τοῦ Βρεσθένης Ματθαίου ὥστε νὰ μὴν χειροτονήσῃ Ἐπισκόπους μόνος του ἢ καὶ νὰ μὴν χειροτονήσῃ Ἐπισκόπους παντελῶς;
            4η Κατηγορία: Ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος ἐχειροτόνησε μόνος του χωρὶς Ἔγκρισιν Συνόδου.
            Ἀναίρεσις: Ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος τὸ ἔτος 1948 δὲν ἦτο μέλος κάποιας Συνόδου ἀπὸ τὴν ὁποίαν νὰ ἔπρεπε ἢ ἔστω νὰ ἠδύνατο νὰ λάβῃ ἔγκρισιν ἢ σύμψηφον διὰ τὰς χειροτονίας νέων Ἐπισκόπων. Τοῦτο ἀποτελεῖ Ἱστορικὴν πραγματικότητα. Τὸ 1937 εἶχεν ἀποκηρύξει τὸν Δημητριάδος καὶ τὸν πρώην Φλωρίνης ἐξ αἰτίας τῶν πολιτικῶν των εὐελιξιῶν καὶ τῆς σοφιστείας τοῦ Δυνάμει καὶ Ἐνεργείᾳ. Ἀπὸ τὸ 1943 ἦτο μόνος του, ἔχων ἀποκηρύξει τὸν Κυκλάδων ὅστις ἤρχισε νὰ φρονῇ καὶ νὰ δηλώνῃ τὰς ἰδίας ἀντορθοδόξους δοξασίας τοῦ πρώην Φλωρίνης.
            Ὁ πρώην Φλωρίνης καὶ οἱ περὶ αὐτὸν «ἐπίσκοποι» εἶχον ἤδη ἐκπέσει ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξον Ὁμολογίαν τὴν διακηρυχθεῖσαν τὸ 1935 πρὸ τῆς χειροτονίας τῶν τεσσάρων Ἐπισκόπων. Αὐτὸ τὸ μαρτυροῦν οἱ ἴδιοι εἰς τὴν ὑπ᾽ ἀριθμὸν 13 Ἐγκύκλιον τὴν ὁποίαν ἐξέδωκαν τὴν 26ην Μαΐου 1950, μόλις 12 ἡμέρας μετὰ τὴν κοίμησιν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ματθαίου. Εἰς αὐτὴν ἀνῄρεσαν καὶ ἀνεκάλεσαν ὅλας τὰς ἀπὸ τὸ 1937 καὶ ἕως τότε Πράξεις, Ἐγκυκλίους, Δημοσιεύσεις, Διακηρύξεις, Κηρύγματα καὶ αὐτὸν ἀκόμη τὸν ἐπιστημονικὸν ὅρον Δυνάμει καὶ Ἐνεργείᾳ, ὡς ἀντίθετα πρὸς τὰς Ἀρχὰς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τῆς Ὁμολογίας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν. Δι᾽ αὐτῆς τῆς Ἐγκυκλίου διεκήρυξαν τὴν ἐπάνοδόν των εἰς τὴν Ὁμολογίαν τοῦ 1935.
            Αὐτὸ ἀποτελεῖ δημοσίαν ὁμολογίαν τῆς περὶ τὸν πρώην Φλωρίνης «Συνόδου» τὸ 1950 ὅτι ἀπὸ τὸ 1937 ἕως τὸ 1950, ἄρα καὶ κατὰ τὸ 1948, κατὰ τὸ ἔτος τῶν ὑπὸ τοῦ Βρεσθένης Χειροτονιῶν, δὲν ἦσαν Ἐπίσκοποι, ἀλλὰ Μοναχοί, δὲν ἦσαν Σύνοδος Ἐπισκόπων, δὲν ἦσαν Ὀρθόδοξοι, δὲν εἶχον τὸ Ὀρθόδοξον φρόνημα ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Νέου Ἡμερολογίου εἶναι ΕΝΕΡΓΕΙ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΗ, τὸ ὁποῖον ἐκήρυττεν ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος. Μὲ ποῖον δικαίωμα λοιπὸν εἶχον τὴν ἀπαίτησιν νὰ λάβῃ παρ᾽ αὐτῶν Ἐγκρισιν ὡς παρὰ Συνόδου;
            Ἀποδεικνύουν περιτράνως καὶ ὁμολογοῦν ἐπισήμως καὶ δημοσίως διὰ τῆς Ἐγκυκλίου αὐτῆς ὅτι καὶ οἱ τέσσαρες δὲν ἦσαν Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι τὸ 1948, ὁπότε δὲν ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ τοὺς λάβῃ ὑπ᾽ ὄψιν του ὁ Βρεσθένης, τὸν ὁποῖον δικαιώνουν κατὰ κράτος. Διὰ τῆς Ἐγκυκλίου αὐτῆς ἀναγνωρίζουν τὴν Κανονικότητα τῶν χειροτονιῶν τοῦ Βρεσθένης Ματθαίου, διακηρύσσοντες κατ᾽ οὐσίαν ὅτι ἦτο ὁ μόνος ἐν Ἑλλάδι Ὀρθόδοξος Ἐπίσκοπος τὸ 1948.
            Ἐὰν ἐπίστευον ὅτι ἦσαν Σύνοδος Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὁ Βρεσθένης ὤφειλε νὰ λάβῃ Ἔγκρισιν διὰ τὰς Χειροτονίας τοῦ 1948, ὡς νὰ ἦτο μέλος της, ὅπως διατείνονται καὶ ἀφήνουν νὰ ἐννοηθῇ ψευδῶς, διατί δὲν προέβησαν ποτὲ εἰς τὴν Καθαίρεσιν οὔτε τοῦ Βρεσθένης οὔτε τῶν ὑπ᾽ αὐτοῦ χειροτονηθέντων; Ἁπλούστατα, διότι δὲν ἐπίστευον ὅτι ἦσαν Σύνοδος, ὅτι ἦσαν Ἐπίσκοποι, ὅτι ἦσαν Ὀρθόδοξοι, καὶ ὅτι εἶχον οἱανδήποτε δικαιοδοσίαν ἐπὶ τοῦ Βρεσθένης καὶ τῶν Χειροτονιῶν του. Ἐμμέσως καὶ ἀμέσως ἀνεγνώρισαν τὰς Χειροτονίας Ἐπισκόπων τοῦ Βρεσθένης ὡς ΚΑΝΟΝΙΚΑΣ.
            5η Κατηγορία: Ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος ἦτο τιτουλάριος καὶ δὲν ἠδύνατο νά χειροτονήσῃ.
            Ἀναίρεσις: Ἀπὸ τὸ 1935 ἕως τὸ 1937, ὅταν οἱ Γ.Ο.Χ. ἦσαν ἡνωμένοι, ὁ Βρεσθένης προέβη εἰς πολλὰς Ἱεροπραξίας, Κουρὰς Μοναχῶν καὶ Χειροτονίας Διακόνων καὶ Ἱερέων, χωρὶς νὰ ἐλεγχθῇ ὑπὸ τῆς Συνόδου του ὅτι δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐνεργῇ τοιαύτας πράξεις διότι ἦτο τιτουλάριος. Καὶ αὐτὴ λοιπὸν ἡ κατηγορία τῶν Φλωριναίων εἶναι ἐκ τοῦ πονηροῦ καὶ δὲν δύναται νὰ τοῦ καταλογισθῇ καὶ ἀπορρίπτεται.
            Βεβαίως ὁ τιτουλάριος Ἐπίσκοπος, ἂν καὶ εἶναι κανονικὸς καὶ πλήρης Ἐπίσκοπος, ὅταν ἀνήκει εἰς Σύνοδον δὲν τελεῖ Ἱεροπραξίας, Μυστήρια, Ἐγκαίνια ἢ Κουρὰς Μοναχῶν, χωρὶς τὴν ἄδειαν ἢ ἐντολὴν τοῦ οἰκείου Ἐπισκόπου ἢ τῆς Συνόδου. Ὅταν ὅμως δὲν ἀνήκῃ εἰς Σύνοδον, ὅπως ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος ἀπὸ τὸ 1943 ἕως τὸ 1948, πῶς καὶ διατί νὰ μὴν τελέσῃ ἅπαντα τὰ τοῦ Ἐπισκόπου δικαιώματα καὶ καθήκοντα;
            Πρέπει νὰ τονισθῇ ὅτι ὁ πρώην Φλωρίνης δὲν ἦτο οὔτε κἂν τιτουλάριος, διότι εἶχε παραιτηθῆ ἀπὸ τὴν Μητρόπολιν Φλωρίνης, καὶ ὅμως τελοῦσε Μυστήρια καὶ χειροτονίας κληρικῶν. Ἐκεῖνος εἶχε τὸ δικαίωμα τῆς Ἱεροπραξίας καὶ ὁ Βρεσθένης δὲν τὸ εἶχεν;
            Ὁ τελικὸς σκοπὸς τοῦ πρώην Φλωρίνης καὶ τῶν ὑπ᾽ αὐτὸν ἦτο νὰ μείνουν ἀκέφαλοι οἱ Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, ἄνευ Ἐπισκόπων, καὶ νὰ ὑποχρεωθοῦν ἐξ ἀνάγκης νὰ ὑπαχθοῦν εἰς τὴν Νεοημερολογιτικὴν Ἐκκλησίαν. Τοῦτο ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν πραγμάτων: Ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος ἦτο μόνος του καὶ ἐχειροτόνησε τέσσαρας Ἐπισκόπους διὰ τὴν Ἐκκλησίαν τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν. Ὁ πρώην Φλωρίνης καὶ οἱ περὶ αὐτὸν Ἐπίσκοποι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν συνολικῶς τέσσαρες, δὲν ἐχειροτόνησαν οὔτε ἕνα Ἐπίσκοπον. Ἦσαν τέσσαρες καὶ ὅμως ἄφησαν τοὺς ὀπαδούς των ἀκεφάλους, χωρὶς Ἐπισκόπους.
            Διατὶ αὐτοὶ οἱ τέσσαρες δὲν ἐχειροτόνησαν οὔτε ἕνα Ἐπίσκοπον; Διότι ὄχι μόνον δὲν ἦσαν Ὀρθόδοξοι, ἀλλὰ ἀποδεχθέντες τὴν καθαίρεσίν των, ἦσαν ἁπλοῖ Μοναχοί, καὶ δι᾽ αὐτὸ δὲν ἔπρεπε νὰ τοὺς λάβῃ ὑπ᾽ ὄψιν του ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος, καὶ καλῶς δὲν τοὺς ἔλαβε.
            Ἢ μήπως θὰ ἔπρεπε νὰ μὴν εἶχε χειροτονήσει καὶ ὁ Ματθαῖος Ἐπισκόπους διὰ νὰ τρέχουν καὶ οἱ Ματθαιϊκοὶ εἰς τοὺς Νεοημερολογίτας Ρώσους τῆς Διασπορᾶς εἰς τὴν Ἀμερικὴν νὰ πάρουν χειροτονίαν ὅπως ὁ Φλωριναῖος Ἀκάκιος Παππᾶς τὸ 1960;
            Ἐκ τῶν τεσσάρων αὐτῶν Ἐπισκόπων, οἱ δύο, ὁ Χριστόφορος Χατζῆς καὶ ὁ Πολύκαρπος Λιώσης, δηλώσαντες μετάνοιαν, προσεχώρησαν εἰς τὴν Σχισματικὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Νέου Ἡμερολογίου καὶ ἐνετάχθησαν ὡς κανονικὰ μέλη τῆς Συνόδου της, ἔχοντες ἀποκηρύξει καὶ προδώσει τὴν Ἐκκλησίαν τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν. Ἄλλη μία δικαίωσις τοῦ Βρεσθένης Ματθαίου.
            Οἱ ἄλλοι δύο, ὁ πρώην Φλωρίνης καὶ ὁ Κυκλάδων Γερμανός, ἀπέθανον ἔχοντες δημοσιεύσει εἰς Ἐγκυκλίους τὸ παλαιὸν φρόνημα των ὅτι ἡ Νεοημερολογιτικὴ Ἐκκλησία εἶναι μόνον Δυνάμει Σχισματική, ὅτι μέχρι νὰ γίνῃ Πανορθόδοξος Σύνοδος νὰ τὴν καταδικάσῃ (ἡ ὁποία δὲν ἔγινε ποτέ) εἶναι ὑπόδικος, ἄρα Κανονικὴ καὶ ἔχει Χάριν εἰς τὰ Μυστήριά της, ὅτι τὸ Μύρον τοῦ Πατριαρχείου ἔχει Ἁγιαστικὴν Χάριν καὶ ὅτι δὲν χρειάζεται νὰ μυρώνωνται οἱ βαπτισθέντες εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Νέου Ἡμερολογίου καὶ προσερχόμενοι. Καὶ πάλιν ἄλλη μία δικαίωσις τοῦ Βρεσθένης Ματθαίου.
            Ἐὰν πρὸς στιγμὴν δεχθῶμεν ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Νέου Ἡμερολογίου εἶναι Δυνάμει μόνον Σχισματικὴ ἐπειδὴ δὲν κατεδικάσθη Συνοδικῶς διὰ τὴν παράβασίν της, τότε καὶ ὁ Βρεσθένης, ὁ ὁποῖος δὲν κατεδικάσθη Συνοδικῶς διὰ τὰς Χειροτονίας Ἐπισκόπων τοῦ 1948, εἶναι Δυνάμει μόνον Ἀντικανονικός. Ἐάν, ὅπως λέγουν, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Νέου Ἡμερολογίου ἔχει ἔγκυρα Μυστήρια μὲ Ἁγιαστικὴν Χάριν ἐπειδὴ εἶναι ὑπόδικος, τότε καὶ αἱ Χειροτονίαι Ἐπισκόπων τοῦ 1948 εἶναι Ἔγκυροι καὶ Κανονικαί, ἐπειδὴ ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος εἶναι ὑπόδικος. Διατί τὰς ἀπέρριψαν οἱ Φλωρινικοὶ ἀπὸ τὴν πρώτην στιγμὴν πρὸ Συνοδικῆς Ἀποφάσεως καὶ δὲν τὰς ἐδέχθησαν ὅπως δέχονται τὸ Νέον Ἡμερολόγιον; Αἰδώς, Ἀργεῖοι!
            6η Κατηγορία: Ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος ἔπρεπε νὰ εἶχε πάρει τὸ σύμψηφον ἔστω ἑνὸς Ἐπισκόπου τῆς ἐπισήμου Ἐκκλησίας τοῦ Νέου Ἡμερολογίου διὰ νὰ εἶναι Κανονικαὶ αἱ χειροτονίαι τοῦ 1948.
            Ἀναίρεσις: Μὲ τὴν κατηγορίαν αὐτὴν οἱ Φλωριναῖοι ἀπορρίπτουν μόνον τὴν Πρᾶξιν τῆς Ἐκλογῆς τοῦ Ἐπισκόπου. Ἀποδέχονται τὴν Πρᾶξιν τῆς Χειροτονίας αὐτῆς καθ᾽ ἑαυτῆς, καὶ οἱ ἴδιοι ἀποδεικνύουν ὅτι εἶναι Κανονικὴ καὶ Νόμιμος ἡ χειροτονία Ἐπισκόπου ὑφ᾽ ἑνὸς Ἐπισκόπου ὅταν ὑπάρχει σύμψηφον.
            Ὅπως ἀναφέρεται καὶ εἰς τὸ Ἱερὸν «Πηδάλιον», κατὰ τοὺς πρώτους αἰῶνας ἡ λέξις «χειροτονῶ» ἐσήμαινε «τείνω τὴν χεῖρα» ἤτοι «ψηφίζω». Δηλαδή, καὶ οἱ ἴδιοι οἱ Φλωριναῖοι ἀποδέχονται ὅτι ὡς Μυστήριον ἡ χειροτονία Ἐπισκόπου δύναται νὰ τελεσθῇ ὑφ᾽ ἑνός. Αὐτὸ συνέβη πολλάκις εἰς τὴν Ἱστορίαν τῆς Ἐκκλησίας. Ὡς ἐκλογή, ὅμως, κατὰ τοὺς Φλωριναίους δὲν ἀρκοῦσε πρὸς τοῦτο ὁ εἷς Ἐπίσκοπος, ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος, ἀλλὰ ἐχρειάζετο τὸ σύμψηφον καὶ ἑνὸς ἀκόμη Ἐπισκόπου, ἔστω καὶ Νεοημερολογίτου.
            Ἡ κατηγορία αὐτὴ προϋποθέτει καὶ ἀναγνωρίζει ὅτι ἡ Νεοημερολογιτικὴ Ἐκκλησία εἶναι Ὀρθόδοξος καὶ ὄχι Σχισματική. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἦτο καὶ εἶναι τὸ κακόδοξον φρόνημα τῶν Φλωριναίων, καὶ τότε καὶ σήμερον. Διὰ τοῦτο δὲν συνέπραξε μαζύ των ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος.
            Εἰς τὴν πραγματικότητα, ἡ ἀνωτέρω κατηγορία ἀποτελεῖ δικαίωσιν τοῦ Βρεσθένης Ματθαίου καὶ ὄχι ἀπόδειξιν ἐνοχῆς του. Φανερώνει πόσο διαφορετικὴ ἦτο ἡ Πίστις καὶ τὸ φρόνημα τοῦ Βρεσθένης ἀπὸ τὴν πίστιν καὶ τὸ φρόνημα τῶν Φλωριναίων, καὶ δικαιώνει ἀπολύτως τὸν Βρεσθένης διὰ τὴν ἀπόφασίν του νὰ χειροτονήσῃ μόνος του καὶ νὰ μὴν λάβῃ ὑπ᾽ ὄψιν του τοὺς Φλωριναίους.
            7η Κατηγορία: Ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος εἶχεν ἐγωϊσμὸν καὶ ἤθελε νὰ κάνῃ ἰδικήν του ἐκκλησίαν.
            Ἀναίρεσις: Τὸ 1935, ὅταν ὁ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος μὲ τὸν Δημητριάδος Γερμανὸν καὶ τὸν Ζακύνθου Χρυσόστομον κατεδίκασαν ἐπισήμως καὶ δημοσίως τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Νέου Ἡμερολογίου ὡς ΕΝΕΡΓΕΙ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΗΝ καὶ ἐχειροτόνησαν τέσσαρας Ἐπισκόπους, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸν Βρεσθένης Ματθαῖον Καρπαθάκην, μήπως ἤθελον νὰ κάνουν καὶ αὐτοὶ ἰδικήν των ἐκκλησίαν λόγῳ ἐγωϊσμοῦ;
            Ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος ἐπίστευε καὶ τὸ 1948 ὅ,τι ἐπίστευε καὶ τὸ 1935 καὶ τὸ 1924 καὶ ἕως τῆς κοιμήσεώς του τὸ 1950, ὅτι δηλαδὴ ἡ Νεοημερολογιτικὴ Ἐκκλησία εἶναι ΕΝΕΡΓΕΙ Σχισματική. Ὁ ἴδιος ἐπίστευε καὶ ἦτο Κανονικὸς Ὀρθόδοξος Ἐπίσκοπος τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐξέπεσαν καὶ οἱ χειροτονήσαντες αὐτὸν καὶ οἱ μετ᾽ αὐτοῦ χειροτονηθέντες τὸ 1935.
            Διὰ τῆς χειροτονίας τῶν νέων Ἐπισκόπων τὸ 1948, ἔχων φθάσει εἰς ἡλικίαν 87 ἐτῶν καὶ μὴ ἔχων ἄλλον Ὀρθόδοξον Ἐπίσκοπον, δὲν ἐπίστευεν ὅτι δημιουργεῖ νέαν ἐκκλησίαν ἢ ἰδικήν του ἐκκλησίαν, ἀλλὰ ὅτι διακονεῖ τὴν Ἀποστολικὴν Πίστιν καὶ τὴν Ἀποστολικὴν Διαδοχὴν ἐντὸς τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίας. Τοῦτο μαρτυρεῖται ὑπὸ τῶν ἀδιαψεύστων πηγῶν τῆς Ἱστορίας.
            Σημειωτέον, ὁ Ἀκάκιος Παππᾶς, ὅταν ἦτο Ἀρχιμανδρίτης τὸ 1945, δι᾽ ἐπιστολῆς του προέτρεπε τὸν Βρεσθένης Ματθαῖον νὰ προβῇ εἰς χειροτονίας Ἐπισκόπων μόνος του. Τότε θὰ ἦτο Κανονικὴ καὶ Νόμιμος ἡ ὑφ᾽ ἑνὸς χειροτονία, ἰδίως ἐὰν ὁ Βρεσθένης εἶχε χειροτονήσει καὶ τὸ Ἀκάκιον; Καὶ ὅταν ὁ Βρεσθένης προέβη εἰς χειροτονίας τὸ 1948 ὁ Ἀκάκιος δὲν τὰς ἐδέχθη ὡς νομίμους καὶ τὸ 1960 μετέβη εἰς τὴν Ἀμερικὴν καὶ ἐχειροτονήθη ὅλως Ἀντικανονικῶς ὑπὸ ἑνὸς Παλαιοημερολογίτου καὶ ἑνὸς Νεοημερολογίτου τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς, παρὰ τὴν ρητὴν Ἄρνησιν τῆς Συνόδου των.
            8η Κατηγορία: Οἱ Ἐπίσκοποι τοῦ Ματθαίου δὲν πρέπει νά λειτουργοῦν διότι εἶναι ἀγράμματοι.
            Ἀναίρεσις: Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ποτὲ δὲν ἔθεσεν ὡς προϋπόθεσιν χειροτονίας Ἐπισκόπου τὸν ὅρον νὰ εἶναι ἐγγράμματος ὁ ὑποψήφιος, ἀλλὰ νὰ εἶναι Πιστὸς καὶ ἐνάρετος. Εἶναι γνωσταὶ πολλαὶ περιπτώσεις ἀγραμμάτων Ἐπισκόπων οἱ ὁποῖοι ἦσαν θεωμένοι κατὰ Χάριν καὶ συμμετεῖχον οὐσιαστικῶς εἰς πολλὰς Τοπικὰς καὶ Οἰκουμενικὰς Συνόδους, μὲ πλέον χαρακτηριστικὴν τὴν περίπτωσιν τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος.
            Ἡ φαιδρὰ καὶ γελοία αὐτὴ κατηγορία καταρρίπτεται παταγωδῶς καὶ ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι οἱ περὶ τὸν πρώην Φλωρίνης ἐγγράμματοι Ἐπίσκοποι, πτυχιοῦχοι θεολόγοι, ἐπρόδωσαν τὴν Ὀρθοδοξίαν καὶ ἐπέστρεψαν εἰς τὸν ἴδιον ἐμετὸν τῆς Σχισματοαιρετικῆς Νεοημερολογιτικῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία τοὺς εἶχε καθαιρέσει τὸ 1935.
            Ἐκ τῶν πραγμάτων, οἱ Φλωριναῖοι ἀπεδείχθησαν καὶ ψευδοπαλαιοημερολογῖται, καὶ ΟΥΝΙΤΑΙ τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ, καὶ Σχισματικοί, καὶ ὕπουλοι προδότες τοῦ Ἱεροῦ Ἀγῶνος τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν.
            Αὐτοὶ οἱ ἴδιοι οἱ Φλωριναῖοι ἀπέδειξαν ὅτι τὸ 1948 ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος ἦτο ὁ μόνος Ὀρθόδοξος καὶ Κανονικὸς Ἐπίσκοπος, ὅτι αὐτοὶ δὲν ἦσαν οὔτε Ὀρθόδοξοι οὔτε Ἐπίσκοποι ἀλλὰ Μοναχοί, καὶ ὅτι αἱ Χειροτονίαι τοῦ Βρεσθένης ἦσαν ἔγκυροι, Κανονικαί, ὑποσταταὶ καὶ ἀναμφισβητήτου κύρους, ἐφ᾽ ὅσον δὲν ὑπῆρχεν ἄλλος Ὀρθόδοξος Ἐπίσκοπος.
            Ἐξετέθησαν ἀνωτέρω αἱ κατηγορίαι τῶν Νεοημερολογιτῶν καὶ τῶν Φλωριναίων ἐναντίον τοῦ Βρεσθένης Ματθαίου καὶ ἐναντίον τῶν ὑπ᾽ αὐτοῦ γενομένων χειροτονιῶν Ἐπισκόπων τὸ 1948. Ἅπασαι αἱ κατηγορίαι ἀπεδείχθησαν ἀνυπόστατοι. Ἐκ τῆς Ἱστορίας καὶ ἐκ τῶν Ἱερῶν Κανόνων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν πράξεων καὶ δημοσιεύσεων τῶν κατηγόρων ἀπεδείχθη ὅτι ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος ἦτο ὁ μόνος Ὀρθόδοξος καὶ Κανονικὸς Ἐπίσκοπος καὶ αἱ Χειροτονίαι ἦσαν ἔγκυροι καὶ Κανονικαί, ὅπως προβλέπει τὸ Ἐκκλησιαστικὸν καὶ ΚΑΝΟΝΙΚΟΝ ΔΙΚΑΙΟΝ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
            Διὰ τοῦτο τιμῶμεν τὸν Βρεσθένης Ματθαῖον, τὸν μετέπειτα Ἀρχιεπίσκοπον τῶν Γ.Ο.Χ. Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος, ὡς γνήσιον Ἀποστολικὸν Διάδοχον καὶ Βιβλικὴν μορφήν, διότι δι᾽ αὐτοῦ ἐνήργησεν ὁ ΘΕΟΣ νὰ συνεχισθῇ ἡ Ἀποστολικὴ Πίστις καὶ ἡ Ἀποστολικὴ Διαδοχὴ τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας. Αὐτῆς τῆς Ἁγίας Ἐκκλησίας εἴμεθα μέλη χάριτι Θεοῦ, καὶ πρὸς διάκρισιν φέρομεν τὴν ὀνομασίαν «Ἐκκλησία Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος» «Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος».
Τοῦ Ἀειμνήστου καὶ Ἀοιδίμου Ἀρχιεπισκόπου τῶν Γ.Ο.Χ. Ἀθηνῶν
καὶ πάσης Ἑλλάδος Κυροῦ Ματθαίου Α´ Καρπαθάκη

ΑΙΩΝΙΑ  Η  ΜΝΗΜΗ.







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου