8 τῇ γὰρ χάριτί ἐστε σεσωσμένοι διὰ τῆς πίστεως· καὶ τοῦτο οὐκ ἐξ ὑμῶν, Θεοῦ τὸ δῶρον, 9 οὐκ ἐξ ἔργων, ἵνα μή τις καυχήσηται. 10 αὐτοῦ γάρ ἐσμεν ποίημα, κτισθέντες ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ ἐπὶ ἔργοις ἀγαθοῖς, οἷς προητοίμασεν ὁ Θεὸς ἵνα ἐν αὐτοῖς περιπατήσωμεν. Εφεσίους β’ 8-10

Πολλοί εσμέν οι λέγοντες , ολίγοι δε οι ποιούντες . αλλ’ούν τον λόγον του Θεού ουδείς ώφειλε νοθεύειν διά την ιδίαν αμέλειαν , αλλ’ ομολογείν μεν την εαυτού ασθένειαν , μη αποκρύπτειν δε την του Θεού αλήθειαν , ίνα μή υπόδικοι γενώμεθα , μετά της των εντολών παραβάσεως , και της του λόγου του Θεού παρεξηγήσεως …

Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής p.g.90,1069.360


ΜΟΝΟ ΧΡΙΣΤΟΣΩΤΗΡΙΑ ! Η ΟΡΘΗ «ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑ» ΕΞΑΣΦΑΛΙΖΕΙ ΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑ ! Η ΤΡΑΓΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ!

ΜΟΝΟ ΧΡΙΣΤΟΣΩΤΗΡΙΑ ! Η ΟΡΘΗ «ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑ» ΕΞΑΣΦΑΛΙΖΕΙ ΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑ ! Η ΤΡΑΓΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ!
«...κρίνει ο Θεός... δια Ιησού Χριστού»



Πολλές φορές τίθεται το «πρόβλημα» της σωτηρίας των μη Χριστιανών, όπως ακόμη και των «χριστιανών» εκείνων, που τους αρκεί να είναι «καλοί» άνθρωποι και «ηθικοί», αλλά για διαφόρους λόγους δεν θέλουν να έχουν σχέσεις με τον Χριστό και την Εκκλησία. Άμεση απάντηση στο «ψευδοπρόβλημα» αυτό μας δίνει ο Απόστολος Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή του.


Ο Θεός δεν είναι προσωπολήπτης

Ο Νόμος είχε απολυτοποιηθεί από τους Εβραίους. Η περιτομή και η καταγωγή εθεωρούντο αρκετά εχέγγυα για τη σωτηρία. Εκεί είχε οδηγήσει η φαρισαϊκή τυποκρατία. Ήταν μια νοοτροπία που ήδη και ο Κύριος είχε επανειλημμένα αντικρούσει (βλ. π.χ. Ιωάν. η’ 39. Μάτθ. η’ 12). Ο πνευματικός έλεγχος των Προφητών, η ασίγαστη προτροπή τους για εσωτερικότητα και πνευματικότητα, ακουγόταν μόνο από το πραγματικά εκλεκτό «λήμμα» (υπόλοιπο) του Λαού, που ενατένιζε μυστικά την σάρκωση του Λόγου και ζούσε με την αναμονή Του. Ο Παύλος, λοιπόν, αποδεικνύει, ότι δεν ωφελεί μόνη η περιτομή, ούτε βλάπτει η ακροβυστία των Εθνικών, για να καταλήξει στο συμπέρασμα, ότι η Πίστη, ως τελεία αυτοπαράδοση στο Θεό, δικαιώνει (λυτρώνει) τον άνθρωπο... Έτσι γκρεμίζει ο Παύλος την υπερηφάνεια των Εβραίων, που περιφρονούσαν τους Εθνικούς. Ο Θεός δεν είναι προσωπολήπτης! Στην «προχριστιανική» αυτή κατάσταση η «εργασία του αγαθού» βαρύνει και όχι άλλα κριτήρια. «Εν παντί έθνει ο φοβούμενος τον Θεόν και εργαζόμενος δικαιοσύνην δεκτός αυτώ εστιν» θα πει αλλού ο Απ. Πέτρος (Πράξ. ι’ 35).


Η απάντηση

όμως του Παύλου δίνεται ρητά παρακάτω, όταν λέγει: «...δικαιοσύνη δε Θεού δια πίστεως Ιησού Χριστού, εις πάντας τους πιστεύοντας» (γ’ 22). Η σωτηρία είναι δυνατή μόνο με την πίστη στον Χριστό, δια του Χριστού. Χωρίς τον Χριστό δεν σώζεται ο άνθρωπος. Δεν μπορεί δηλαδή να απαλλαγεί από την φθορά και το θάνατο και να θεωθεί. Ο κάθε άνθρωπος σώζεται και κρίνεται μόνο από τον Χριστό. Ο Πατήρ «ουδένα κρίνει, αλλά την κρίσιν πάσαν δέδωκε τω Υιώ» (Ιωάν. ε’ 22). Όποιος λοιπόν έχει τον Υιόν, «έχει την ζωήν. ο μη έχων τον Υιόν του Θεού, την ζωήν ουκ έχει» (Α’ Ιωάν. ε’ 12). Η ζωοποίησή μας γίνεται με την είσοδό μας στο Σώμα του Χριστού. Με την πραγματική δηλαδή ένταξή μας στο Σώμα του, που πραγματοποιείται, όταν η ζωή του Χριστού γίνει εν αγίω Πνεύματι ζωή μας. Η είσοδός μας δε στο Σώμα του Χριστού πραγματοποιείται με το Βάπτισμα. Γι’ αυτό και ο ίδιος ο Παύλος, παρ’ όλο που είδε τον Χριστό στον δρόμο της Δαμάσκου, έπρεπε να βαπτισθεί (Πράξ. θ’ 18). Γι’ αυτό είπε ο Κύριος στον δίκαιο και «ηθικό» κατά πάντα Νικόδημο: «δει υμάς γεννηθήναι άνωθεν» - πρέπει να ξαναγεννηθήτε!
Εκείνο, που χρειάζεται ο κάθε άνθρωπος, είναι η νέα, θεϊκή, ζωή, που μας λείπει, και την οποία ο Θεός δίνει δια του Χριστού. Είναι γεγονός, ότι σκανδαλίσθηκε ο Νικόδημος με τον λόγο αυτό του Χριστού μας. Αλλά ο Κύριος το επανέλαβε: «... Εάν μη τις γεννηθή εξ ύδατος και Πνεύματος, ου δύναται εισελθείν εις την βασιλείαν του Θεού» (Ιωάν. γ’ 3, 5). Έτσι καταλαβαίνουμε τί σημαίνει το «δεκτός» παραπάνω. «Ουδένα απωθείται, πάντας προσίεται (δέχεται) τους πιστεύοντας», ερμηνεύει ο ι. Χρυσόστομος. Και αναλυτικότερα ο άγιος Θεοφύλακτος, μεγάλος και αυτός ερμηνευτής της Εκκλησίας μας. Δεν είπε: «...σώζεται, αλλά δεκτός εστίν... τουτέστιν εάν προσδράμη τω θείω βαπτίσματι, αποστάς της προλαβούσης πλάνης...». Η αγάπη του Θεού φαίνεται στο ότι δέχεται όλους, περιτετμημένους και απερίτμητους. Δεν είναι δυνατόν όμως να υπερπηδηθεί ο φραγμός μεταξύ φυσικού και πνευματικού, μεταξύ φθαρτού και αφθάρτου, παρά μόνο «εν Χριστώ», στον Οποίο βρίσκεται «ο νόμος του πνεύματος της ζωής» (Ρωμ. η’ 2).


Και όσοι δεν Τον άκουσαν;

Είναι συνηθισμένο ερώτημα, πολλές φορές μάλιστα σ’ εκείνους, που ενδιαφέρονται περισσότερο για την σωτηρία των άλλων απ’ όσο για την δική τους σωτηρία... Πόσες «αγαπολογίες» και συναισθηματισμοί δεν επιστρατεύονται, για να δοθεί η ικανοποιητική για όλους απάντηση!

Μολονότι και εδώ υπάρχει η απάντηση του Αγ. Πνεύματος. Υπάρχει κριτήριο και για όσους δεν άκουσαν ΚΑΘΟΛΟΥ για τον Χριστό.

Είναι ο έμφυτος νόμος της συνειδήσεως. Τον έχει φυτεύσει μέσα σε κάθε άνθρωπο ο Θεός και μένει σαν φωνή του Θεού μέσα μας.

Το ερώτημα όμως είναι: Πόσοι αλήθεια είναι αυτοί, που δεν άκουσαν ΤΙΠΟΤΕ για τον Χριστό; Οι δικές μας απαντήσεις πάσχουν από λογικοκρατία και συναισθηματισμό και είναι έξω από την Αλήθεια. Ο Χριστός μας, η Αυτοαλήθεια, έχει δώσει την απάντηση: «Εάν μη τις γεννηθή εξ ύδατος και Πνεύματος, ου δύναται εισελθείν εις την βασιλείαν του Θεού» (Ιωάν. γ’ 5). Θα τολμήσουμε να πούμε, ότι δεν είπε αλήθεια ή ΑΥΤΟΑΛΗΘΕΙΑ; Να τί λέγει και ο γνήσιος μαθητής της Αλήθειας, ο ι. Χρυσόστομος: «Κλαύσον τους απίστους, κλαύσον τους ουδέν εκείνων απέχοντας, τους χωρίς φωτίσματος (βαπτίσματος) απερχομένους, τους χωρίς σφραγίδος (χρίσματος). Ούτοι όντως θρήνων άξιοι... έξω των βασιλείων είσι, μετά των καταδίκων...».

Μήπως, αλήθεια, συμφωνεί ποτέ η λογική μας με το γεγονός του κατακλυσμού; Και όμως ο Πέτρος λέγει: «αρχαίου κόσμου ουκ εφείσατο... κατακλυσμόν κόσμω ασεβών επάξας» (Β’ Πέτρ. β’. 5). Μέσα στην πονηρία και ακαθαρσία μας δεν μπορούμε να εννοήσουμε την Σοφία του Θεού. Ξέρουμε όμως, ότι ο Χριστός με την κάθοδό του στον Άδη «εζωοποίησε» και όλους τους δικαίους, που βρίσκονταν στον Άδη και που έζησαν φυσικά πριν από την σάρκωσή Του. Τί θα γίνει με εκείνους, που μετά την σάρκωσή Του δεν Τον γνώρισαν καθόλου, εμείς δεν γνωρίζουμε. Μας αρκεί η απάντηση του Απ. Παύλου. Το μόνο, που με απόλυτη βεβαιότητα ξέρουμε, είναι, πως εμείς δεν σωζόμαστε, δεν φτάνουμε στη θέωση, χωρίς τον Χριστό, χωρίς την απόλυτη πίστη σ’ Εκείνον.
Η ΟΡΘΗ «ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑ» ΕΞΑΣΦΑΛΙΖΕΙ ΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑ
Ο Χριστός της Εκκλησίας

 Η Εκκλησία, το Σώμα του Χριστού, δεν επεδίωξε ποτέ να «κατασκευάση» κάποιο Χριστό, αλλά αγωνίζεται να παραδίδη αδιάκοπα μέσα στην Ιστορία τον ένα Χριστό και να Τον ομολογή, όπως τότε οι Μαθη­ταί με το στόμα του Πέτρου: «Συ ει ο Χριστός ο Υιός του Θεού του ζώντος». Απέναντι στις διάφορες αιρετικές πλαστογραφήσεις του Χριστού αντιπαρατάσσει πάντα η Εκκλησία, με αγώνες και θυσίες, με δάκρυα και αίμα, τον Ένα και Μοναδικό Χριστό, που μπορεί να σώση. Στα κηρύγματα των αγίων Πατέρων και στο ποιμαντικό τους έργο, στις Οικουμενικές Συνόδους και στην λατρευτική και κοινοβιακή ζωή της σώζεται και παραδίδεται ο αληθινός Χριστός, ο σαρκωμένος Θεός, Λόγος του Θεού, που σώζει τον άνθρωπο και τον κόσμο, στην επίγεια και αιώνια διάσταση της σωτηρίας. Η μαρτυρία της Εκκλησίας για τον Χριστό στον άνθρωπο κάθε εποχής παραμένει σταθερή και αμετακίνητη: Ο Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέ­λειος άνθρωπος. Αυτός είναι ο Χριστός της Εκκλησίας, που προσφέρεται πάντα σαν απάντηση στην λυτρωτική αναζήτηση του κόσμου. Ένας τεμαχισμένος Χριστός, ένας Χριστός δηλ. που δεν γίνεται δεκτός στην πληρότητά Του, δεν μπορεί να προσφέρη σωτηρία. Την αλήθεια αυτή μπορούμε να την καταλάβωμε, αν αναλογισθούμε τις σωτηριολογικές και κοινωνικές διαστάσεις των αιρέσεων, του Αρειανισμού και του Μονοφυσιτισμού λ.χ. Ο πρώτος αρνείται την θεότητα του Χριστού. Ο δεύτερος δέχεται απορρόφηση της ανθρωπότητος του Χριστού από την θεότητά Του, δηλ. στην ουσία αρνείται ή αγνοεί την ανθρωπότητα του Χριστού. Ποιες είναι οι πρακτικές συνέπειές τους;



Χριστιανισμός χωρίς Χριστό!

 Η άρνηση της θεότητος του Χριστού οδηγεί στην απόρριψη και των θαυμάτων Του και κάθε υπερφυσικής ενέργειάς Του. Αν όμως ο Χριστός υπήρξε μόνο άνθρωπος, δεν έχει για μας περισσότερη σημασία από κάθε άλλο άνθρωπο. Ούτε η διδασκαλία Του, σαν λόγος ανθρώπου, έχει απόλυτη και διαιώνια σημασία. Γιατί, πόσα από εκείνα που είπε είναι λόγοι Θεού και πόσα λόγοι δικοί Του; Γιατί, λοιπόν, να υπακούσω σε μια τέτοια διδασκαλία; Γιατί να αγαπήσω τον πλησίον μου ως εμαυτόν; γιατί να ενδιαφερθώ για τα προβλήματά του; γιατί να επιζητώ κοινωνική ισότητα και αδελφοσύνη; γιατί να πολεμώ την αδικία; Αλλά πώς, πάλι, θα με «θεώση», θα με ενώση με τον Θεό, ένας Χριστός, που δεν είναι τέλειος, πραγματικός και «φυσικός» Θεός, αλλά, έστω, άνθρωπος θεοποιημένος; Με ένα τέτοιο Χριστό, που δεν έχει θεία ουσία και αυθεντία, είμαι ελεύθερος να διαλέξω από την διδασκαλία Του ό,τι μου αρέσει ή ό,τι με συμφέρει! Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, αν εν ονόματι ενός τέτοιου (ανύπαρκτου) Χριστού γίνωνται τα μεγαλύτερα εγκλήματα στην ιστορία... Η άρνηση έπειτα της ανθρωπό­τητος του Χριστού και η μερική ή απόλυτη απόρριψή της (Δοκητισμός, Μονοφυσιτισμός) σημαίνει άρνηση και της πραγματικότητος του πάθους Του. Αλλά τότε τα λόγια του ιερού Συμβόλου «...δι’ ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν... ενανθρωπήσαντα... παθόντα και τραφέντα» χάνουν κάθε σημασία. Αν ο Χριστός δεν υπήρξε πραγματικός και τέλειος άνθρωπος, δεν μπορεί να χρησιμεύση σαν καθολικός νόμος αγάπης, δικαιοσύνης, αληθείας, θυσίας. Δεν ξέρει τίποτε από τα προβλήματα, τις δυσκολίες και τον μόχθο μας. Αν δεν υπήρξε και άνθρωπος, οι εντολές Του, απευθυνόμενες σε ανθρώπους, είναι ανεφάρμοστες. Το αποτέλεσμα δηλ. είναι και πάλι το ίδιο: απόρριψη της απόλυτης, καθολικής και διαιώνιας λυτρωτικής δυνάμεως του Ευαγγελίου.

Ένας Χριστός, που δεν προσφέρεται στην ενότητα και ολότητα - καθολικότητά Του, είναι ένας ανύπαρκτος Χριστός, που μόνο σε ένα Χριστιανισμό χωρίς Χριστό μπορεί να οδηγήση. Χριστιανισμός δε χωρίς Χριστό είναι, δυστυχώς, ο ποικιλώνυμος αιρετικός Χριστιανισμός και της εποχής μας...

Η ΤΡΑΓΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ
 «αιρετικόν άνθρωπον... παραιτού»

 Πολλές ερμηνείες έχει λάβει ο όρος «αιρετικός» από τους ερμηνευτές, και μάλιστα τους νεωτέρους, στο χώρο της Κ. Διαθήκης. Υπάρχει όμως και η συγκεκριμένη σημασία, που έλαβε ο όρος στη γλώσσα των Αγίων Πατέρων, στη γλώσσα της Ορθοδοξίας. Για τους αγίους Πατέρας μας «αιρετικός» σημαίνει: διαστρεβλωτής της πίστεως, της αποκεκαλυμμένης Αληθείας, του θεόθεν δεδομένου τρόπου σωτηρίας. Αίρεση δε, είναι αλλοτριωμένη εκδοχή του Προσώπου του Σωτήρος Χριστού, που δεν μπορεί να οδηγήσει στη σωτηρία, στη θέωση, τον άνθρωπο και να λυτρώσει από το κακό τον κόσμο....



Οι άγιοι Πατέρες, γνήσιοι θεολόγοι

Για να κατανοήσουμε την τραγικότητα, μέσα στην οποία ζουν και κινούνται οι αιρετικοί, πρέπει να δούμε το διαμετρικά αντίθετό τους μέγεθος, δηλαδή τους αγίους Πατέρες, στο κύριο έργο τους, την θεολογία. Βέβαια ο εγκλωβισμένος στα κοινωνιολογικά σχήματα των καιρών μας θα σπεύσει εδώ να διαμαρτυρηθεί, μη μπορώντας να εννοήσει, ότι όλο το έργο των Πατέρων, σε κάθε εποχή, είναι θεολογία. Γιατί ενωμένοι με το Θεό αντιμετωπίζουν οι Πατέρες όχι μόνο τα προβλήματα της πίστεως, αλλά και όλης της ζωής. Θεό - Αλήθεια προσφέρουν, αντιμετωπίζοντας κρίσεις δογματικές, αλλά Θεό - Αλήθεια προσφέρουν ποιμαίνοντας τα πνευματικά τους τέκνα και οδηγώντας τα στα πλαίσια της εν Χριστώ ζωής, που είναι η αγιοπνευματική κοινωνία. Οι Άγιοι Πατέρες θεολογούν πάντα με τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος. Γίνονται πρώτα δοχεία και Ναοί του Πνεύματος, με την άσκησή τους και τον πνευματικό τους αγώνα, και καταξιώνονται να γίνουν Πνευματοκίνητοι, Θεοκίνητα στόματα του Λόγου και χείρες του Πνεύματος. Η θεολογία τους είναι, έτσι, έκφραση των μυστικών εμπειριών τους. Εκφράζουν αυτό, που το Πνεύμα αποκαλύπτει μέσα τους, σκορπίζουν γύρω το φως Του. Λέγουν αυτό, που βλέπουν, στη φωτισμένη και θεοφόρο καρδιά τους. Δεν είναι, λοιπόν, οι στοχαστές και φιλόσοφοι του κόσμου, οι διανοητές - όπως λέμε. Ο στοχασμός μας δεν μπορεί ποτέ να γίνει Θεολογία. Μένει φιλοσοφία, μεταφυσική, αναζήτηση ανθρώπινη.

Η Θεολογία των Πατέρων είναι το αποτέλεσμα της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος μέσα τους. Αυτό ομολογεί ένας από τους λίγους, που δίκαια πήραν το όνομα του Θεολόγου της Εκκλησίας, ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: «Δεν είναι του καθενός, να φιλοσοφεί γύρω από το Θεό. Δεν είναι του καθενός. Αυτό το πράγμα δεν είναι τόσο φθηνό και ταπεινό... Δεν είναι του καθενός, παρά μόνο των δοκιμασμένων και όσων έχουν προχωρήσει στη θεωρία (δηλαδή στη θέα του Θεού) και που προηγουμένως έχουν καθαρισθεί και στην ψυχή και το σώμα, ή τουλάχιστον καθαρίζονται τώρα». Οι άγιοι Πατέρες έχουν κάθε δικαίωμα να λέγουν: «έδοξε τω Πνεύματι τω Αγίω και ημίν» χωρίς τον παραμικρό κίνδυνο να κατηγορηθούν για έπαρση.

Όπως εντελώς φυσικά και απροσποίητα διεκήρυξαν οι Αγιορείτες Ησυχαστές στον Τόμο του 1341: «Ταύτα υπό των Γραφών εδιδάχθημεν, ταύτα παρά των ημετέρων Πατέρων παρελάβομεν, ταύτα δια της μικράς εγνώκαμεν πείρας...». Η ταπεινοφροσύνη τους φαίνεται στο «μικράς». είναι όμως αναγκασμένοι να μιλήσουν και για την δική τους θεοπτική εμπειρία.



Οι Αιρετικοί, οι αθεράπευτοι «θεραπευτές»

Η αίρεση δεν είναι απλά λογικό λάθος, ούτε οι αιρετικοί απλώς αστοχούν στην εύρεση της αλήθειας. Στην περίπτωσή τους συμβαίνει κάτι βαθύτερο και ουσιαστικότερο. Κατά το γράμμα γνωρίζουν την Γραφή, κατά τρόπο -πολλές φορές- εκπληκτικό. Τους λείπει όμως κάτι ουσιαστικό και η έλλειψή του τους διαφοροποιεί ριζικά από τους Πατέρες. Τους λείπει η αγιοπνευματική εμπειρία των Πατέρων. Ο εσωτερικός φωτισμός του Πνεύματος. Γιατί δεν έχουν περάσει την θεραπεία της Εκκλησίας. Μπορεί ηθικά να είναι (εξωτερικά) ανεπίληπτοι. Δεν έχουν όμως μέσα τους το Πνεύμα. Δεν βλέπουν, λοιπόν, όσα βλέπουν εν Πνεύματι οι Πατέρες. Μπορεί διανοητικά να είναι εκπληκτικά ανεπτυγμένοι. Είναι πράγματι γεγονός, ότι όλοι οι μεγάλοι αιρετικοί εντυπωσιάζουν με την πολυγνωσία και «σοφία» τους! Ακόμη και σήμερα... Δεν έχουν όμως καθαρή την καρδιά, ούτε έχουν μεταβληθεί σε ναούς του Αγίου Πνεύματος. Η αίρεση προϋποθέτει κακή ή ανύπαρκτη θεραπεία. Γι’ αυτό για τους αιρετικούς η Θεολογία είναι διανοητική - επιστημονική υπόθεση, λογικό και συλλογιστικό παιχνίδι. Η εμπειρία της θεώσεως, που καταξιώνει τους Πατέρες, είναι αυτό, που τους λείπει. Γι’ αυτό ο αιρετικός δεν μπορεί να διακρίνει στο κρίσιμο σημείο την αλήθεια από την πλάνη. Γιατί δεν βλέπει μέσα του την αλήθεια, δεν την γνωρίζει στην καρδιά του. Δεν έχει το όχημα της «νοεράς προσευχής» και γι’ αυτό δεν μπορεί να φτάσει στον «δοξασμό», που είναι η αποκάλυψη της «πάσης αληθείας» από το Άγιον Πνεύμα. Εδώ ακριβώς αποκαλύπτεται και η τραγικότητα όλων των αιρετικών, και προ πάντων των αιρεσιαρχών. Αφώτιστοι οι ίδιοι, ζητούν να φωτίσουν. Αθεράπευτοι οι ίδιοι, ζητούν να θεραπεύσουν. Άθεοι οι ίδιοι, ζητούν να θεολογήσουν. Θα μπορούσαμε να παρομοιάσουμε τους αιρετικούς με ψευτογιατρούς και τσαρλατάνους, που απατούν. Αλλ’ είναι κάτι χειρότερο: είναι γιατροί, που προσφέρουν δολοφονική θεραπεία, που σκοτώνει τον άνθρωπο αιώνια. Είναι φαρμακοποιοί, που κυκλοφορούν φάρμακα δηλητηριασμένα - αλλοιωμένα, που είναι επικίνδυνα για την δημόσια υγεία, και όχι την σωματική, αλλά την πνευματική και αιώνια.



Η διαφορά στα πράγματα


Ακολουθώντας την πατερική θεώρηση της αιρέσεως, μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε την φθοροποιό δύναμή της στην ιερή υπόθεση της σωτηρίας μας. Μέσα στην άμβλυνση των πνευματικών μας αισθητηρίων, πολύ συχνά τοποθετούμε τη διαφορά Ορθοδοξίας και αιρέσεων σε επίπεδο λεκτικών ή τυπικών παραλλαγών. Αυτό οδηγεί στην ελαχιστοποίηση της διαφοράς και στην εντύπωση, ότι η διαφωνία είναι για ασήμαντα πράγματα, που μπορούν εύκολα με κάποια καλή διάθεση να θεραπευθούν. Και τούτο συμβαίνει, γιατί συνήθως νοούμε τους εαυτούς μας ως Ορθοδόξους και παραβάλλουμε τους ετεροδόξους προς τους εαυτούς μας. Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, ότι διακρίνουμε περισσότερες ομοιότητες από διαφορές! Αν δούμε όμως τις αιρέσεις από πλευράς πραγματικότητος πατερικής και αντιπαραθέσουμε στην ετεροδοξία της εποχής μας τους Αγίους μας Πατέρες, τότε θα διαπιστώσουμε, ότι πρόκειται για διαφορά πραγμάτων και όχι λέξεων. Πρόκειται για διαφορά πρωταρχικά θεραπευτικής μεθόδου. Η πνευματικότητα της Ορθοδοξίας γεννά Αγίους Πατέρες, ενώ η «πνευματικότητα» των αιρέσεων σπείρει τον όλεθρο. Γι’ αυτό οι Άγιοι Πατέρες θα μένουν πάντα τα «πάγχρυσα στόματα του Λόγου», που θα καλούν όχι μόνο τους αιρετικούς και ετεροδόξους, αλλά και μας τους κατ’ όνομα μόνο ορθοδόξους, στην γνήσια εν Χριστώ θεραπεία, που οδηγεί στον δοξασμό και την αληθινή Θεολογία.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΑ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ”
(Απάνθισμα κηρυγμάτων από την
«ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΟΥ» των ετών 1980 και 1983)
ΠΡΩΤΟΠΡ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ Μ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου