xristianorthodoxipisti.blogspot.gr ΟΡΘΟΔΟΞΑ ΚΕΙΜΕΝΑ / ΑΡΘΡΑ
Εθνικά - Κοινωνικά - Ιστορικά θέματα
Ε-mail: teldoum@yahoo.gr FB: https://www.facebook.com/telemachos.doumanes

«...τῇ γαρ χάριτί ἐστε σεσωσμένοι διά τῆς πίστεως· και τοῦτο οὐκ ἐξ ὑμῶν, Θεοῦ τὸ δῶρον, οὐκ ἐξ ἔργων, ἵνα μή τις καυχήσηται. αὐτοῦ γάρ ἐσμεν ποίημα, κτισθέντες ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ ἐπι ἔργοις ἀγαθοῖς, οἷς προητοίμασεν ὁ Θεός ἵνα ἐν αὐτοῖς περιπατήσωμεν...» (Εφεσίους β’ 8-10)

«...Πολλοί εσμέν οι λέγοντες, ολίγοι δε οι ποιούντες. αλλ’ούν τον λόγον του Θεού ουδείς ώφειλε νοθεύειν διά την ιδίαν αμέλειαν, αλλ’ ομολογείν μεν την εαυτού ασθένειαν, μη αποκρύπτειν δε την του Θεού αλήθειαν, ίνα μή υπόδικοι γενώμεθα, μετά της των εντολών παραβάσεως, και της του λόγου του Θεού παρεξηγήσεως...» (Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής p.g.90,1069.360)

ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ : α. Περί Πνευματικής εργασίας. β. Ποία ήτον η εργασία των παλαιών Αγίων. γ. Και πως δυνάμεθα και ημείς να κατορθώσωμεν αυτήν.


ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ : α. Περί Πνευματικής εργασίας. β. Ποία ήτον η εργασία των παλαιών Αγίων. γ. Και πως δυνάμεθα και ημείς να κατορθώσωμεν αυτήν.
Ότι εκείνος όπου μετανοεί δια τα αμαρτήματά του, δεν ωφελείται τίποτε, ανίσως δεν ζητήση από τον Χριστόν να λάβη, και την ιατρείαν της ασθενείας του, δια την οποίαν αμαρτάνει.



Επειδή μερικοί άνθρωποι έχουν μεγάλην υπόληψιν δια τον εαυτόν τους, (όπου άμποτε να μην την είχαν) και νομί­ζουν πως είναι παρόμοιοι με τους παλαιούς Αγίους και θεοφόρους Πατέρας ημών κατά την γνώσιν, και πράξιν και τελειότητα, και πως έ­χουν την ιδίαν χάριν του Αγίου Πνεύματος ό­που είχαν και εκείνοι, και συσταίνουν τον εαυ­τόν τους με λόγια μοναχά χωρίς έργα, με το να επλανήθησαν από το πνεύμα της οιήσεως και της κενοδοξίας· έκρινα εύλογον να ειπώ εις αυτούς ολίγα τινά με απλότητα, δια την εντολήν του Θεού όπου είπε, και συ στραφείς, διόρθωσαι τους αδελφούς σου, και δια την κοινήν αγάπην όπου μας προστάζει ό Χριστός να έχωμεν προς τους πλησίον μας. Θέλεις, αδελφέ, να ακούσης τι έκαμναν οι Άγιοι, και θεοφόροι Πατέρες ημών, όταν εκάθηντο μέσα εις τα κελλειά τους ; διάβασε τους βίους τους, και μά­θε συ πρώτον την σωματικήν τους εργασίαν, και τότε θέλει σου φανερώσω και εγώ την Πνευματικήν εργασίαν όπου έκαμναν˙ διατί εκείνοι όπου έγραψαν τους βίους των, εφανέρωσαν τα σωματικά έργα τους, ήγουν την ακτημοσύνην, την νηστείαν, την εγκράτειαν, την υπομονήν, και τα λοιπά, δια να μη τα λέγω όλα, και μα­κρύνω τον λόγον˙ την δε Πνευματικήν τους ερ­γασίαν την εφανέρωσαν, δια μέσου των σωμα­τικών τους έργων ολίγον τι, και ωσάν μέσα εις καθρέπτην, δια να γνωρίσουν, και να μά­θουν τα Πνευματικά τους χαρίσματα, και να μεθέξουν από αυτά εκείνοι μόνον όπου δείχνουν τους κόπους, και την πίστιν εκείνων με αυτά τα έργα, και αγωνίζονται ωσάν εκείνους˙ οι δε λοιποί όπου δεν κάμνουν τους αγώνας εκείνων, να μην ακούσουν τίποτε δια τα Πνευματικά τους έργα. Όμως επειδή εκαταντήσαμεν εις τόσην μωρίαν, ώστε να νομίζωμεν, πως έχομεν και ημείς την ομοίαν χάριν του Πνεύματος όπου είχαν οι παλαιοί, χωρίς να κάμωμεν τα έργα όπου έκαμαν εκείνοι˙ ας εξετάσωμεν την υπόθεσιν, και άφ' ου πληροφορηθούμεν από τα μαρ­τυρημένα πράγματα, ας αγωνισθούμεν πλέον δια να ακολουθήσωμεν εκείνους, και εάν δεν δυνηθούμεν να τους φθάσωμεν.


 β. Λοιπόν τι έκαμεν ο μέγας Αντώνιος, ό­ταν εκάθητο μέσα εις το μνήμα ; και με όλον όπου δεν ίξευρεν ακόμι παντελώς Πνευματικήν εργασίαν; δεν εκλείσθη μέσα εις το μνήμα, ωσάν νεκρός, και δεν είχε μαζή του κανένα από τα πράγματα του κόσμου, ούτε εφρόντιζε δια τον εαυτόν του τελείως ; δεν ενεκρώθη όλος διό­λου από τον κόσμον, και εκείττετο μέσα εις το μνήμα, ωσάν νεκρός, και εζητούσε τον Θεόν ό­που δύναται να του δώση ζωήν, και να τον αναστήση; δεν ευχαριστείτο εις ψωμί και νερόν μοναχά ; δεν έπαθε πολλά κακά από τους δαί­μονας, και εκείττετο μισαποθαμμένος από τον πολύν δαρμόν ; δεν τον έφεραν εις την εκκλησίαν ασυκωτόν, ως νεκρόν, και πάλιν άφ' ου ήλθεν εις τον εαυτόν του δεν εγύρισεν οπίσω, και επήγεν εις τους εχθρούς του μοναχός του; Ότι ανίσως δεν εγύριζεν εις τους εχθρούς του, αλλά έμενεν εις τον κόσμον, και ανίσως δεν υπέμενε μέχρι τέλους, δίδωντας τον εαυτόν του εις θάνατον με όλην του την προθυμίαν, και προαίρεσιν, δεν ήθελε αξιωθή να ιδή την πολυπόθητον όψιν του Δεσπότου Χριστού, ουδέ ήθελε ακούση την γλυκυτάτην του φωνήν˙ αμή επειδή εζήτησεν   ολοψύχως,   έκρουσε  προθύμως, υπέμεινε μέχρι τέλους, δια τούτο έλαβε και  τον μισθόν άξιον της υπομονής του. Ότι, ως είπαμεν, απέθανε τη προαιρέσει δια την αγάπην του Χριστού, και εκείττετο ωσάν  νεκρός, έως όπου ήλθεν ο Χριστός όπου ζωογονεί τους νεκρούς, και τον ανέστησεν από τον άδην, ήγουν από τo ψυχικόν σκότος, και τον έφερεν εις το θαυμα­στόν φως του προσώπου του· το οποίον βλέπωντάς το ο Αντώνιος, ελευθερώθη από όλα τα λυ­πηρά, και εχάρη πολλά, και έλεγε, Κύριε που ήσουν έως τώρα; και με αυτό  όπου είπε, που ήσουν Κύριε, εφανέρωσε, πως δεν ίξευρε που ήτον ο Κύριος˙ και  πάλιν με εκείνο όπου είπεν έως τώρα, εφανέρωσε, πως  είδε, και   αισθάνθη, και εγνώρισε την παρουσίαν του Δεσπότου Χριστού. Ανίσως λοιπόν ημείς δεν θέλωμεν να αρνηθούμεν τον κόσμον τοιούτης λογής, ουδέ προαιρούμεθα να υπομείνωμεν παρόμοια με τον Άγιον Αντώνιον, πως είναι δυνατόν να αξιωθούμεν να ιδούμεν τον Θεόν με την χάριν του Α­γίου Πνεύματος, και  να γεμίσωμεν από χαράν Πνευματικήν, ωσάν και εκείνον; Όχι, δεν είναι δυνατόν. Αμή ο μέγας Αρσένιος παρευθύς όπου εμίσησε τον κόσμον, τι έκαμε; δεν άφησε τα βα­σίλεια, και τους βασιλείς, και εκείνους  όπου εφορούσαν τα μεταξωτά, και τους δούλους, και όλον του τον πλούτον, και επήγε μόνος εις το μοναστήριον ωσάν ένας πτωχός, και πένης, και εσπούδαζε να μη  γνωρισθή ποιος ήτον, δια να φύγη την δόξαν, και τον έπαινον των ανθρώ­πων, και  να  δοξασθή κοντά εις τον Θεόν; τι λοιπόν; αρά γε ευχαριστήθη να μείνη με αυτά μοναχά; όχι αμή τι έκαμεν ; ουδέ έστερξε μό­νον να συναριθμήση τον εαυτόν του με τους πτω­χούς εκείνους ασκητάς, ως πτωχός, και κατα­φρονημένος, αμή εστοχάσθη τον εαυτόν του, ω­σάν σκύλλον, διατί όταν του έρριψε δια δοκιμήν ο ηγούμενος κομμάτι ψωμί, και έπεσε το ψωμί κάτω εις την γην, αυτός ο ευλογημένος έβαλε τα χεριά του κάτω εις την γην, και περιπατών­τας, ωσάν τετράποδον  με τα χέρια  ομού, και με τα πόδια, και περνώντας το ψωμι όχι με το χέρι του, αλλά με το στόμα του, ωσάν σκύλ­ος, το έφαγε. Και όταν εκάθετο εις το κελλείον του, όχι μόνον έκαμνε εργόχειρον όπου ή­τον τελείως ασυνήθιστος εις αυτό, αλλά και εις τας χρείας του εξοδίαζε πολλά ολιγώτερον από εκείνο όπου έπερνεν από το εργόχειρόν του, και έπινε και νερόν βρωμερόν. Δια τούτο και όταν εδούλευε το εργόχειρον του, και όταν επροσηύχετο, πάντοτε έκλαιε, και εβρέχετο με τα δά­κρυά του, και εστέκετο εις την προσευχήν από το βράδυ έως όπου εξημέρωνε, και υπέμεινεν έως τέλους την πτωχείαν, και ευτέλειαν διατί; δια να ίδη, και να πάθη και αυτός εκείνο όπου η­ξιώθη να ιίδή, και να πάθη και ο μέγας Αντώ­νιος. Αμή πως δεν είναι γραμμένον και δια αυ­τόν, πως είδε τον Χριστόν ; μήπως και δεν έκα­μεν αυτός τους αγώνας του Αγίου Αντωνίου, ή μήπως και τους αγώνάς του τους έκαμεν, όμως δεν ηξιώθη να ιδή τον Θεόν ; Όχι, δεν εί­ναι έτζι˙ αλλά και αυτός ηξιώθη να ιδή τον Θεόν τοιουτωτρόπως, καθώς και ό μέγας Αντώ­νιος, όμως εκείνος όπου έγραψε τον βίον του δεν το είπε φανερά˙ και αν θέλης να το μάθης με ακρίβειαν, διάβασε τα κεφάλαια όπου έγραψεν ο μέγας Αρσένιος, και θέλει γνωρίσεις από αυτά, ότι και αυτός είδε τον Θεόν.

 γ'. Λοιπόν εκείνος όπου μιμείται αυτούς τους Αγίους με τα ίδια έργα, και με τους ιδίους αγώνας, βεβαιότατα θέλει αξιωθή και αυτός να απολαύση, και την ιδίαν χάριν. Ειδέ και τινάς δεν θέλει να μιμηθή την ταπείνωσιν, και την υπομονήν τους, διατί λέγει το πράγμα πως είναι αδύνατον; αλλά τας πράξεις, και την άσκησιν του Αγίου Ευθυμίου, και Σάββα, και των λοιπών Αγίων ποιος είναι δυνατός να τας διηγηθή; ότι κανένας από τους Αγίους Πατέρας, ούτε πριν να λάβη την χάριν του Παναγίου Πνεύματος, ούτε άφ' ου την έλαβε δεν εδυνήθη να απεράση τον σκοτασμόν της ψυχής, ουδέ να ιδή το φως του Παναγίου Πνεύ­ματος, χωρίς κόπους, και πόνους, και ίδρωτας πολλούς της αρετής, και χωρίς βίαν, και στενοχωρίαν και θλίψιν. «Βιαστή γαρ έστιν η βασιλεία των ουρανών, και βιασταί αρπάζουσιν» αυτήν επειδή δια πολλών θλίψεων δει ημάς εισελθειν εις αυτήν, η οποία είναι η χάρις του Παναγίου Πνεύματος. Ότι αυτό δηλοί ο λόγος του Κυρίου, όπου λέγει. «Η βασιλεία των ουρανών εντός ημών έστι», δια να αγωνι­σθούμεν να λάβωμεν, και να έχωμεν μέσα μας το Πνεύμα το Άγιον Λοιπόν όσοι είναι έξω από την παντοτινήν βίαν, και θλίψιν, και στενοχωρίαν,  και πτωχείαν,  και   ευτέλειαν ας μη λέγουν πως έχουν μέσα τους το Πνεύμα το Άγιον ότι, χωρίς κόπους, και ίδρωτας, και πό­θους της αρετής, αυτός ο μισθός δεν δίδεται εις κανένα. Όθεν αληθεύει ο κοινός λόγος όπου λέγει· δείξον έργα, και ζήτει μισθούς. Διατί εγώ ιξεύρω άνθρωπον (προ του να κοπιάση εις την άσκησιν, και προ του να βιάση τον εαυ­τόν του) όπου εδιάβασε τας θείας γραφάς με ευθύτητα διαλογισμών, και με απλότητα ψυ­χής, και όπου αγρύπνησε, και προσευχήθη ολί­γας ημέρας, και νύκτας, χωρίς κόπους, και α­γώνας, και τόσον πολλά εφωτίσθη από την χάριν του Παναγίου Πνεύματος, όπου του εφαίνετο πως ευρίσκετο έξω από το σώμα, και έξω από το σπήτι, και από όλον τον κόσμον. Διατί όταν είδεν εκείνο το φως ήτον νύκτα, και έγινεν ω­σάν ημερατελεία. Όμως επειδή έλαβε τον πλούτον χωρίς κόπον, ογλίγρα τον εκαταφρόνησε˙δια τούτο έπεσε, και εις αμέλειαν, και έχασεν όλον εκείνον τον πλούτον, και τόσον πολλά, ό­που ουδέ ενθυμείτο παντελώς, πως είδε καμμίαν φοράν τοιαύτην δόξαν. Λοιπόνεκείνοι ό­που δεν ηξιώθησαν ποτέ να λάβουν, ή να ιδούν παντελώς αυτήν την δόξαν, πως λέγουν, ότι την έχουν όλην μέσα τους; απορώ. Άλλ' ω της τυφλώσεως, και του σκοτασμού αυτών. ω της αναισθησίας τους, και ματαίας οιήσεως˙ που το έμαθαν αυτό, ή από ποίας γραφάς το ήκουσαν; κατά αλήθειαν εματαιώθησαν εν τοις διαλογι­σμούς αυτών, και εσκοτίσθη η ασύνετος αυτών καρδία, και έμειναν εις την Αίγυπτον, ήγουν εις το σκότος των παθών τους, και των ηδονών. Ότι εκείνοι όπου επόθησαν να ιδούν την γην της επαγγελίας, την οποίαν αξιώνονται να την βλέπουν οι πραείς, και ταπεινοί, και πτωχοί, δέχονται με ευχαρίστησίν τους κάθε στενοχωρίαν, και θλίψιν, και πτωχείαν, και ευτέλειαν, και απέχουν σφοδρώς από κάθε σωματικήν η­δονήν, και άνεσιν, και τιμήν και χωρίζουν και από κάθε άνθρωπον μικρόν όμου, και μεγάλον, και φεύγουν από αυτούς χωρίς μίσος, δια να αξιωθούν να υπάγουν εις την γην της επαγ­γελίας, προ του να κοπή ο δρόμος της πα­ρούσης ζωής, ήγουν προ του να αποθάνουν. Διατί οι τέτοιοι ταπεινώνονται πολλά, και στοχαζόμενοι πως είναι αληθινά κακότροποι, και πολλά αμαρτωλοί, και εχθροί, και παραβάται των εντολών του Θεού, απερνούν την ζωήν τους σκυθρωποί, και πολλά λυπημένοι, και μετανοη­μένοι, και ποθούν να μάθουν, τι πρέπει να κά­μουν, δια να φιλιωθούν με τον Δεσπότην Χριστον. Δια τούτο λοιπόν τους χαρίζει και ο Κύριος μας, όχι μόνον το να γνωρίσουν, τι πρέπει να κάμουν δια να φιλιωθούν με αυτόν, αλλά τους δίδει και δύναμιν, και υπομονήν δια να τελειώ­σουν όλα, όσα πρέπει να κάμουν, δια να ιδούν, και να αποκτήσουν τον επί πάντων, και εν πάσι Θεόν, και τότε πλέον να πολιτεύωνται, ωσάν να είναι εις τον ουρανόν, και να έχουν εκείνο το πολίτευμα καν ευρίσκονται εις τα βουνά, καν εις σπήλαια, καν εις κελλεία, καν εις πολιτείας· και τοιουτωτρόπως να τον δουλεύουν πάντοτε με χαράν, και ευφροσύνην, και αγαλλίασιν ανεκλάλητον. Αυτή είναι η εργασία των Αγίων αυτή είναι η πράξις εκείνων όπου ενεργούνται με Πνεύμα Θεού· ό,τι λογής έγινε και εις τους εδικούς μας καιρούς ο Άγιος, και μακαριώτατος Συμεών ο ευλαβής, όπου έλαμψεν, ωσάν ήλιος μέσα εις το περίφημον Μοναστήριον του Στουδίου˙ εκείνος όπου ευρίσκετο μίαν φοράν μέσα εις τον κόσμον, και εις τα κοσμικά πράγ­ματα, και με φίλους, και συγγενείς, και με φρον­τίδας, και μέριμνας, και ηδονάς κοσμικάς, και ύστερα τόσον τα αρνήθη όλα, όπου μηδέ τα εν­θυμείτο παντελώς. Εκείνος, λέγω, όπου εδιάτριβε μέσα εις το πλήθος των Μοναχών, και είπε τούτον τον μακάριον λόγον. Χρέος έχει ο Μο­ναχός να ευρίσκεται μέσα εις το μοναστήριον, ως ων, και και μη ων, και μη φαινόμενος, μάλ­λον δε μη γνωριζόμενος· το οποίον το εξηγού­σε, και έλεγε, ως ων, ωσάν να είναι κατά το σώμα, και να μην είναι κατά το Πνεύμα, και να μη φαίνεται εις τους άλλους, έξω μόνον εις εκείνους όπου έγιναν καθαροί κατά την καρ­δίαν, με την χάριν του Παναγίου Πνεύματος, και να μη γνωρίζεται, με το να μην έχη τί­ποτε με κανένα. Ω μακάριοι λόγοι, δια μέ­σου των οποίων κηρύττεται  η υπέρ άνθρωπον αγγελική του πολιτεία· ω λόγοι αξιοθαύμαστοι, δια μέσου των οποίων αυτός ο ίδιος ωμολόγησε, πως απόκτησε εν ουρανοίς το πολίτευ­μα με την χάριν του Αγίου Πνεύματος·, και προς τούτοις μας εφανέρωσε την ένωσιν όπου είχε με τον Θεόν, με τον λόγον όπου είπε, να μην έχη τίποτε με κανένα˙ το οποίον θα ημ­πορεί να το κατορθώση τινάς, ή να  το ειπή τη αλήθεια, ανίσως δεν ενωθή όλος διόλου με τον Θεόν, ειδέ και το ειπή πλάνα τον εαυτόν του. Ότι εκείνος όπου δεν είναι ενωμένος με τον Θεόν, και λέγει πως δεν αμαρτάνει είναι τυ­φλός, και δεν βλέπει παντελώς, ουδέ αισθάνε­ται˙εκείνος δε όπου έχει τον Θεόν μέσα του, δεν ημπορεί να αμαρτάνη˙ ότι σπέρμα αυτού εν αυτώ μένει, καθώς λέγει ο θεολόγος Ιωάννης. …

ΛΟΓΟΣ ΔΕΚΑΤΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ

Ότι εκείνος όπου μετανοεί δια τα αμαρτήματά του, δεν ωφελείται τίποτε, ανίσως δεν ζητήση από τον Χριστόν να λάβη, και την ιατρείαν της ασθενείας του, δια την οποίαν αμαρτάνει.
Και ότι όσα κάμνει κάθε άνθρωπος εις την παρούσαν ζωήν, ανίσως δεν συμ­βάλλουν εις την υγείαν της ψυχής του είναι μάταια. Και πως η αμαρτία γίνεται με το θέλημά μας, και χωρίς το θέλημά μας.
Καλόν πράγμα είναι, το να κλαίη τι­νάς, και να λυπήται, και να παρακαλή τον Θεόν δια τα αμαρτήματά του, και να ζητή συγχώρησιν δια αυτά. Όμως δεν θέλει ωφεληθή τίποτε από αυτά, ανίσως δεν ιατρεύση ο Χριστός τας ασθενείας του, δια τας οποίας αμαρτάνει, και χωρίς να θέλη. Και ανίσως δεν ιατρευθή από αυτάς, δεν είναι δυνατόν να μην αμαρτάνη. Όθεν κάθε ένας όπου μετανοεί, εις τούτο πρέπει να αγωνίζεται, εις το να ιατρευθή από τον Χριστόν και να αγιασθή, και να δυναμωθή, δια να γένη επιτήδειος να κάμνη το θέ­λημα του Θεού, και τας εντολάς του. Διατί ε­κείνος, όπου προ του να ιατρευθή από τον Χρι­στόν, πότε κάνει αμαρτίας, βιαζόμενος από την ασθένειάν του, και πότε πάλιν, με στενοχωρίαν πολλήν του εαυτού του, κάμνει καμμίαν εντολήν του Χριστού, τι ωφέλησεν; όμοιος είναι ο τοι­ούτος με εκείνον όπου κτίζει, και κρεμνίζει πά­λιν εκείνα όπου κτίζει.

Δια τούτο ανάγκη είναι να ιατρευθή η ασθένειά μας από τον Χριστόν, όπου ήλθεν εις την γην μόνος ιατρός αληθινός, δια να ιατρεύση τας ασθενείας μας, δια τας οποίας αμαρτάνομεν. Ότι ούτος εστίν ο Αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου. Η οποία είναι ηασθένειατης φθαρτής φύσεως η­μών. Διατί, αφ' ου παρέβη ο Αδάμ την εντολήν του Θεού, και εξωρίσθη από τον παράδεισον,κάθε άνθρωπος έγινεν άρρωστος, και ασθενής.

Και αι ασθένειαι αύται με το να ευρίσκωνται ανάμεσα εις την φύσιν, και προαίρεσίν μας, είναι παράδο­ξοι, διατί πότε φαίνονται πως είναι της φύσεως, και πότε της προαιρέσεως. Και η ασθενείαις όπου λέγω είναι ετούταις. Κάθε άνθρωπος ασθενεί, και δεν δύναται να έχη αγάπην καθαράν. Δεν δύνα­ται να μη φθονή, να μην υβρίζη, να μη κατη­γορή να μη καταφρονή, να μη περιπαίζη, να μη λέγη ψεύματα, να μη θυμώνεται, να μην επιθυμή τα καλά του κόσμου τούτου όπου βλέπει, να μη κενοδοξή, να μη πλεονεκτή, να μη θέλη να είναι πλέον φρονιμώτερος, ή σοφώτερος, ή ανδρειότερος, ή ενδοξότερος, ή τιμιώτερος από εκείνους όπου είναι όμοιοί του, και από όλους τους άλλους. Ή ασθενεί, και δεν ημπορεί να συγχωρή εκείνον όπου του πταίει εις κανένα πράγμα. Ή δεν δύναται να ευσπλαγχνίζεται, να δίδη ελεημοσύνην, να ευχαριστή πάντοτε τον Θεόν, να απέχη από κάθε κακόν, και να κάμνη κάθε καλόν. Ώστε όπου φαίνεται καθώς είπαμεν, πως άλλοτε μεν ασθενεί δια την δύναμιν της αυτεξουσίου προαιρέσεως· άλλοτε δε πάλιν ασθενεί δια την δυναστείαν της φύσεως.

Όμως όλοι οι άνθρωποι δεν ασθενούν εις αυτά ίσια, αμή άλλος περισσότερον, και άλλος ολιγώτερον. Λοιπόν αυταί αι ασθένειαι ειναί αναγκαίον να ιατρευθούν, και πλέον αναγκαιότερον είναι να ζητηθή ο ιατρός όπου μέλλει να ταίς ιατρεύση. Και δια τούτο παρέδωκαν οι θείοι Πατέρες εις ημάς τους χριστιανούς δέησιν προς τον Θεόν, δια να λέγωμεν πάντοτε με συντετριμμένων καρδίαν, «άγιε επίσκεψαι, και ίασαι τας ασθενείας ημών, ένεκεν του ονόματός σου». Ήγουν επίσκεψαι τας ασθενείας όπου έχομεν, και ιάτρευσέ ταις χάρισμα, δια να έχης όνομα δεδοξασμένον, πως είσαι ελεήμων, και ευεργέτης, και μόνος ιατρός, και δια να μη καυχάται τινάς εις τον εαυτόν του, οπόταν ιατρευθή, αλλά εις τον ιατρόν, και να τον ευχαριστή νύκτα, και ημέραν εξ όλης της καρδίας του, και να ταπεινοφρονή με αλήθειαν.

Λοιπόν εκείνος όπου ιατρευθή από τας ασθενείας του, έγινε και χριστιανός. Ει δε και έχει ακόμι ασθενείας απ' αυτάς όπου είπαμεν, είναι φανερόν, πως δεν ιατρεύθη ακόμι. Και τούτο το παθαίνει, ή από άγνοιαν, ή από αλογίαν, ωσάν όπου δεν εξεύρει τι λέγει προς τον Θεόν, όταν προσεύχεται, και ποίας ασθενείας παρακαλεί τον Θεόν να του ιατρεύση. Και ανίσως αποθάνη ανιάτρευτος, θέλει καίεται πάντοτε μέσα εις την κόλασιν, και να μην ελευθερώνε­ται ποτέ από την φλόγα εκείνην. Δια τούτο πρέπει να κλαίη τινάς πικρώς εις τέτοιαν ελεεινήν κατάστασιν όπου εκαταντήσαμεν.

Άνθρωποι χριστιανοί να φωνάζουν νύκτα, και ημέραν τοΆγιε επίσκεψαι, και ίασαι τας ασθενείας η­μών, και ο Κύριος να μη δύναται να τους ιατρεύση, με το να μην έχουν αυτοί είδησιν, ποίαις είναι οι ασθένειαίς τους, δια τας οποίας παρακα­λούν, και με όλον όπου αύται είναι τόσαι πολλαί, και διάφοροι.Αυτή είναι η αφορμή της απωλείας όπουχάνονταιτόσοι χριστιανοί, και πτωχοί, και πλούσιοι, και άρχοντες, και ιδιώται, και νέοι, και γέροντες, και μοναχοί, και ιερείς. Διότι μία ιατρεία είναι τούτων όλων κοινώς των ασθενειών,η κοινωνία θείας φύσεως, ήγουν το να λάβη τινάς την θείαν χάριν.

Ότι ανίσως κάθε χριστιανός δεν λάβη θείαν χάριν, και δύναμιν, κατά το μέτρον της πίστεώς του, καν αγρυπνή, καν κοιμάται κατά γης, καν ψάλλη νύκτα, και ημέραν, και προσεύχηται, και νηστεύη, ανιάτρευτος είναι, και μένει έξω από την μερίδα τού Χριστού, καθώς και οι άπιστοι.

β'.Διότι κάθε άνθρωπος, ή σοφός, ή άσοφος, ή γνωστικός, ή ανόητος, ή στοχαστικός, ή αστόχαστος, ή παιδευμένος, ή απαίδευτος, ή πλούσιος, ή πτωχός, όσα καλά και αν κάμνη εις την παρουσαν ζωήν, όσα και αν αγωνίζεται, και κοπιάζη, ανίσως δεν συμβάλλουν, εις το ναυγιάνη η ψυχή του από τας ασθενείας της, όλα εί­ναι μάταια, και ανωφελή, και κάμνουν την ψυχήν να μείνη έξω από την βασιλείαν των ουρανών. Διατί η βασιλεία των ουρανών δέχεται μόνον τας ψυχάς εκείνας όπου είναι υγιείς, και δεν έχουν καμμίαν ασθένειαν. Αμή κάθε ψυχή όπου έχει τας ασθενείας όπου είπαμεν ανωτέρω, και τας ατόπους ορέξεις των σαρκικών επιθυμιών, και των γηίνων, και κοσμικών πραγμά­των, και τας επιθυμίας του πλούτου, και της ματαίας δόξης του κόσμου,ούτε από λόγου της, ούτε από άλλον άνθρωπον ημπορεί ποτέ να ιατρευθή, και να γένη υγιής, αλλά από μόνον τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, δια τον οποίον είναι γραμμένον,«ότι τας αμαρτίας ημών έλαβε, και τας νόσους εβάστασε».

Διότι ανίσως ημπορούσαν αι ψυχαί των ανθρώπων, όχι των εθνικών, και άθεων, αμή και αυτών των εβραίων όπου επίστευαν εις τον Θεόν, να μισήσουν με ευκολίαν τας κοσμικάς επιθυμίας, και τας σαρκικάς ορέξεις, και τοιουτωτρόπως να φύγουν από τον κοσμοκράτορα διάβολον, (ότι δια μέσου αυ­τών των παθών απόκτησεν ο διάβολος την εξουσίαν του θανάτου) δεν είχε καμμίαν ανάγ­κην ο αγαθός, και εύσπλαγχνος, και φιλάνθρω­πος Θεός, να γενή άνθρωπος, και να σταυρωθή, και να καταβή δια μέσου του θανάτου εις τα κατώτατα μέρη της γης, ήγουν εις τον άδην.

Διατί το να μισήση τινάς τον κόσμον, και τα εγκόσμια, και τα σαρκικά, δεν δύναται να το κατορθώση εάν δεν μετέχη από την θείαν χά­ριν, και δύναμιν του Ιησού Χριστού. Το λοιπόν όλοι οι χριστιανοί, όσοι πιστεύουν εις τον Χρι­στόν, ανίσως δεν μισήσουν πρώτον, δια της θείας δυνάμεως του Χριστού, εξ όλης τους της καρ­δίας τα κοσμικά, και τα σαρκικά, δεν θέλει δυ­νηθούν ποτέ να κάμουν καμμίαν εντολήν του Χριστού, καθώς είναι γραμμένον,«έκκλινον από κακού, και ποίησον αγαθόν».

Δια τούτο εκείνος όπου πιστεύει εις τον Χριστόν, προτήτερα από κάθε άλλο πράγμα, πρέπει να ζητή από τον Θεόν δύναμιν, και χάριν, και έλεος Θεού, διανα μισήση τον κόσμον, και τα εγκόσμια, και  τας ορέξεις, και επιθυμίας τού σώματος, και να κοπιάση εις αυτό με πίστιν θερμήν, δια να λάβη ύστερον, αφ’ ου τα μισήση και την νέκρωσιν αυτών. Η οποία νέκρωσις είναι μοναχά του Χριστού, καθώς λέγει ο Απόστολος Παύλος. «Εγώ γαρ την νέκρωσιν του Κυρίου Ιησού εν τω σώματί μου βαστάζω». Και τέτοια είναι τα ζητήματα όπου γίνονται κατά το θέλημα του Θεού δια τα οποία λέγει ο θεολόγος Ιωάννης, «ότι εάν τι αιτώμεν κατά το θέλημα του Θεού, ποιιήσει ημίν». Διατί αυτά μόνον θέλει ο Θεός να τουζητούνοιάνθρωποι, ήγουν όσα φέρουν τον άνθρωπον εις την αιώνιον σωτηρίαν. Λοιπόν κάθε άνθρωπος ας μη καταγίνεται, μήτε ας επιμελήται εις την παρούσαν ζωήν δια άλλο τίποτε, έξω μόνον δια τούτο, πως να ευρεθή η ψυχή του εις την υστερινήν ημέραν του θανάτου του υγιή, και ελευθερωμένη από κάθε πάθος κοσμικόν, και σαρκικόν.

   Ανάγκη λοιπόν είναι κάθε ψυχή να γένη υγιής από κάθε  ασθένειαν, και τότε ωσάν γένη υγιής, ημπορεί να υπηρετήση τον Θεόν, και να κάμη τας θείας εντολάς του,δια να ευρεθή χωρίς καμμίαν εντροπήν, όταν παρασταθή εις το φοβερόν κριτήριον του Χριστού. Ειδέ και δεν γένη τούτο, δηλ. να υπηρετήση τον Θεόν, και να κάμη τας εντολάς του, καν το ολιγώτερον,αναγκαίον είναι να ευρεθή εν ημέρα κρίσεως υγιής από τα πάθη της, δια να μη τα δράξη το πυρ της γεέννης, και την κρατήση μέσα εις την άσβεστόν του κάμινον, καιτην κατακαίη αιωνίως.Ότι το πυρ της γεέννης, δεν ημπορεί να καίει άλλους, αλλά μόνον εκείνους όπου έμειναν εις την παρούσαν ζωήν ανιάτρευτοι κατά τας ψυχάς τους, και ετζί ανιάτρευτοι επήγαν και εις την άλλην ζωήν.

γ'. Διατί η αμαρτία γίνεται και με το θέλη­μά μας, και χωρίς το θέλημά μας.Επειδή η αμαρτία φαίνεται εμπρός, ωσάν ένα δόλωμα και οπόταν η διάνοια του ανθρώπου κλίνη νοερώς εις την αμαρτίαν, τότε ο νοητός τύραννος, και δυνάστης των ψυχών, όπου στέκεται με προσοχήν οπίσω από αυτήν, και βλέπει, πλησιάζωντας την κινεί εις το να τελειώση την αμαρτίαν με την πράξιν. Ώστε όπου είναι φανερόν πως η αμαρτία γίνεται με την θέλησιν τού ανθρώπου, και χωρίς την θέλησίν του. Με την θέλησίν του γίνεται, διατί ο νους του κλίνει εις την αμαρτίαν. Χωρίς την θέλησίν του, διατί συστελλόμενος να την κάμη με το έργον, κουντίζεται από τον διάβολον, και την κάνει.

Δια τούτο η σοφία τού Θεού, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός κό­πτει τας ρίζας, και αρχάς των αμαρτημάτων, καθώς είναι εκείνο όπου παραγγέλλει εις το ιερόν Ευαγγέλιον. Το να μην επιθυμήση τινάς, μηδέ να κοιτάξη δια επιθυμίαν. Διατί όταν η ψυχή έλθη εις όρασιν, και επιθυμίαν αμαρτίας δύσκο­λα γυρίζει οπίσω, ήτοι δύσκολα εμποδίζεται από την πράξιν, δια το κούντισμα όπου της κάνουν παρευθύς οι δαίμονες, το οποίον το κάνουν ογλιγωρότερον από ριπήν οφθαλμού.Λοιπόν αναγ­καίον είναι εις κάθε ψυχήν να φεύγη το πλη­σίασμα των δαιμόνων, δια να μη την κουντίσουν εις την αμαρτίαν. Και η φυγή δεν γίνεται με άλλον τρόπον, πάρεξ με το να μην επιθυμήση την αμαρτίαν εν Χριστώ Ιησού˙ ω η δόξα εις τους αιώνας. Αμήν.

ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΤΑ ΕΥΡΙΣΚΟΜΕΝΑ – ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΑΣ. ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου