xristianorthodoxipisti.blogspot.gr ΟΡΘΟΔΟΞΑ ΚΕΙΜΕΝΑ / ΑΡΘΡΑ
Εθνικά - Κοινωνικά - Ιστορικά θέματα
Ε-mail: teldoum@yahoo.gr FB: https://www.facebook.com/telemachos.doumanes

«...τῇ γαρ χάριτί ἐστε σεσωσμένοι διά τῆς πίστεως· και τοῦτο οὐκ ἐξ ὑμῶν, Θεοῦ τὸ δῶρον, οὐκ ἐξ ἔργων, ἵνα μή τις καυχήσηται. αὐτοῦ γάρ ἐσμεν ποίημα, κτισθέντες ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ ἐπι ἔργοις ἀγαθοῖς, οἷς προητοίμασεν ὁ Θεός ἵνα ἐν αὐτοῖς περιπατήσωμεν...» (Εφεσίους β’ 8-10)

«...Πολλοί εσμέν οι λέγοντες, ολίγοι δε οι ποιούντες. αλλ’ούν τον λόγον του Θεού ουδείς ώφειλε νοθεύειν διά την ιδίαν αμέλειαν, αλλ’ ομολογείν μεν την εαυτού ασθένειαν, μη αποκρύπτειν δε την του Θεού αλήθειαν, ίνα μή υπόδικοι γενώμεθα, μετά της των εντολών παραβάσεως, και της του λόγου του Θεού παρεξηγήσεως...» (Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής p.g.90,1069.360)

Κυριακὴ τῶν Ἁγίων πατέρων της Α' Οἰκουμενικῆς Συνόδου: Λόγος εἰς τοὺς ὁσίους 318 θεοφόρους Πατέρες καὶ εἰς τὸν Κωνσταντῖνον τὸν εὐσεβέστατον Βασιλέα (πρεσβύτερος Γρηγόριος Καισαρείας)

 Κυριακὴ τῶν Ἁγίων πατέρων της Α' Οἰκουμενικῆς Συνόδου: Λόγος εἰς τοὺς ὁσίους 318 θεοφόρους Πατέρες καὶ εἰς τὸν Κωνσταντῖνον τὸν εὐσεβέστατον Βασιλέα (πρεσβύτερος Γρηγόριος Καισαρείας)

 Τὰς μυστικὰς σήμερον τοῦ Πνεύματος σάλπιγγας, τοὺς θεοφόρους Πατέρας ἀνευφημήσωμεν, τοὺς μελῳδήσαντας ἐν μέσῳ τῆς Ἐκκλησίας, μέλος ἐναρμόνιον θεολογίας, Τριάδα μίαν, ἀπαράλλακτον, οὐσίαν τε καὶ Θεότητα, τοὺς καθαιρέτας Ἀρείου, καὶ ὀρθοδόξων προμάχους, τοὺς πρεσβεύοντας πάντοτε Κυρίῳ, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχάς ἡμῶν.
Ἐπειδὴ Ἀπόστολος μᾶς συμβουλεύει νὰ ὑπακούωμε στοὺς προεστώτας, φίλε τοῦ Θεοῦ, ξεχνῶντας κι ἐγὼ τὴν ἀδυναμία μου καὶ παραβλέποντας τὸ ἀκαλλὲς τοῦ λόγου μου, ὑπήκουσα στὸν τίμιο Πατέρα, ὁποῖος μοῦ ἀνέθεσε νὰ συγγράψω μὲ συντομία περὶ τῆς Συνόδου τῶν Ἁγίων τριακοσίων δέκα καὶ ὀκτὼ Πατέρων ποὺ ἔγινε στὴ Νίκαια, καὶ νὰ τὴν παραδώσω στὴν ὑπ' αὐτὸν ἁγιοτάτην Ἐκκλησία τῆς Νικαίας, ὥστε νὰ ἔχῃ στὴν διάθεσή της γραπτὴ τὴν διήγηση τῆς πνευματικῆς ἀγωνίας ἐκείνων τῶν ὁποίων εἶχε ἀπολαύσει καὶ τὴν σωματικὴ παρουσία. Καὶ ὅσα μὲν κατὰ τὴν δύναμή μου θὰ ἀναφέρω ἐγώ, συγκρινόμενα μὲ τὸ μεγαλεῖο τῆς ἐναρέτου πολιτείας τῶν Πατέρων, ὁμοιάζουν θὰ ἔλεγα μὲ σταγόνα στὸν ὠκεανό. Τῆς ἰδικῆς τους δὲ τελειότητος ἔργο εἶναι τὸ νὰ μὴ δίδουν τόση σημασία στὸν τρόπο τῆς ἐκφράσεως, ἀλλὰ νὰ μᾶς τιμήσουν μὲ τὴν συμπάθειά τους ἀναλόγως μὲ τὴν προθυμία τῆς ὑπακοῆς.

 Ὅταν ἐβασίλευσαν στὴν Ρώμη ἀσεβῶς Μαξιμιανός, Λικίνιος καὶ Μαξέντιος, πολλοὺς πιστοὺς Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι ἠρνήθησαν νὰ θυσιάσουν στοὺς δαίμονες, ὑπέβαλαν σὲ βασανιστήρια καὶ θάνατον, εὑρῆκαν δὲ δικαίως καὶ αὐτοὶ τέλος ἀντάξιο τῆς εἰδωλομανίας τους. Τότε ἀνέτειλε παραδόξως ἀπὸ τὴν Δύση, σὰν φωστῆρας, φιλοχριστότατος Κωνσταντῖνος, ἀρχηγὸς τῆς Ὀρθοδόξου πολιτείας καὶ πρόβολος τῆς ἀμώμου πίστεως. Αὐτός, συγχρόνως μὲ τὴν μεταφορὰ τῆς ἕδρας του ἀπὸ τὴν Δύση στὴν Ἀνατολή, δέχεται στὴν ψυχὴ πλούσιο τὸν θεῖο φωτισμό. Καὶ χρίοντας τoν νοῦ του μὲ τὴν εὐσέβεια, ἀναλαμβάνει τoν πρῶτο ἀγῶνα κατὰ τοῦ διαβόλου: ἐκδίδει κατὰ τόπους προγράμματα γιὰ ἐλευθερία στοὺς Χριστιανούς: λύνει τὴν κατήφεια ποὺ εἶχαν προξενήσει στοὺς πιστοὺς οἱ ἄνομοι, καταστρέφει τὰ σεβάσματα τῶν εἰδώλων, γνωστοποιεῖ τὴν ἀνυπαρξία τοῦ ψεύδους, φανερώνει τὸ κήρυγμα τῆς ἀληθείας, ἀποδίδει τιμὲς καὶ ἐνθαρρύνει ὅσους ἐτίμησαν τoν Κύριο. Θεραπεύει σώματα πιστῶν κακοποιημένα ἀπὸ τίς μαστιγώσεις. Τιμωροῦνται τέλος καὶ ἐξορίζονται ὅσοι λατρεύουν τοὺς δαίμονες. Ἦταν δυνατὸν νὰ ἰδῇς τότε τοὺς πιστοὺς ποὺ ἀπηλλάγησαν ἀπὸ τοὺς διωγμοὺς καὶ ἐκείνους ποὺ συνῆλθαν ἀπὸ τὴν δαιμονικὴ πλάνη, ὅλους μαζὶ νὰ δοξολογοῦν τoν Κύριο μὲ παρρησία, ὁμοιάζοντας μὲ ἀγγελικὴν χοροστασία.

Ἐχαίρετο λοιπὸν ὁ πιστότατος βασιλεὺς γιὰ τὴν καθημερινὴν αὔξηση τῶν Χριστιανῶν, ἀντιλαμβανόμενος ὅτι ὅλα αὐτὰ ὀφείλονται σὲ θείαν ἐνέργεια, ἡ ὁποία προσείλκυσε σὲ λίγο χρόνο τοὺς ὑπηκόους του στὴν ἐπίγνωση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τί ἦταν δὲ αὐτὸ ποὺ ἦλθε καὶ προσετέθῃ στὰ προηγούμενα; Ἐνῶ τὰ γύρῳ,γύρω ἔθνη προηγουμένως συνεχῶς ἐπαναστατοῦσαν, ἀθετῶντας τίς συμφωνίες μέ τους πρὶν ἀπ' αὐτὸν βασιλεῖς, τοὺς ὁποίους δὲν ἄφηναν σὲ ἡσυχία καὶ οἱ φονικὲς ἐμφύλιες ἐξεγέρσεις, ἀπὸ τότε ποὺ ὁ Κωνσταντῖνος ἀνεδείχθῃ ἀπὸ τoν Σωτῆρα μας Χριστὸ βασιλεὺς ὅλου τοῦ Κράτους, ἀμέσως σὰν ἀπὸ κοινὸ πρόσταγμα, τὰ δεινὰ τῶν ἐθνῶν ὑπεχώρησαν καὶ οἱ ὑπήκοοι ἠσπάσθησαν τὴν εἰρήνη.

Ὁ μισόκαλος ὅμως ἐχθρὸς δὲν ἠμποροῦσε νὰ ὑποφέρῃ οὔτε αὐτὴ τὴν πρόοδο τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὴν ἐπίγνωση τῆς ἀληθείας. Ἀλλὰ ὅπως παλαιὰ ἐφθόνησε τὴν ἄλυπο ζωὴ τῶν πρωτοπλάστων καὶ διὰ μέσου τοῦ ὄφεως ἔσπειρε στὴν ἀκοὴ τὴν παρακοὴ τῆς ἐντολῆς, ἔτσι καὶ τότε, σπαράζοντας ἀπὸ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν πρώην εἰδωλολατρῶν πρὸς τoν Θεόν, ἀποστέλλει σὲ κάποιον πνεῦμα πύθωνος. Αὐτὸς δὲ ἦταν ὁ Ἄρειος, χριστιανὸς στὸ ὄνομα καὶ μάλιστα πρεσβύτερος τῆς Ἀλεξανδρινῆς Ἐκκλησίας. Τοῦ εἶχε ἀνατεθῇ, ὡς μὴ ὤφειλε, ἡ ἐξήγησις τῶν Θείων Γραφῶν. Εἶχε καταληφθεῖ ὅμως ἀπὸ κενοδοξία καὶ φιλαργυρία, τὰ ὅπλα αὐτὰ τοῦ διαβόλου. Καὶ βλέποντας ὅτι μετὰ τoν Πέτρο, τoν νικηφόρον ἱερομάρτυρα καὶ ἰσαπόστολο ἀρχιερέα, καὶ τὸν διάδοχό του Ἀχιλλά, τὴν προεδρεία τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἀλεξανδρέων ἀνέλαβε ὁ ὑπέρμαχος τῶν ἀποστολικῶν δογμάτων καὶ πάναγνος ἱεράρχης Ἀλέξανδρος, ἄρχισε νὰ ἐξωτερικεύῃ τίς ἐμετικὲς βασκανίες ποὺ σὰν δηλητηριώδης δράκοντας ἔκρυβε στὴν καρδία του. Καὶ κατὰ μὲν τοῦ ἰδίου τοῦ Ἀλεξάνδρου δὲν ἦταν ἱκανὸς νὰ αὐθαδιάση, ἐπειδὴ ὁ Ἀλέξανδρος ἦταν ἄμεμπτος καὶ ἀμέτοχος ἀπὸ κάθε κακία, σύμφωνα μὲ τὴν μαρτυρία τοῦ Κυρίου γιὰ τὸν Ἰώβ. Τί μηχανεύεται λοιπὸν ὁ ἀλιτήριος; Ὁπλίζεται ἐναντίον τῶν δογμάτων ἐκείνου τοῦ ὁσίου, ὥστε νὰ τὸν συκοφαντήσῃ διὰ μέσου αὐτῶν. Καὶ ἔτσι «τίθησιν ἐπὶ τὸν οὐρανὸν τὸ στόμα αὐτοῦ καὶ λαλεῖ κατὰ τοῦ Ὑψίστου ἀδικίαν». Ἐνῶ ὁ ὅσιος Ἀλέξανδρος ὡμολογοῦσε σαφῶς τὸν Υἱὸν ὁμοούσιο καὶ ὁμότιμο μὲ τὸν Πατέρα, ἀντιθέτως, ὁ φρενοβλαβὴς Ἄρειος παραληροῦσε περὶ τοῦ Υἱοῦ ὅτι εἶναι κτίσμα καὶ δημιούργημα καὶ ὅτι κάποτε δὲν ὑπῆρχε, καὶ ἄλλα ἀσεβέστερα τὰ ὁποῖα ὄντως τὸ μόνο ποὺ ἀξίζουν εἶναι νὰ σιωπηθοὺν καὶ νὰ λησμονηθοῦν. Βλέποντας λοιπὸν ὁ θεσπέσιος Ἀλέξανδρος ὅτι σὰν ἐπιδημικὴ νόσος διαδίδεται τὸ κακό, καὶ εἶχε προσβάλει ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο καὶ τίς γειτονικὲς Θηβαϊδα καὶ Λιβύη, ἐφοβεῖτο μὴν ἐπεκταθῇ σὲ ὅλο τὸ σῶμα τῶν πιστῶν. Ἀφοῦ μετὰ ἀπὸ πολλὲς κατὰ πρόσωπο παραινέσεις μὲ τίς ὁποῖες συμβούλευε πατρικῶς τὸν ἀτίθασο, μετὰ ἀπὸ πολλοὺς καὶ ποικίλους ἐλέγχους ἀπὸ τίς ἅγιες Γραφές, γιὰ τοὺς ὁποίους σεμνύνεται καὶ ἡ Παλαιὰ καὶ ἡ Καινὴ Διαθήκη, εἶδε ὅτι ὁ ἀσεβὴς διακατέχεται ἀκόμη ἀπὸ τὴν σκοτεινή του πλάνη, καταφεύγει στὸν ὑβριζόμενο ἀπὸ ἐκεῖνον Ἰησοῦν Χριστόν, καλῶντας τον σὲ βοήθεια τοῦ πιστοῦ λαοῦ τοῦ ἐναντίον τοῦ θεομάχου ἐγχειρήματος. Μὲ νηστεία, ἀγρυπνία καὶ δάκρυα ζητεῖ τὴν συμμαχία τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἀληθείας. Ἐνῶ δὲ ὁ ἀσεβὴς ὅλο καὶ περισσότερον ἐξηγριώνετο καὶ λογομαχοῦσε, προσκαλεῖ ὁ Ἀλέξανδρος περισσοτέρους συνεργάτες γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν τoν κίνδυνο καὶ στέλνει γράμματα πρός τους κατὰ τόπους ἐπισκόπους, μηνύοντας τὰ τερατώδη κινήματα τῆς καρδίας τοῦ Ἀρείου κατὰ τῆς Ὀρθοδοξίας. Γι' αὐτὸ ἀσφαλίζει μὲν ἐκ τῶν προτέρων τίς ἀκοές τους, ὥστε νὰ μὴν παρασυρθοῦν μερικοὶ καὶ πέσουν στὸ βάραθρο τῶν φρονημάτων τοῦ Ἀρείου, σπεύδει δὲ νὰ τὰ γνωστοποιήσῃ χωρὶς ἀναβολὴ καὶ στὸν ἔνδοξον αὐτοκράτορα. Μόλις ἔμαθε αὐτὰ ὁ καλλίνικος βασιλεύς, σὰν νὰ ἐκτυπήθῃ ἀπὸ κεντρὶ μὲ τὸ λυπηρὸ καὶ ἀναπάντεχο νέο ποὺ ἄκουσε, καὶ στέλνει ἀμέσως καὶ συγκαλεῖ μὲ ἐπίσημα ἔγγραφα ἀπὸ ὅλη τὴν ἐπικράτεια ὅσους ἐπισκόπους διατίθενται νὰ συγκεντρωθοῦν στὴν Νίκαια, τὴν πρωτεύουσα τῆς Βιθυνίας, γιὰ νὰ ἐξετάσουν τὸ θέμα, νὰ φανερώσουν τὴν ἀληθινὴ πίστη, νὰ ἀφορίσουν δὲ καὶ νὰ ἀφανίσουν ἐντελῶς τὴν δαιμονικὴν αἵρεση τῶν κακοδόξων.

Ἀφοῦ λοιπὸν προηγήθησαν ὅλα αὐτά, ποίους ἐπισκόπους εἶχε τὸ ζωοποιὸ πνεῦμα προετοιμάσει νὰ εὑρεθοῦν ἐκεῖνον τὸν καιρὸ καὶ ἀπὸ ποίαν ἐπαρχία προήρχετο ὁ καθένας, ἠμποροῦν αὐτοὶ ποὺ ἐρευνοῦν μὲ ἐνδιαφέρον νὰ τὰ διαβάσουν στὸν συνοδικὸ τόμο.

Οἱ ἅγιοι Πατέρες, λοιπόν, σὰν ἐργατικὲς μέλισσες, ἀναχωρῶντας ὁ καθένας ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία του σὰν ἀπὸ ἀνθισμένο κῆπο, ἔφθασαν στὸ συμβολοποιὸ τόπο τῆς Νικαίας. Ὁ δὲ θεῖος Κωνσταντῖνος, ἀκούγοντας ὅτι πλησιάζει ἡ ἱερὰ καὶ στοὺς ἀγγέλους σεβαστὴ παρουσία τῶν ἁγίων Πατέρων, τοὺς ὑποδέχεται μὲ τίς τιμὲς ποὺ ἁρμόζουν, καὶ ἀφοῦ ἔστειλε κάποιους ἀπὸ τὴν ἱερὰ Σύγκλητο νὰ τοὺς ὑποδεχθοῦν ἀπὸ τὰ προπύλαια ἀκόμη, τοὺς περιποιεῖται καὶ τοὺς ἐξασφαλίζει μὲ ἐπιτηδειότητα τὰ χρειώδη, ὥστε νὰ εἶναι ἀπερίσπαστοι. Ὅταν δὲ ἔμαθε πὼς οἱ Πατέρες εἶχαν τακτοποιηθῇ, ἀκριβῶς τότε παρουσιάζεται καὶ αὐτὸς στὴν Νίκαια, ἀφοῦ ἀπομακρύνεται προηγουμένως ἀπὸ τοὺς ἐξωτερικοὺς θορύβους, γιὰ νὰ ἔχῃ νηφάλιο λογισμό, ὅπως ἁρμόζει σὲ θεῖα πράγματα ποὺ ἀφοροῦν στὴν σωτηρία τῶν ψυχῶν, καὶ ἔρχεται νὰ συναντηθῇ καὶ νὰ συνομιλήσῃ μὲ τὸ σύστημα τῶν ἁγίων Πατέρων. Εἶναι γνωστὸν ὅτι μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς διέπρεπαν μὲ ἀποστολικὰ χαρίσματα, ἄλλοι δὲ «τὰ στίγματα τοῦ Χριστοῦ ἐν τῷ σώματι αὐτῶν ἐβάσταζον», ἀπὸ τὰ ὁποῖα θὰ ἀναφέρω μερικά, γιὰ νὰ πληροφορηθοῦν καὶ νὰ ὠφεληθοῦν ψυχικῶς οἱ ἀναγνῶστες.

Ὁ ὅσιος, λοιπὸν Ἰάκωβος, ὁ πρόεδρος τῆς Ἐκκλησίας τῶν Νισσιβηνῶν, πολλοὺς ἐλευθέρωσε ἀπὸ νοσήματα. Διαβεβαιώνουν δὲ ὅτι ἀνέστησε καὶ νεκρούς. Ὁ ἐπίσκοπος τῆς Νεοκαισαρείας, ὁ ὅσιος Παῦλος, εἶχε γίνει παίγνιο τῆς μανίας τοῦ Λικινίου, ὁ ὁποῖος τοῦ ἔκοψε τὰ γεννητικὰ ὄργανα. Ὁ αἰγύπτιος Παφνούτιος, ἄνδρας σημειοφόρος, καὶ ἄλλοι πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἁγίους, εἶχεν ἐξορυγμένους τοὺς ὀφθαλμούς, ἄλλοι κομμένα τὰ χέρια, ἄλλοι εἶχαν τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια κατεστραμμένα, ἐπειδὴ τοὺς εἶχαν δέσει μὲ ὠμὰ νεῦρα ἀπὸ ζῶα. Ὁ ἀντίπαλος δὲ τῶν ἀγαθῶν, βλέποντας στὴν γῆ τὸν οὐράνιον αὐτὸν χορὸ τῶν ἁγίων, δὲν τοὺς ἄφησε ἀπειράστους ἀπὸ τὸ κεντρί του. Ἀλλὰ ὅπως μεταξὺ τῶν Ἀποστόλων τοῦ Κυρίου κατέστησε προδότη τὸν Ἰούδα, ἔτσι καὶ μέσα στὸν θίασο τῶν ἁγίων ἔφερε ἄλλους λύκους ἀραβικούς, καλυμμένους μὲ δέρμα προβάτων. Ἐννοῶ τoν Μηνόφαντα ἀπὸ τὴν Ἔφεσο, τoν Πατρόφιλο ἀπὸ τὴν Σκυθόπολι καὶ τoν Θεωνὰ ἀπὸ τὴν Μαρμαρική, μαζὶ μὲ ἄλλους ὀλίγους μαθητὰς τῆς ἀφροσύνης τοῦ Ἀρείου, γιὰ τοὺς ὁποίους θὰ ὁμιλήσωμε στὰ ἑπόμενα. Ἐπειδὴ δὲ τὸ θέμα ποὺ εἶχε προκύψει ἀπαιτοῦσε συζήτησιν, ὥστε νὰ ἀποσαφηνισθῇ ἡ ἀλήθεια, καὶ ἔψαχναν νὰ εὕρουν ἕναν τόπο κατάλληλο γι' αὐτὸν τoν σκοπό, ξεχωρίζει ὁ ἔνδοξος βασιλεὺς ἀπὸ τὸ παλάτι ποὺ ὑπῆρχε ἐκεῖ, ἕνα πολὺ μεγάλο κτίριο, τὸν ὀφθαλμὸ θὰ ἐλέγαμε τῶν βασιλικῶν κοιτώνων, ἡ ὀμορφιὰ καὶ ἡ κοσμιότης τοῦ ὁποίου μὲ τὴν σκέπῃ τῶν ὁσίων Πατέρων ἐχει διατηρηθῇ μέχρι τῶν ἡμερῶν μας. Αὐτὸ τὸ διέθεσε σὰν ἀπαρχὴ καὶ προσφορὰ τοῦ βασιλείου πρὸς τὴν ἁγία Σύνοδο, καὶ διατάζει νὰ τοποθετηθοῦν ἰσάριθμα μὲ τοὺς Πατέρες ἕδρανα, φροντίζοντας γιὰ τὴν ἀνάπαυση τῶν γηρατειῶν καὶ τιμῶντας τὴν ἱερωσύνη τους. Ἀφοῦ εἰσῆλθαν λοιπὸν αὐτοὶ καὶ ἔλαβαν τίς θέσεις τους, παρουσιάζεται καὶ ὁ ἔνδοξος βασιλεύς. Ὄχι μὲ σοβαροφανές, ὑπεροπτικὸ καὶ βασιλικὸν ὕφος, ἀλλὰ μὲ βλέμμα συνεσταλμένο καὶ ἤρεμο βηματισμό. Καθὼς συναντᾷ τοὺς ἁγίους τοὺς ἀσπάζεται καὶ συνομιλεῖ μαζί τους εὐχαρίστως, ἐκδηλώνοντας τὸ ἄνθος τῆς ἐπιεικίας του, μὲ ἕνα πρᾶο χαμόγελο, καὶ ἀποκαλύπτοντας, στὶς συστάσεις ποὺ γίνονται μὲ τοὺς ἁγίους, τὴν λαμπρότητα τῆς ψυχῆς του. Φανερώνει δὲ τὴν ὑψηλὴ πρὸς τοὺς Πατέρες συγκατάβασή του, τὸ χαμηλὸ κάθισμα στὸ ὁποῖο ἐκάθισε σὲ σχέση μὲ τὰ ἕδρανα τῶν ἐπισκόπων.

Ὅταν, λοιπόν, οἱ ὅσιοι καὶ ὁ θεοσεβὴς βασιλεὺς ἐκάθισαν, ὁ Εὐστάθιος Ἀντιοχείας, καθὼς σὲ τοῦτον ἀνέθεσε ἡ ἁγία Σύνοδος νὰ ἀπευθυνθῇ πρὸς τoν βασιλέα, εἶπε: «Εὐχαριστοῦμε τoν Θεό, ἔνδοξε βασιλεῦ, μὲ τoν ὁποῖο κι  καὶ σὺ ἔχουμε συνταχθῇ. Ἐκεῖνος μὲ τὴν μεσολάβησή σου κατήργησε τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ εὐθυμία στοὺς ἐλευθέρους πλέον πιστούς. Ἔπαυσαν οἱ κνίσσες ἀπὸ τὰ ζῶα ποὺ ἐκαίγοντο πρὸς χάριν τῶν δαιμόνων. Κατελύθησαν τῆς ἑλληνικῆς πολυθεϊας τὰ σεβάσματα. Ἀπομακρύνεται τὸ σκότος τῆς ἀγνωσίας. Ἡ οἰκουμένη φωτίζεται ἀπὸ τὸ φῶς τῆς Θεογνωσίας. Ὁ Πατὴρ δοξολογεῖται, ὁ Υἱὸς συμπροσκυνεῖται, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἀναγγέλλεται. Τριὰς ὁμοούσιος κηρύττεται, μία Θεότης σὲ τρία πρόσωπα καὶ ὑποστάσεις. Αὐτὴ εἶναι ποὺ στερεώνει, βασιλεῦ, τὴν ἐξουσία τῆς εὐσεβείας σου. Διαφύλαξέ μας τὴν ἀπαραβίαστον. Κανένας αἱρετικὸς προσπαθῶντας νὰ εἰσχωρήσῃ ὕπουλα στὴν Ἐκκλησία νὰ μὴν ἀφαιρέσῃ κάτι ἀπὸ τὴν Τριάδα ὑποτιμῶντας αὐτό. Ὁ Ἄρειος, ποὺ τὸ ὄνομά του θυμίζει τὴν μανία τοῦ πολέμου, εἶναι ὁ αἴτιος τοῦ λόγου καὶ ὅλης της συνελεύσεως. Ὁ ὁποῖος, δὲν γνωρίζουμε πῶς, συγκαταλεγόμενος στὸ πρεσβυτέριο τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἀλεξανδρέων, μᾶς διέφευγε ὅτι ἦταν ξένος ἀπὸ τὴν διδασκαλία τῶν τρισμακαρίων Προφητῶν καὶ Ἀποστόλων. Διότι δὲν ἐντρέπεται νὰ ἀποστερῇ τον Μονογενῆ Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Πατρὸς ἀπὸ τὴν ὁμοουσιότητα μὲ τὸν Πατέρα, καὶ σπεύδει ὁ κτιστολάτρης νὰ συναριθμήσῃ τὸν Κτίστη μὲ τὴν κτίση. Αὐτὸν νὰ ἔπειθες, αὐτοκράτορ, νὰ ἀλλάξῃ φρόνημα καὶ νὰ μὴν ἐναντιώνεται στὴν ἀποστολικὴ διδασκαλία ἤ, ἐὰν ἐπιμείνῃ στὶς ἀσέβειες τῆς κακοδοξίας ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἔχει κυριευθῇ, νὰ τὸν ἐξηφάνιζες ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἰδική μας ἔπαυλη. Γιὰ νὰ μὴν πέσουν οἱ ψυχὲς τῶν ἁπλουστέρων θύματα τῆς ὀμιχλώδους ωραιολογίας του».

Ὁ δὲ ἐκλαμπρότατος Βασιλεὺς Κωνσταντῖνος, συμβάλλοντας ἀπὸ τὴν ἀρχὴ στὴν Σύνοδο μὲ τὴν θερμότητα τῆς πίστεως καὶ ἀπευθύνοντας στοὺς Πατέρες λόγους εἰρηνικοὺς ὡς φιλοπάτωρ υἱός, εἶπε: «Ἐμπρός, πατέρες, μὲ κάθε ἐπιμέλεια νὰ μελετήσωμε τὴν ὁριοθέτηση καὶ ἀποσαφήνιση τῆς ἀληθείας μέσα ἀπὸ τίς προφητικὲς προρρήσεις καὶ τίς ἀποστολικὲς παραδόσεις, μακρυὰ ἀπὸ κάθε μισαδελφία καὶ κακοδοξία. Διότι θὰ ἦταν φοβερό, μετὰ τὴν κατάλυση τῆς πολυθέου ἀσεβείας καὶ τὸν ἐξαναγκασμὸ τῶν ἐχθρῶν σὲ ὑποταγή, τὴν κατάπαυση δὲ τῶν ἐμφυλίων πολέμων, νὰ πολεμοῦνε μεταξύ μας οἱ πιστοὶ ὄχι μὲ ξίφη, ἀλλὰ μὲ δόγματα. Καὶ νὰ προσπαθοῦμε τὴν εὐαγγελικὴν διδασκαλία, ἡ ὁποία εἶναι ἁπλῆ καὶ ἄτεχνος, ἀφοῦ βασίζεται στὴν δύναμη τῶν ἔργων καὶ ὄχι τῶν λόγων, νὰ τὴν ἀνατρέψωμε ἀσχολούμενοι μὲ αὐτὴν διανοητικῶς καὶ ἀναζητῶντας ρητορικὰ σχήματα. Ἄς ἐπιληφθοῦμε λοιπὸν τῆς συζητήσεως ἀναθέτοντας τὴν ἀποκάλυψη τῆς ἀλήθειας γιὰ τὸ θέμα ποὺ μᾶς ἀπασχολεῖ στὸν Θεὸ καὶ Πατέρα καὶ στὸν Μονογενῆ Υἱὸ τοῦ Πατρὸς καὶ στὸ Ζωοποιὸν Πνεῦμα. Κι ἐμεῖς πρόθυμα θὰ εἴμεθα ἐδῶ στὴν διάθεσή σας συμμετέχοντας στοὺς ἀγῶνες σας, ἐως ὅτου ἀποκαλυφθῇ ἐντελῶς ἡ ἀλήθεια. Ἐπειδὴ πιστεύουμε πὼς θὰ εὐτυχήσωμε νὰ ἔχωμε καὶ τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Ζωοποιοῦ Πνεύματος, μὲ τὴν ὁποία θὰ βεβαιωθῇ ἡ σωτήριος πίστις μας, ἀπηλλαγμένη ἀπὸ κάθε αἱρετικὴν κακοδοξία καὶ θεωρία καὶ ἀμέτοχος ἀπὸ κάθε πονηρὰν ὡς πρὸς τὸ Θεῖον ἔννοια».

Προχωρεῖ λοιπὸν τὸ πλῆθος τῶν ὀνομαστῶν αὐτῶν Πατέρων, στὴν ἐξέταση καὶ ἀποσαφήνιση τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως μὲ ὁμόνοια, ἐνδυναμούμενοι ἀπὸ τὸ Ζωοποιὸ Πνεῦμα ποὺ κατοικοῦσε μέσα τους. Καὶ βάζοντας στὸ στόχαστρο τὸν Ἄρειο, τοῦ ἐπιτίθενται μὲ πολλὲς μαρτυρίες τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Νέας Διαθήκης γιά το ὅτι ὁ Υἱὸς εἶναι ὁμοούσιος μὲ τὸν Πατέρα, τὸν ἀφορίζουν ἀπὸ τὴν ὑγιῆ πίστη καὶ τὴν Ἁγίαν Ἐκκλησία, καὶ τὸν ὑποβάλλουν σὲ ἀνάθεμα μαζὶ μὲ τὰ ἔργα ποὺ εἶχε γράψει καὶ μὲ τὰ κηρύγματά του.

Ἔτσι ἀποκλείοντας ἀπὸ ὅλες τίς κατευθύνσεις τὴν εἴσοδο κάθε αἱρετικῆς κακοδοξίας, συνθέτουν ὅλοι μαζί, τὸ πράγματι Θεῖον Σύμβολον, καταργῶντας μὲ κάθε ἄρθρο τὸ ἀνάλογο αἱρετικὸν φρόνημα, ὥστε νὰ γίνουν σὲ ὅλους φανερὰ ὅσα ἀπεφασίσθησαν στὴν Σύνοδο τοῦ παλατίου. Ὑπελείπετο τώρα νὰ συζητήσουν τὸ θέμα τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς κυρίας τῶν ἡμερῶν, ὁ ὁποῖος ἐτελεῖτο ἀπὸ τὸν καθένα σὲ διαφορετικὴν ἡμέρα. Ἄλλοι τὴν ἑόρταζαν στὴν ἀρχὴ τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς, ἄλλοι στὰ μέσα τοῦ ἀγῶνος τῆς ἐγκρατείας καὶ ἄλλοι κάποιαν ἄλλην ἡμέρα ἐπιτελοῦσαν τὴν ἀνάμνηση τῆς σωτηριώδους Ἀναστάσεως. Καὶ ἔτσι τὴν ἴδια ὥρα ἄλλοι ἐσκληραγωγοῦντο μὲ μετάνοια, μὲ δάκρυα καὶ νηστεῖες, καὶ ἄλλοι ἐπανηγύριζαν τὰ Δεσποτικὰ νικητήρια μὲ τὰ ὁποῖα κατελύθῃ ὁ Ἅδης, κατηργήθῃ ὁ θάνατος, ἀνέστῃ ὁ Ἀδὰμ καὶ ὁ Σατανᾶς ἐδεσμεύθῃ. Καὶ γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ μὲ τὴν καθοδήγηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος οἱ Θεοφόροι Πατέρες, ἐθέσπισαν μαζὶ μὲ τὸν ἔνδοξο Κωνσταντῖνο, ἡ ἁγία ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ μας νὰ ἑορτάζεται κοινῶς ἀπὸ ὅλο τὸ γένος τῶν Χριστιανῶν. Μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν ἐκανόνισαν, ὥστε σὲ ὅλη τὴν Ἐκκλησία, ὡς μία οἰκογένεια, νὰ ὑπάρχῃ κοινὸς χρόνος ἐγκρατείας καὶ προσευχῆς, καθὼς ἐπίσης καὶ χαρᾶς καὶ πανηγυρισμοῦ. Ἐπίσης ἐξέδωσαν θείους κανόνες καὶ γιὰ ἄλλα ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα, οἱ ὁποῖοι μαζὶ μὲ τὰ προηγούμενα ἀπετέλεσαν τὸν τόμο τῆς Ὀρθοδοξίας.

Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ ἔγινε πρότασις ἀπὸ τὸν ἔνδοξο βασιλέα νὰ ἐπικυρωθῇ ὁ τόμος μὲ τίς ὑπογραφὲς καθενὸς ἀπὸ τοὺς Πατέρες. Μετὰ λοιπὸν ἀπὸ τὴν ἔκθεση καὶ τὴν δημοσία ἀνάγνωση τοῦ τόμου, ἔγινε ἕνα ἀξιομνημόνευτο θαῦμα πρὸς καύχηση ὅσων ἐπίστευσαν, πρὸς ἐντροπὴ δὲ τῶν ἀντιφρονουντων. Δύο, δηλαδή, ἀπὸ τοὺς ὁσίους ἐπισκόπους, ὁ Χρύσανθος καὶ ὁ Μουσώνιος, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχαν ἀκόμη ὑπογράψει τὸν τόμο, συνέβῃ ἀπὸ πρόνοια Θεοῦ νὰ φύγουν ἀπὸ τὴν ζωὴν αὐτή. Οἱ θεοφόροι λοιπὸν πατέρες, ἀφοῦ ἦλθαν στὸν τόπον ὅπου εἶχαν τοποθετηθῇ τὰ λείψανα, σὰν νὰ εὑρίσκωνται μαζί τους καὶ νὰ ὑπακούουν στὰ λόγια τους, εἶπαν: «Ὦ πατέρες καὶ ἀδελφοί», «τὸν καλὸν ἀγῶνα ἠγωνίσθητε». μαζί μας «τὸν δρόμον τετελέκατε, τὴν πίστιν τετηρήκατε». Ἐὰν λοιπὸν κρίνετε ὡς θεάρεστα αὐτὰ ποὺ ἐγράφησαν στὸν τόμο καὶ μάλιστα τώρα ποὺ ἔχετε καθαρωτέρα ἀντίληψη τῶν πραγμάτων, τί σᾶς ἐμποδίζει νὰ ὑπογράψετε καὶ σείς, σύμφωνα μὲ τoν νόμο, μαζί μας; Ἀφοῦ εἶπαν αὐτὰ οἱ Πατέρες καὶ ἐτοποθέτησαν τoν τόμο σφραγισμένο κοντὰ στὰ λείψανα τῶν ὁσίων, ἀφιερώνουν ὅλη ἐκείνη τὴν νύκτα σὲ ἄγρυπνον προσευχή. Ἐρχόμενοι δὲ τὴν ἐπαύριον ἐμπρὸς στὶς σορούς, κι ἐνῶ οἱ σφραγῖδες ἦσαν ἄθικτες, ἐξεδίπλωσαν τoν ἅγιον τόμο, εὑρῆκαν δὲ μέσα καὶ τίς ὑπογραφὲς τῶν δύο ὁσίων ἐπισκόπων. Ὅπως ὁμολογοῦν ὅλοι χωρὶς δισταγμό, ἀκόμη καὶ ἀλλόθρησκοι, στὴν χορείαν ἐκείνη τῶν ὁσίων πατέρων, παρευρίσκετο καὶ συνεργοῦσε ἡ ὁμοούσιος Τριάς.

Ἀλλὰ κάτι ποὺ παρελείψαμε στὰ προηγούμενα εἶναι ὅτι, ἐνῶ ἡ θεομάχος βλασφημία ἠλέγχετο ἀπὸ τὴν ἁγία Σύνοδο, ἕνας εἰδωλολάτρης φιλόσοφος προσπαθοῦσε ὄχι μὲ φιλαλήθειαν, ἀλλὰ φιλονεικώντας, νὰ ὑπερασπισθῇ τὴν κακοδοξία τοῦ Ἀρείου. Τότε, ἀφοῦ μὲ τοὺς συλλογισμοὺς τοῦ φιλοσόφου ἀνεπτερώθησαν ὁ Μηνόφαντος, ὁ Πατρόφιλος καὶ ὁ Θεωνὰς μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους γιὰ στοὺς ὁποίους εἴπαμε παραπάνω, ἐφανέρωσαν τὴν ἀποκρουστικὴ δυσωδία τῆς Ἀρειανικὴς πληγῆς τους, καὶ μὲ θρασύτητα συμπαρεστέκοντο στὸν φιλόσοφον ἐναντίον τῆς ἀληθείας. Ἀλλὰ ὁ ἁλιεὺς τῶν ἁλιέων καὶ Σωτὴρ τοῦ διώκτου, κάνει πάλι κάτι ἀντάξιο τῶν τεραστίων θαυματουργιῶν του: καταργεῖ, μὲ τρόπο θαυμαστὸ τὴν ἐριστικότητα τῶν προτάσεων τοῦ φιλοσόφου, ἀναγκάζοντάς τον νὰ σιωπήσῃ, καὶ χειροτονεῖ ἀντίπαλο τοῦ συνηγόρου τῆς ἑλληνικῆς ἀθεϊας καὶ τῆς αἱρετικῆς βλασφημίας, κάποιον ἀπὸ τοὺς ἁγίους, ὁ ὁποῖος ἦταν στολισμένος ὄχι μὲ τὴν κοσμικὴ σοφία, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀγγελικὴ πολιτεία. Αὐτός, ἐπαναλαμβάνοντας τοὺς λόγους μὲ τοὺς ὁποίους ὁ Κύριος ἠπείλησε τοὺς δαίμονες καὶ τὴν θάλασσα, ἀπευθύνεται στὸν φιλόσοφο λέγοντας «Σιώπα, πεφίμωσο», καὶ μὲ τοὺς λόγους αὐτοὺς ἀποδεικνύει ἄλογο τὸν πολύλογο, ὥστε μὲ τὴν ἀφωνία ποὺ τὸν κατέλαβε ξαφνικά, νὰ προσέλθῃ μὲ τρόμο καὶ δέος στὸν χορὸ τῶν ἁγίων, ζητῶντας τὴν λύση τοῦ δεσμοῦ καὶ τὴν δωρεὰ τοῦ ἁγίου βαπτίσματος. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον ὁ Κύριος τῶν θαυμασίων ἐκάλεσε στὴν σωτηρία τoν φιλόσοφο μαζὶ μὲ ὅλη τὴν οἰκογένειά του, καὶ τὸν χθεσινὸ κατήγορο τῆς Ὀρθοδοξίας τὸν ἀνέδειξε συνήγορο τῆς ἀληθείας. Τοῦτο τὸ θαῦμα τόσην ἔκπληξη προεκάλεσε στοὺς περὶ τὸν Μηνόφαντα, ὥστε, καθὼς λέγουν, ἀπεφάσισαν μὲ τὴν θέλησή τους νὰ συναινέσουν μὲ τὴν ἁγία Σύνοδο στoν ἀναθεματισμὸ τοῦ ἀσεβοῦς Ἀρείου καὶ τῶν δογμάτων του. Ὅμως, κατόπιν, ὅπως οἱ κύνες, ἐπέστρεψαν ἐπὶ τὸ ἴδιον ἐξέραμα. Ὅταν δὲ ἡ ἁγία Σύνοδος τῶν τριακοσίων δέκα ὀκτὼ ἁγίων Πατέρων ἐξεπλήρωσε τὸν σκοπὸ γιὰ τὸν ὁποῖο συνηθροίσθῃ, καὶ οἱ ἅγιοι ἐπείγοντο νὰ ἐπιστρέψουν, ὁ εὐσεβὴς Κωνσταντῖνος τους ἐκάλεσε σὲ κοινὴν τράπεζα καὶ τοὺς ἀπηύθυνε λόγους συμβουλευτικούς, ἐθεράπευσε δὲ καὶ τίς ἀνάγκες τῶν Ἐκκλησιῶν τους, χαρίζοντας σὲ κάθε τόπο συσσίτια γιὰ τὰ νοσοκομεῖα καὶ τὰ πτωχοτροφεία τους, καὶ τοὺς ἀπεχαιρέτησε μὲ αὐτὰ τὰ λόγια: «Βλέπετε τὴν λατρεία ποὺ προσφέρω στoν Θεὸν» μὲ τίς ἰδικές σας κατηχήσεις, καὶ πὼς ὀλοπρόθυμα ἔχω κατεργασθῇ τὴν κατάλυση τῶν εἰδώλων καὶ ἐφρόντισα νὰ διαδοθῇ παντοῦ ἡ πίστις τῶν Χριστιανῶν, ὥστε νὰ μὴ μᾶς μείνῃ καμμία ἄλλη θρησκευτικὴ δοξασία παρὰ μόνο τῶν Χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι προσκυνοῦν καὶ ἀσπάζονται τὴν ἁγία καὶ ὁμοούσιο Τριάδα. Αὐτὴν σᾶς παραδίδω σήμερα ἀκεραία.,ἀκεραίᾳ. Θὰ εἶναι τῆς ἰδικῆς σας προσευχῆς καὶ μελέτης ἡ διὰ τῆς βοηθείας τοῦ Κυρίου καθημερινὴ ἐξύψωσις καὶ ἐπαύξησίς της».

Ἀφοῦ εἶπε αὐτὰ καὶ ἄλλα παρόμοια, βλέποντας δὲ ἄλλους ἀπὸ αὐτοὺς χωρὶς ὀφθαλμούς, ἄλλους μὲ παραλυμένα χέρια, ἄλλους κυρτωμένους ἀπὸ τοὺς πολλοὺς ξυλοδαρμοὺς καὶ ἄλλους νὰ ἔχουν ὑποστῇ τὸ μαρτύριο τῆς ἀποκοπῇς τῶν γεννητικῶν ὀργάνων καὶ μαθαίνοντας ὅτι αὐτὰ τοὺς ἔμειναν ἀπὸ τὰ κτυπήματα ποὺ ὑπέστησαν κατὰ τοὺς διωγμούς, τοὺς ὁποίους εἶχαν καρτερικὰ ὑπομείνει ὁμολογῶντας τὸν Χριστό, κατενύγη πολὺ καὶ ἐξεδήλωσε ἐμπράκτως τὴν εὐλάβειά του. Προσκυνοῦσε τὰ σημάδια ἀπὸ τίς πληγὲς τῶν ἀθλοφόρων, ἠσπάζετο τὰ παραλυμένα μέλη τους. Στὰ κατεστραμμένα μέλη ἤγγιζε ἄλλοτε τὰ μέλη τοῦ ἰδικοῦ του σώματος, ἄλλοτε τὴν βασιλικὴν πορφύρα, πιστεύοντας ὅτι μὲ αὐτὸν τoν τρόπον ἁγιάζεται. Καὶ στοὺς ἐξωρυγμένους ὀφθαλμοὺς ἔφερνε τίς κόρες τῶν ἰδικῶν του ὀφθαλμῶν γιὰ νὰ φωτισθοῦν ἀπὸ ἐκεῖ οἱ ὀφθαλμοὶ τῆς ψυχῆς του. Ἀφοῦ με αὐτὸ τὸν τρόπον ἠσπάσθῃ τοὺς ἁγίους, ἐξεκίνησε πάλι γιὰ τὴν νέα Ρώμη, ἀναγγέλλοντας ἐκεῖ τὸ ὀρθὸ κήρυγμα τῆς πίστεως. Οἱ δὲ πανάγιοι Πατέρες ἀντήμειψαν τὸν μεγαλειότατο μὲ εὐχαριστίες καὶ εὐλογίες, μὲ τίς ὁποῖες ηὔχοντο γιὰ τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ἐνίσχυση τῆς βασιλείας, τὴν ἑνότητα τῶν ἐπισκόπων καὶ τὴν ταπείνωση τῶν ἐχθρῶν. Ἀναχωρῶντας δὲ ἀπὸ τὴν Νίκαια ἀνταπέδωσαν τὴν φιλοξενία μὲ τὴν ὁποία τοὺς εἶχαν διακονήσει προσευχόμενοι γιὰ ἐνίσχυση καὶ στερέωση ὅλων ὅσων τοὺς διηκόνησαν. Αὐτὸ τὸ μαρτυρεῖ καὶ τὸ θαυμαστὸν σημεῖο ποὺ ἔγινε ἐκείνη τὴν ὥρα. Καθὼς ἐπρόκειτο τὴν τελευταίαν ἡμέρα νὰ ἀναπέμψουν προσευχὲς στὸν Σωτῆρα τῶν ὅλων γιὰ τὴν ἐπάνοδο στὶς βάσεις τους καὶ τὴν σωτηρία τῆς πόλεως ποὺ τοὺς ὑπεδέχθῃ, συνέβῃ στὸν χῶρον ἐκεῖνο τῆς ἀνατολικῆς εἰσόδου, ποὺ λέγεται «μεσόμφαλο», καὶ γύρω ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἐστέκετο ἡ χορεία τῶν ἁγίων, νὰ ἀναβλύσουν πηγὲς ἀπὸ λάδι, ἐκεῖ στὴν μέση τῆς ἁψῖδος. Ἡ πηγὴ αὐτὴ φαίνεται μέχρι σήμερα, δεικνύοντας τοὺς καρποὺς τῶν τότε προσευχῶν.

Ἡ φήμη ποὺ ἔχει ἡ Νίκαια μέχρι σήμερα ὀφείλεται στοὺς τριακοσίους δέκα ὀκτὼ πατέρες ποὺ ἐτίμησαν τὴν Σύνοδον αὐτή. Τεκμηριώνει δὲ καὶ τὴν ἀγωνία καὶ πρόνοιά τους γιὰ τὴν πόλιν αὐτὴ καὶ τὸ παράδοξο θαῦμα ποὺ ἔγινε στὴν γενεά μας. Οἱ Ἀσσύριοι ἐκδηλώνοντας τὴν ἀχαριστία τους ἐπέδραμαν κατὰ τῆς βασιλείας τῶν Ρωμαίων, ἀπὸ τὴν ὁποία παλαιότερα εἶχαν σωθῇ. Καὶ ἐνῶ τὰ εἶχαν ἀφανίσει ὅλα μὲ βαρβαρικὴν ἀγριότητα, αὐτὴ ἡ πόλις τῆς Νικαίας ἔμεινε σώα,σώᾳ,σῶα,σῷα ἀπὸ κάθε βαβυλωνιακὴ ἐπήρεια. Καμμία βλάβη ἀνδρών,ἀνδρῶν, γυναικὼν ἢ παιδιῶν δὲν ἔγινε μὲ τὴν φωτιὰ ἢ μὲ τὰ ξίφη, ἂν καὶ πολλὲς φορὲς ἔκαναν ἐπίθεση κρυφὰ καὶ φανερά. Λέγεται μάλιστα ὅτι ὁ ἄθλιος ταξίαρχος τοῦ στρατοῦ τους, χωρὶς καμμίαν ἐντροπή, ἐπεχείρησε νὰ ἐπιτεθῇ ἐναντίον τοῦ ναοῦ τῶν Ἁγίων αὐτῶν, νὰ ὁρμήσῃ μέσα καὶ νὰ ἐκτελέσῃ τίς ἀποκρουστικὲς βδελυγμίες τῆς μαγείας του. Ἀπειλήθῃ ὅμως πικρὰ τὴν νύκτα μὲ κάποιο ὅραμα, καὶ τὴν ἡμέρα μὲ φοβερισμοὺς ποὺ μόνον αὐτὸς ἀντελαμβάνετο. Αὐτὸ μετέβαλλε τὸν ἀλιτήριο, ὥστε τὸν μὲν ναό, ἢ μᾶλλον Αὐτὸν ποὺ κατοικοῦσε στὸν ναό, τὸν Χριστὸ καὶ ἀληθινὸ Θεό μας, νὰ τιμήσῃ καὶ νὰ τὸν ἐξιλεώσῃ ἀνάβοντας λαμπάδες, χάριν δὲ αὐτοῦ τοῦ γεγονότος νὰ ἀποκλείσῃ τὴν εἴσοδο τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας γιὰ ὅλον τὸν Βαβυλωνιακὸ στρατό. Ἔδειξε μάλιστα παράδοξον ἡμερότητα καὶ στοὺς διακονητὰς τοῦ ναοῦ, ποὺ δὲν συγκρίνεται μὲ τὴν πρώην βαρβαρικὴ θρασύτητά του, ἡ ὁποία ἔγινε αἰτία νὰ σωθοῦν καὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἀλλοδαπούς. Ἐπειδὴ ἀπὸ τότε, ἐὰν συνελάμβαναν κάποιον αἰχμάλωτο, μία ἁπλῆ προσποίησις, ὅτι κατάγεται ἀπὸ τὴν Νίκαια, ἀρκοῦσε γιὰ νὰ ἀνατρέψῃ τὸν ἄμεσο κίνδυνο ποὺ διέτρεξε ἀπὸ αὐτούς.

Αὐτὰ εἶναι τὰ χαρίσματα τῆς φιλοξενίας τῶν Πατέρων, τὰ ὁποῖα ἠμποροῦν νὰ παραστήσουν στοὺς αἰῶνες ποὺ ἔρχονται τὴν φροντίδα τους γιὰ τὴν Νίκαια. Αὐτοί, ὡσὰν διαυγεῖς ποταμοί, ξεκινῶντας ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς Νικαίας, διῃρέθησαν,διηρέθησαν πορευόμενοι ὁ καθένας στὸ ποίμνιό του, καὶ μεταφέροντας ἐκεῖ τὸν καρπὸ τῆς ἱερᾶς ἀποδημίας τους, τὸ σωτήριο τοῦ κόσμου Σύμβολον. Καὶ ἠξιώθησαν νὰ κοιμηθοῦν μακαρίως σὲ προχωρημένο γῆρας, ἀφοῦ κατελάμπρυναν τὸν δρόμο τῆς ἐπιγείου ζωῆς τους μὲ τὴν προκοπή τους στὴν ἀρετή. Ὁ δὲ φιλάνθρωπος Θεὸς καὶ φιλόδουλος εὐεργέτης «ὁ δοξάζων τους δοξάζοντας αὐτὸν» ἠξίωσε καὶ τίς ψυχές τους νὰ ἀπολαύσουν τὰ ἀγαθὰ ποὺ εἶναι ἀποθησαυρισμένα στοὺς οὐρανούς, δὲν ἄφησε ὅμως ἀστεφάνωτα καὶ τὰ πάναγνα σώματά τους, ἀλλὰ τοὺς ἐτίμησε καὶ διὰ μέσου αὐτῶν, μὲ κάποιο παράδοξο θαῦμα ὡς λειτουργοὺς ἰδικούς του. Διότι ἐπέτρεψε ὁ θάνατός τους νὰ ἐπέλθῃ τόσον εἰρηνικά, ὅπως ὁ φυσικὸς ὕπνος. Στὴν συνέχεια δέ, καὶ μέχρι τώρα, τὰ σώματα τῶν Πατέρων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα εἶχαν δεχθῇ τὴν Θεία Χάρη, νὰ μείνουν στὴν ἐπαρχία τοῦ καθενὸς ἀδιάλυτα. Πολλοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ μαρτυροῦν τὸ γεγονός, οἱ ὁποῖοι τοὺς εἶδαν «ἰδίοις ὄμμασι», σὰν νὰ κοιμῶνται μέσα στὶς λάρνακές τους ποὺ ἀνοίγονται κατὰ καιρούς, καὶ τοὺς προσεκύνησαν. Εἴμεθα δὲ καὶ ἐμεῖς ἀψευδεῖς μάρτυρες αὐτοῦ τοῦ θεάματος. Ἔχουμε ἀσπασθῇ τὸ λείψανο τοῦ Ἰσαγγέλου Λεοντίου, τοῦ τότε προέδρου τῆς Ἐκκλησίας τῶν Καισαρέων, ὁ ὁποῖος πολλοὺς ἱδρῶτες ἔχυσε γιὰ τὴν πίστη καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν παρουσία του στὴν Σύνοδο τῆς Νικαίας. Πολλοὶ μάρτυρες καὶ ἀθλοφόροι ἀνεδείχθησαν ἀπὸ αὐτὸν παλεύοντας ἐναντίον τοῦ νοητοῦ ἀντιπάλου. Πολλοὶ ἐπίσης, χρησιμοποιῶντας τὴν ζωή του ὡς διδάσκαλο, ἔγιναν πολῖτες τοῦ οὐρανοῦ. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς εἶναι ὁ μεγάλος ἀθλοφόρος Γρηγόριος, ὁ φωτιστῇς τῆς Ἀρμενίας, ὁ ὁποῖος εὑρῆκε τὰ λείψανα τῶν ἁγίων μαρτύρων Ριψιμίας καὶ Γαϊανὴς (ἑορτάζονται στὶς 30 Σεπτεμβρίου), καὶ ἀφοῦ ἐνίκησε πρῶτα τὸν ἀκόλαστο Τηριδάτη, τὸν ὁδήγησε ἔπειτα στὴν πίστη. Αὐτοῦ τὸ τίμιο λείψανο εἶδαν καὶ πολλοὶ μαζὶ μ' ἐμᾶς ὅτι δὲν εἶχε χάσει οὔτε τίς τρίχες οὔτε τοὺς ὄνυχες, εὐωδίαζε δὲ ὁλόκληρο. Καὶ μὴν ἀπιστήσῃ γι' αὐτὰ κανείς. Ἐπειδὴ τοιαῦτα εἶναι τὰ δῶρα τῆς Χάριτος, καὶ μεγαλύτερα ἀκόμη, πρὸς καύχηση τῶν πιστῶν καὶ ἔπαινο τῶν Ἐκκλησιῶν, πρὸς δόξαν Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, μετὰ τοῦ ὁποίου τῷ Πατρὶ δόξα καὶ τῷ Ζωοποιῷ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

(9ος - 10ος αἰών, Migne P.G. τομ. 111, στ. 420. Ἀπὸ τὸ βιβλίο "Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον", σελὶς 93 καὶ ἑξῆς. Ἐπιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς)

(Πηγὴ ἠλ. κειμένου: orp.gr)

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου